Το διαπεραστικό σφύριγμα του τρένου διαταράσσει προσωρινά την απόλυτη ηρεμία του τοπίου. Η αμαξοστοιχία σταματά σχεδόν απρόθυμα στον σταθμό και οι επιβάτες κατεβαίνουν στην πλατφόρμα. Πόση ομορφιά έχει μαζεμένη αυτός ο τόπος! Τα μάτια του, δεν χορταίνουν να γεμίζουν από εικόνες και χρώματα. Μια φωνή μέσα στη βοή του πλήθους τον καλεί με ενθουσιασμό. “Ντίνο!!!” Ένας ψηλός και γεροδεμένος άντρας τον χαιρετά από μακριά. Καθώς πλησιάζει, αναγνωρίζει τη φιγούρα του. “Καλώς ήρθες, αγόρι μου! Καλώς όρισες στα μέρη σου”, του είπε συγκινημένος ο Χριστόφορος, ενώ τον έσφιξε αχόρταγα στην αγκαλιά του. Αντάλλαξαν μερικές γρήγορες κουβέντες για τα του ταξιδιού κι έβαλαν βιαστικά τις αποσκευές στο αυτοκίνητο. “Σε πέντε λεπτά θα είμαστε στο χωριό”, ψέλλισε περιχαρής. Ο Ντίνος αφέθηκε ξανά στη θέα της μαγευτικής διαδρομής. Πρώτη φορά στη ζωή του έβλεπε τοπία τόσο μαγευτικά, τόσο απλοϊκά και συνάμα μεγαλειώδη. Παιδί της πόλης ήταν, και δη μεγαλωμένος μακριά από την Ελλάδα. Ήταν αναμενόμενο να τον καθηλώσουν οι εικόνες της αγροτικής περιφέρειας. Είχε ακούσει τόσα για τον τόπο ετούτο, αλλά για πρώτη φορά μπορούσε να τον αντικρίσει από κοντά. “Τι κάνει η μάνα σου; Αχ, Ντίνο μου, δεν μπορείς να καταλάβεις πόσο την αγαπώ, πόσο με σκοτώνει η απουσία της, όλα όσα χάσαμε, μεγαλώνοντας…” “Είναι καλά, μιλήσαμε όταν έφτασα στην Αθήνα. Τέτοια ώρα θα είναι ήδη στη δουλειά”, αποκρίθηκε ο νεαρός επισκέπτης. Σε λίγη ώρα έστριψαν από τον μεγάλο επαρχιακό δρόμο στον μικρότερο, εκείνον που οδηγεί στην είσοδο του χωριού. Μια απέραντη ευθεία με εκατοντάδες βελανιδιές να τη στολίζουν, στις δυο πλευρές της. Πίσω τους, απέραντες εκτάσεις με δάσος και χωράφια, ένας μοναδικός συνδυασμός που έκλεψε και πάλι τη ματιά του Ντίνου. “Φτάσαμε, εδώ είμαστε! Εδώ είναι το σπίτι μας, το σπίτι σου”, αναφώνησε ο Χριστόφορος.

