Καθαρά Δευτέρα. Κι όπως κάθε χρόνο τέτοια μέρα στο πέτρινο σπίτι, στην άκρη του χωριού, η μάνα ήταν χωμένη στην κουζίνα ζυμώνοντας την παραδοσιακή λαγάνα, ετοιμάζοντας σαρακοστιανά εδέσματα – από ταραμοσαλάτα έως ντολμαδάκια γιαλαντζί- και φτιάχνοντας σιμιγδαλένιο χαλβά, που ευφραίνει την ψυχή και ικανοποιεί τον πιο απαιτητικό ουρανίσκο. Στη σάλα του σπιτιού επικρατούσε παρόμοια γλυκιά εορταστική ακαταστασία. Παντού καλάμια, εφημερίδες, χαρτιά γλασέ και αλευρόκολλα. Ο πατέρας γονατισμένος στο πάτωμα προσπαθούσε να δέσει την ουρά που με τόσο κόπο έφτιαχνε όλο το βράδυ από ψαλιδισμένες παλιές εφημερίδες. Και τα παιδιά, τριγύρω, να κοιτούν με θαυμασμό μία τον άξιο πατέρα, μία τον κόκκινο γυαλιστερό χαρταετό που σε λίγο θα πέταγε ψηλά στον ουρανό.
Τους άρεσε πολύ το πέταγμα του χαρταετού. Για την ακρίβεια αυτός ήταν ο λόγος που περίμεναν πως και πως την Καθαρά Δευτέρα. Να πάνε στο χωριό, στο σπίτι του παππού και της γιαγιάς, κι εκεί σαν φάνε όλοι μαζί στην αυλή, να ανέβουνε ψηλά στο λόφο, για ένα και μόνο λόγο. Για να πετάξουνε τον χαρταετό τους μαζί με τον παππού, που σαν τον έπιανε στα χέρια του δεν τον άφηνε. Λίγο, ακόμα λίγο, να πάει λίγο πιο ψηλά και θα σας τον δώσω. Σαν μικρό παιδί, και δωσ’ του γέλια και πειράγματα.
Ο κόκκινος εξάγωνος χαρταετός καμάρωνε την χάρτινη περίτεχνη ουρά του. Με πόσο μεράκι και πόσες ώρες παιδευόταν ο πατέρας να τη φτιάξει. Καμάρωνε και τους μπλε κύκλους που είχαν ζωγραφίσει πάνω του τα παιδιά. Και τώρα είχε φτάσει η ώρα. Ένα φύσημα του αγέρα και θα ορμούσε ψηλά στον καταγάλανο ουρανό, τα σύννεφα να σκίσει. Ελεύθερος! Δυνατός! Πόσο ανυπομονούσε! Όλοι θα τον θαύμαζαν και θα τον θα χειροκροτούσαν. Μα δεν ήταν ο πιο όμορφος, ο πιο φανταχτερός χαρταετός από όλους; Άντε μικρέ αμόλα καλούμπα!!!
Και να τώρα υψώθηκε καμαρωτός καμαρωτός στον ουρανό. Κόντευε να φτάσει πιο ψηλά από όλους τους άλλους χαρταετούς, που δεν είχαν ζωντανά χρώματα σαν κι αυτόν, που μάλλον ήταν γερασμένοι, αν έκρινε από το πολυκαιρισμένο χαρτί από το οποίο ήταν φτιαγμένοι, και που η ουρά τους δεν ήταν μακριά σαν τη δική του. Ναι, ήταν ο πιο ωραίος, ο πιο δυνατός, και του άξιζε να φτάσει ψηλά, κοντά στον ήλιο.
– Καλώς τον χαρταετό! Τι όμορφα χρώματα που έχεις!… φώναξαν τα συννεφάκια.
– Να φύγετε, να πάτε αλλού. Ο ουρανός μου ανήκει!… απάντησε θυμωμένα ο χαρταετός. Δάκρυσαν τα συννεφάκια με τα λόγια του χαρταετού, και δύο ψιχάλες έπεσαν στη γη…
– Ε χαρταετέ!. Είσαι πολύ κοντά μου και τα παιδιά δεν μπορούνε πλέον να σε δούνε. Τους τυφλώνει το φώς μου!.. φώναξε ο ήλιος.
