Η Όλγα κατέβαινε τις σκάλες προσεχτικά. Είχε στην αγκαλιά της ένα δεμάτι ξύλα, το οποίο στοίβαξε δίπλα στα άλλα που είχε μεταφέρει στην πίσω αυλή. Εκεί ήταν ο χτιστός φούρνος, για τον οποίο τόσο πολύ περηφανευόταν η γιαγιά της. Τον είχε χτίσει με τα χέρια του ο πατέρας της, ο προπάππος της Όλγας, και είχε βάλει όλη του την μαεστρία. Έλεγαν ότι φουρνιστό ψωμί σαν αυτό που έβγαινε από αυτό τον φούρνο, δεν υπήρχε σε ολάκερη τη Μάνη. Η γιαγιά της όμως έλεγε ότι το μυστικό δεν ήταν στο χτίσιμο, αλλά στα ξύλα που έβαζε μέσα. Κλαδιά ελιάς, φρύγανα, πουρνάρια, αλλά και κλωνάρια φασκόμηλο, έδιναν στον καπνό μια ιδιαίτερη μυρωδιά, και τα ταψιά που έβγαιναν από μέσα μοσχομύριζαν.

Άναψε τη φωτιά, κι έκλεισε προσεχτικά το πορτάκι. Θα το άφηνε κλειστό για 3 ώρες, να χωνέψει καλά η θράκα, και μετά θα το ξανάνοιγε για να βάλει μέσα τα καρβέλια της. Έπλυνε τα χέρια της και ξεκίνησε το ζύμωμα. Κάποιες φορές αναρωτιόταν αν η σκάφη της γιαγιάς της είχε με κάποιο τρόπο απορροφήσει όλη αυτή την τέχνη που έβαζε τόσα χρόνια, για να φτιάξει τα ξακουστά ψωμιά της. Όπως της έβγαινε το ζυμάρι στην σκάφη, δεν κατάφερνε να το βγάλει ούτε στο πιο δυνατό επαγγελματικό μίξερ.

Αφού ανακατεύτηκαν καλά το προζύμι με το αλεύρι και το νερό, άρχισε να πιέζει με τις μπουνιές της. Το μυαλό της πήγε στην προχτεσινή σκηνή που διαδραματίστηκε στην εκκλησία. Όλο το χωριό ήταν μαζεμένο, αφού ο ξενιτεμένος ξάδελφος, χρόνια στην Γερμανία, ήρθε οικογενειακώς για να βαφτίσει τα τρία παιδιά του, και μετά ήταν όλοι καλεσμένοι στην πλατεία του χωριού, για να γλεντήσουν. Η Όλγα πήγε, περισσότερο για να τιμήσει την συγγένεια, παρά γιατί είχε όρεξη για γλέντια και χαρές. Όταν όμως μπήκε στην εκκλησία, πάγωσε. Δεν είχε ενδιαφερθεί να ρωτήσει ποιος ήταν νονός, και η εικόνα που είδε την έκανε να τρέμει.

Ο παλιός δάσκαλος του χωριού, άνθρωπος για τον οποίον όλοι έτρεφαν σεβασμό, φορούσε το καλό του κουστούμι και σκούπιζε με προσοχή το βρεγμένο κορμάκι της βαφτισιμιάς του. Μόνο η Όλγα μπορούσε να δει τη φλόγα στα μάτια του. Έκλεισε τα μάτια της, και πήγε πίσω στον χρόνο. Τότε που ήταν εκείνη εφτά χρονών, όπως η νεοφώτιστη, και ο δάσκαλός της την πήγε στο σπίτι του. Την είχε πονέσει, αλλά την απείλησε ότι αν έλεγε σε οποιοδήποτε το παραμικρό, οι γονείς της θα πάθαιναν μεγάλο κακό. Και η μικρή Όλγα τον είχε πιστέψει. Στα χρόνια που ακολούθησαν, ο δάσκαλος την πονούσε ξανά και ξανά, και το κοριτσάκι δεν αντέδρασε ποτέ. Φοβόταν. Μέχρι που έφτασε δώδεκα χρονών, και αδιαθέτησε. Ο δάσκαλος την κοίταξε με αηδία, και την έδιωξε. Και από τότε δεν την ακούμπησε ποτέ ξανά.

Η Όλγα, μόλις τελείωσε το σχολείο έφυγε για την πόλη, για σπουδές. Δεν ξαναγύρισε παρά για την κηδεία της γιαγιάς της, και ξαναέφυγε σχεδόν τρέχοντας. Δεν ήταν έτοιμη τότε να αντιμετωπίσει τα φαντάσματα του παρελθόντος. Έφτιαξε τη ζωή της, με καινούριους ανθρώπους, που δεν μπορούσαν να φανταστούν πόσα τραύματα κουβαλούσε στο σώμα της και στην ψυχή της. Και εκείνη δεν μίλησε ποτέ σε κανέναν. Ήταν το προσωπικό της φορτίο, που το κουβαλούσε ολομόναχη, και δεν ήθελε να το μοιραστεί με κανέναν. Τα τελευταία χρόνια, όταν έμαθε ότι ο δάσκαλος βγήκε στη σύνταξη και έφυγε από το χωριό, ξεκίνησε δειλά δειλά να κατεβαίνει. Στην αρχή για μια δυο μέρες, και αργότερα για μεγαλύτερα διαστήματα. Είχε αρχίσει μάλιστα να σκέφτεται να μετακομίσει μόνιμα στο χωριό, και για αυτό το λόγο ξεκίνησε να ανακαινίζει το σπίτι.

Η ηρεμία της όμως κλονίστηκε, βλέποντάς τον στην εκκλησία. Κατάλαβε ότι δεν είχε κάνει κακό μόνο σε εκείνη. Πως οποιοδήποτε κοριτσάκι βρισκόταν κοντά του κινδύνευε. Και αυτό ήταν κάτι που δεν θα το επέτρεπε να συνεχιστεί. Η ίδια είχε μεγαλώσει, και μπορούσε πια να υψώσει το ανάστημα της απέναντί του. Τον περίμενε έξω από την εκκλησία. Εκείνος δεν την αναγνώρισε. Είχε να τη δει πάνω από 20 χρόνια. Τον πλησίασε χωρίς φόβο. Μέσα της ένιωθε δυνατή. Ελεύθερη.

Σήκωσε το βλέμμα της από την σκάφη. Είχε ξεχαστεί με τις αναπολήσεις, και ήταν ώρα να βάλει τα ταψιά στο φούρνο. Άνοιξε το πορτάκι. Μια περίεργη, έντονη μυρωδιά την τύλιξε. Με το φτυάρι έσπασε τα τελευταία απομεινάρια που δεν είχε καταφέρει να εξαφανίσει η φωτιά. Τα μάζεψε σε έναν κουβά, και μετά έβαλε μέσα το ψωμί. Τις στάχτες θα τις σκόρπιζε αύριο στο γκρεμό. Κανένα κοριτσάκι δεν θα πληγωνόταν ξανά από τον δάσκαλο.