Εγώ φιλαράκι μου, με τον χοντρό, ποτέ δεν είχα καλές σχέσεις. Σε ίδρυμα μεγάλωσα και μην βιαστείς να βγάλεις συμπεράσματα. Ξύλο δεν μας έριχναν. Σόρρυ κιόλας που σου χαλάω την εικόνα που έχεις για τα ιδρύματα από τις ταινίες. Καλά ήταν λοιπόν. Μας τάιζαν, μας έντυναν, σχολείο μας έστελναν και όποτε κάναμε μαλακίες, για τιμωρία, απλά μας έκλειναν για λίγες ώρες σε ένα δωματιάκι. Το δωματιάκι της μεταμέλειας. Έτσι το έλεγε ο παπάρας ο διευθυντής. Κάποιοι από εκεί μέσα το γουστάριζαν κιόλας το δωματιάκι αυτό και ας μην είχε παράθυρα. Πριβέ καταστάσεις βλέπεις και έμοιαζε με πολυτέλεια. Εγώ πάλι, δεν την πάλευα και τόσο εκεί μέσα. Σαν να μην μπορούσα να αναπνεύσω, πόσο μάλλον να νιώσω μεταμέλεια, επειδή είχα βάλει κόλλα στην καρέκλα του Παναγιώτη. Και κάπως έτσι έγινα ο “Γιωργάρας το κλειδί”.

Μέχρι τα δεκαπέντε σου άνοιγα οποιαδήποτε κλειδαριά στο πι και φι. Λες και η πουτάνα η κλειδαριά μου μιλούσε. Αφού στο τέλος αναγκάστηκαν, να κλείνουν με λουκέτο απέξω την πόρτα, για να μην μπορώ να βγω. Και τι κατάφεραν; Σίγουρα δεν κατάφεραν, να νιώσω αυτή τη γαμημένη μεταμέλεια.

Ξέφυγα όμως φιλαράκι, για τον χοντρό ξεκίνησα να σου λέω. Αυτός ο μπαγάσας που λες ποτέ δεν μου έκατσε καλά, ούτε σαν εικόνα, ούτε και σαν ιδέα. Οκ, μέσα στο ίδρυμα θες, δεν θες, μαθαίνεις από νωρίς πως σύμβολο είναι. Βλέπεις εκεί μέσα, δεν θα πατούσε, ακόμα και αν υπήρχε. Απλή επαγωγή που λέει μέχρι και σήμερα ο κολλητός μου ο Ανέστης. Αυτός σπούδασε και τα λέει ωραία. Αφού δεν είχαμε γονείς , δεν θα ερχόταν και ο χοντρός. Και όλα καλά. Ποιος τον χέζει το χοντρό, που μια φορά το χρόνο φέρνει ένα δώρο. Σίγουρα όχι ο “Γιωργάρας το κλειδί”.

Ώσπου ήρθαν τα περσινά Χριστούγεννα και μαζί τους ήρθε και ο χοντρός, για να με εκδικηθεί ρε φίλε! Εντάξει του έπαιξα και εγώ πουστιά, δεν λέω. Βάλε ένα ποτάκι, άναψε και κάνα λαμπάκι και άκου να δεις, τι έπαθα ο άνθρωπος.

Στην πιάτσα είναι γνωστό πως οι γιορτές είναι οι καλύτερες μέρες για να κάνεις καλή μπάζα. Λίγο που όλοι βγαίνουν και πίνουν τα άντερα τους, λίγο που έχουν μετρητά στο σπίτι για τις διάφορες μαλακίες που σκοπεύουν να αγοράσουν, λίγο που η φασαρία και τα λαμπάκια κάνουν τη δουλειά πιο εύκολη, τα Χριστούγεννα εμείς τα τίμια κλεφτρόνια βγάζουμε καλό μπουναμά.