– Τότε να φύγεις από εδώ! Άσε τον κόσμο να με θαυμάσει!… απάντησε ενοχλημένος ο χαρταετός και ο ήλιος έτρεξε ξαφνιασμένος πίσω από τα σύννεφα.

Ο κόκκινος με τους μπλε κύκλους χαρταετός συνέχισε να πετά όλο χάρη. Είμαι ευτυχισμένος, σκέφτηκε. Είμαι ελεύθερος! Είμαι πιο ψηλά από όλους! Κι αν δεν ήταν αυτά τα παιδιά να τραβούν τον σπάγκο για να με κατεβάσουν θα ήμουν ακόμα πιο ψηλά, ακόμα πιο μακριά από όλους τους, που με ζάλισαν από το πρωί με τις φωνές και τα γέλια τους.
– Πρόσεχε καλέ μου χαρταετέ! φώναξε το χελιδόνι, διακόπτοντας το λογισμό του χαρταετού. Δεν βλέπεις πού πας; Είμαστε κι εμείς εδώ!
– Εσύ να προσέχεις μη μπλεχτείς στην ουρά μου και τη σκίσεις, ανόητο πουλί! απάντησε εκνευρισμένος ο χαρταετός, και έδωσε μία με την ουρά του στο χελιδόνι, που πέταξε μακριά λυπημένο και πληγωμένο.
Θύμωσε τότε ο γαλανός ουρανός. Θύμωσε ο ήλιος. Θύμωσαν τα σύννεφα και η πλάση όλη. Θύμωσαν τα παιδιά που έβλεπαν τον χαρταετό να κάνει τούμπες στον αέρα, που τράβαγε τον σπάγκο με ορμή και που δεν έπαιζε πλέον μαζί τους… Σκοτείνιασε ο ουρανός σαν είδε πεσμένο στη γη το χελιδόνι. Κρύφτηκε ο ήλιος πίσω από τα σύννεφα που είχαν γίνει γκρι από το θυμό τους…. Σάστισε ο χαρταετός με τούτη την αντάρα και γύρισε το βλέμμα του στη γη να δει πού είναι τα παιδιά. Μα τα παιδιά ήταν μακριά…
Βράχηκε ο χαρταετός. Σκίστηκε η ουρά του. Κόπηκε ο σπάγκος. Κι έπεσε στη γη, δίπλα στο χελιδόνι. Πλάι στις μαργαρίτες. Μα δεν ήταν κανείς εκεί να τον βοηθήσει.
Τι ανόητος που ήμουν. Νόμιζα πως με αγαπούσαν…
Μάντεψε το λογισμό του μια μαργαρίτα που σφίχτηκε η καρδιά της σαν τον είδε να πέφτει από ψηλά.
– Χαρταετέ η δύναμη σου ήταν αυτά τα παιδιά. Η καλούμπα που κρατούσαν. Τράβηξες τον σπάγκο κι αυτός κόπηκε. Σκίστηκε η ουρά σου. Δεν άκουγες τα παιδιά που σε φώναζαν. Αυτά σε ύψωσαν στον ουρανό, μα ήθελες να πετάξεις μακριά τους. Πόσο αχάριστα και απερίσκεπτα φέρθηκες! Τόσο μεγάλη ιδέα είχες για τον εαυτό σου χαρταετέ μου που δεν πρόσεξες πως σταμάτησαν από ώρα να σε θαυμάζουν και να σε καμαρώνουν.
Κοκκίνισε σε ο χαρταετός ακόμα περισσότερο. Κοκκίνισε από ντροπή. Ό,τι ανεβαίνει πέφτει είχε πει ο πατέρας το πρωί μα εκείνος δεν του έδωσε σημασία. Ήθελε να φτάσει πιο ψηλά από τα σύννεφα, πιο ψηλά από τον ήλιο. Μα ξέχασε πως δεν είχε φτερά, πάρα μια χάρτινη ουρά κι ένα σκοινί στην άκρη της δεμένο… Ξέχασε πως μπορεί να πετάμε ψηλά και να νιώθουμε δυνατοί, μα σε μια στιγμή, μία μόνο στιγμή, μπορεί και να γκρεμοτσακιστούμε…