Το αυτοκίνητο σταμάτησε σε μια τεράστια αυλή, γεμάτη από ζωηρά δέντρα και φυτά κάθε λογής. Στην πίσω πλευρά της, ορθώνεται ένα μεγαλοπρεπές διώροφο σπίτι, φτιαγμένο από πέτρες σε χρώματα της στάχτης. Ακριβώς δίπλα στέκει ταπεινό ένα αρκετά μικρότερο ισόγειο, βαμμένο με ασβέστη. Η διαφορά τους, μαρτυρά τη χρονική απόσταση που τα χωρίζει. Ωστόσο, καθένα τους έχει τη δική του ομορφιά και μοναδικότητα. Κάτι απροσδιόριστο μαγνητίζει την καρδιά του Ντίνου, ενώ περιεργάζεται τον χώρο. Νιώθει κάτι μέσα του να τον δένει άρρηκτα και βαθιά με το μέρος αυτό, παρ’ όλο που είναι η πρώτη φορά που το επισκέπτεται. Στην είσοδο του μικρότερου οικήματος ξεπροβάλλει η φιγούρα ενός ηλικιωμένου άντρα, που στηρίζεται σε ένα μπαστούνι. Αρχοντική η κορμοστασιά του κυρ-Αλέκου, κι ας έχουν περάσει από πάνω της περισσότερες από οκτώ δεκαετίες. Χτυπά τη μαγκούρα με δύναμη στο έδαφος και με βαριά, αποφασιστική φωνή, ανοίγει τα δυο του χέρια: “έλα, αγόρι μου! Γύρισες στο σπίτι σου, επιτέλους”! Ο Ντίνος χάθηκε στην αγκαλιά του παππού του, εισπράττοντας την ίδια λαχτάρα και συγκίνηση με αυτήν του θείου του, όταν τον υποδέχτηκε στον σταθμό. “Πάμε μέσα, κάποια περιμένει πως και πως, για να σε δει”, του είπε ο Χριστόφορος, οδηγώντας τον στο εσωτερικό. Δίπλα από τον καναπέ του σαλονιού είναι τοποθετημένο ένα μεγάλο ξύλινο κρεβάτι. Εκεί τον περίμενε η κυρα-Πηνελόπη, ακίνητη, ανέκφραστη και σιωπηλή. Επτά χρόνια τώρα ζει έτσι, ακροβατώντας καθημερινά μεταξύ φωτός και σκότους, δίχως να μπορεί να μιλήσει, να εκφράσει αυτά που σκέφτεται. Ο Ντίνος σκύβει και της δίνει ένα φιλί στο μάγουλο. “Γεια σου γιαγιά, επιτέλους σε συναντώ”. Δυο ποτάμια χύνονται ορμητικά από τα γκριζωπά της μάτια, σαν να προσπαθούν να πουν τα λόγια που δεν μπορεί να πει το στόμα και να δώσουν τις αγκαλιές που δεν μπορεί το κορμί.

Ο θείος του, τον ξεναγεί στους υπόλοιπους χώρους του σπιτιού. “Εδώ είναι το δωμάτιό μας, εδώ μεγαλώσαμε εγώ και η μάνα σου. Να ‘ξερες πόσες φορές κλείνομαι εδώ μέσα και κλαίω, αναζητώντας την, αγόρι μου. Εδώ είναι όλη μας η ζωή, όλα αυτά που έχω να θυμάμαι από ‘κείνη, μέχρι τη μέρα που άνοιξε την πόρτα κι έφυγε…” μονολογεί βουρκώνοντας. “Κι εντάξει οι μεγάλοι, φέρθηκαν σκληρά και απάνθρωπα, εγώ τι της έφταιξα; Γιατί με διέγραψε κι εμένα; Δώδεκα χρόνων παιδάκι ήμουν, τι μπορούσα να κάνω για να τη βοηθήσω;”, συνέχισε ξεσπώντας πια σε γοερό κλάμα. Ο Ντίνος τον κοιτά αινιγματικά. Είναι αμέτρητα αυτά που θέλει να τον ρωτήσει, αυτά που θέλει να μάθει. Άλλωστε, γι’ αυτόν τον λόγο ταξίδεψε από τον Καναδά μέχρι εδώ. Για να μπορέσει να συμπληρώσει τα κομμάτια του παζλ που του λείπουν, αυτά που τόσα χρόνια αρνείται πεισματικά η Ευγενία να του αποκαλύψει. Δεν βιάζεται, όμως. Θα περιμένει, για να πάρει τις απαντήσεις που θέλει, όταν κι όπως πρέπει.

Οι μέρες πέρασαν γεμάτες από εικόνες, ήχους, μυρωδιές και συναισθήματα. Τρεις εβδομάδες τώρα, έγινε γνώστης όλων των πληροφοριών που αναζητούσε μια ολόκληρη ζωή. Στοιχεία που αφορούσαν στον ίδιο, στη μητέρα του, στην οικογένεια που αυτή κάποτε άφησε πίσω της, χωρίς ποτέ εκείνος να μάθει το γιατί. Ο Χριστόφορος τοποθετεί τις βαλίτσες στο αμάξι. Ο Ντίνος έχει ήδη αποχαιρετήσει τους παππούδες και τα ξαδέρφια του, κι επιβιβάζεται στο αγροτικό όχημα. Λίγα μέτρα αφότου απομακρύνθηκαν από το σπίτι, ζητά από τον θείο του να σταματήσει στην άκρη. “Έχω κάτι για σένα, κάτι που μου έδωσε η μαμά και μου ζήτησε να στο παραδώσω σήμερα, με την αναχώρησή μου”. Ανοίγει τον ταξιδιωτικό του σάκο και του παραδίδει έναν λευκό φάκελο. Ο Χριστόφορος τον σκίζει ανυπόμονα και ξεκινά την ανάγνωση της επιστολής.

“Χριστόφορε,

Δυστυχώς, δεν μπορώ ούτε να σε χαιρετήσω, ούτε να σου γράψω για το πόσο σε έχω επιθυμήσει. Θα ήταν άλλωστε υποκριτικό, ύστερα από τόσον καιρό. Σου έστειλα το παιδί μου, αυτό που πριν από τριάντα χρόνια αυτοί που μας γέννησαν πέταξαν στον δρόμο μαζί μ’ εμένα, επειδή ο ίδιος το θέλησε. Αν ήταν στο χέρι μου, γνωρίζεις ότι θα το είχα αποτρέψει. Είναι μεγάλος άντρας πλέον, όμως. Αποφάσισε μόνος του να γυρίσει πίσω και να μάθει την αλήθεια. Ελπίζω τώρα, έστω και πολύ αργά, να βρείτε όλοι εσείς τη δύναμη να του την πείτε. Εσείς, που δεν διστάσατε τότε να καταδικάσετε ένα δεκαεξάχρονο κοριτσάκι, προκειμένου να μην αμαυρωθεί η τιμή της οικογένειας. Εσείς, που προτιμήσατε να χάσετε το δικό σας παιδί, για να μπορείτε να κυκλοφορείτε με καθαρό το μέτωπο, να είστε σωστοί στην αρρωστημένη κοινωνία σας. Εσείς, που τόσα χρόνια δεν αναρωτηθήκατε για το εάν ζω, πως ζω, πως κατάφερα να μεγαλώσω το παιδί αυτό και πως πάλεψα. Δεν θέλω τίποτα από όλους εσάς για τον εαυτό μου, το ξέρετε καλά. Για μένα, δεν υπάρχετε. Θέλω μόνο να μου προσέχετε το παιδί, να γυρίσει πίσω ασφαλές, αν και πιθανότατα πληγωμένο. Κι ας μας κρίνει όλους ο Θεός στο τέλος, αδερφέ μου….

Ευγενία”

Το αυτοκίνητο ξεκίνησε ξανά, με προορισμό τον σιδηροδρομικό σταθμό. Ο Ντίνος γύρισε το κεφάλι προς τα πίσω, λίγο πριν βγουν στον κεντρικό δρόμο. Οι βαλίτσες του, στέκουν στο πίσω κάθισμα. Επιστρέφουν πιο βαριές απ’ όταν είχαν έρθει, γεμάτες με εξομολογήσεις, παραδοχές και αλήθειες. Βάρος ασήκωτο, αλλά συνάμα λυτρωτικό, για όλους τους. Υψώνει το βλέμμα του και παραμένει σιωπηλός. Ο δρόμος με τις βελανιδιές χάνεται σιγά-σιγά, στο βάθος του ορίζοντα.