Εγώ πάντα μόνος μου δούλευα. Καθαρά και γρήγορα πράγματα. Προσπάθησαν πολλές φορές να με χώσουν σε ομάδες , αλλά μασάει ο Γιωργάρας; Πέρσι λοιπόν είπα να το κάνω λίγο κινηματογραφικό το πλιάτσικο μου. Ο Ανέστης μάλιστα όταν του το είπα κατουρήθηκε στο γέλιο. Νοίκιασα έτσι μια στολή σαν του χοντρού , φόρεσα γένια, έχωσα και ένα μαξιλάρι κάτω από τη στολή και πολύ γούσταρα τη φάση. Ακόμα και κάμερα να είχε το σπίτι, γαμώ την κρίση μου που και η κουτσή Μαρία κάνει πλέον διαρρήξεις, άντε να με αναγνώριζαν. Και κάλυψη και χιούμορ, και προσπέραση από δεξιά στον χοντρό, σκέφτηκα και βγήκα κορδωτός στους δρόμους παραμονή Χριστουγέννων.

Εκείνο το βράδυ ρέντα μεγάλη νόμιζα ότι είχα. Έντεκα παρά και είδα τους ενοίκους του διαμερίσματος να την κάνουν σημαιοστολισμένοι. Μπίνγκο, σκέφτηκα, θα λιγδώσει το αντεράκι τους σε τίποτα σόγια, θα λιγδώσει και το δικό μου για κάνα μήνα. Μην φανταστείς κανένα υπερπολυτελές διαμέρισμα. Ο Γιωργάρας ήξερε να φυλάγεται. Τόσα χρόνια στο κουρμπέτι, ήξερε να διαλέγει σωστά τους στόχους του.

Η κλειδαριά τους ρε φίλε, όνειρο. Από εκείνες που πληρώνεις ένα κάρο λεφτά για την αγοράσεις και που μόλις τα σωστά χέρια την πιάσουν τραγουδάει σε δευτερόλεπτα. Σαν τις γκόμενες είναι, να ξέρεις, οι κλειδαριές. Σε άλλους το παίζουν δύσκολες και σε άλλους ξαπλώνουν τ’ ανάσκελα με το καλημέρα σας. Και εμένα ενώ οι γκόμενες πάντα με ζόριζαν, οι κλειδαριές ποτέ.

Κύριος μπήκα, που λες, και κύριος θα έβγαινα. Ούτε συναγερμούς, ούτε κάμερες, ούτε τίποτα χρηματοκιβώτια ασφαλείας. Όχι πως θα μασούσα, αλλά θα μου έτρωγαν χρόνο. Γι’αυτό και εγώ δεν τους έκανα το σπίτι κώλο. Αφού τα είχαν όλα, τόσο τακτοποιημένα και εκτεθειμένα για μένα , δεν ήθελα να είμαι και αχάριστος. Μέχρι και τα κοσμήματα της, η τύπισσα, όλα πάνω στο έπιπλο στην κρεβατοκάμαρα τα είχε. Όπως πάντα, έβγαλα τους σταυρούς από μέσα και έχωσα τα υπόλοιπα στο σάκο μου. Ώχου, ναι μωρέ μην κολλάς εκεί! Στον χοντρό δεν πίστευα, και στον μεγάλο δεν πίστευα, αλλά τον μεγάλο τον χεζόμουν λιγάκι. Σε αυτόν δεν πάω τόσο κόντρα.

Τάμπλετ, λάπτοπ, μετρητά, απ όλα είχε το μπαξίσι εκείνη τη βραδιά. Γέμισε ο σάκος σε χρόνο μηδέν και είπα να κάνω και ένα τσιγαράκι πριν αποχωρήσω. Εκεί λοιπόν που καθόμουν δίπλα στο τζάκι υγραερίου, πήρε το μάτι μου το πιάτο με τα μελομακάρονα και το ποτήρι με το νερό. Γαμώ τις αμερικανιές σας, σκέφτηκα αλλά μπούκωσα το ένα μελομακάρονο. Για μένα άλλωστε τα είχαν αφήσει. Πίνω και το νεράκι, και πάνω που πάω να πιάσω και το δεύτερο μελομακάρονο , γιατί χαζοί οι ένοικοι, αλλά ωραία μελομακάρονα έφτιαχναν, παίρνει το μάτι μου το χαρτί διπλά στο πιάτο. Εδώ είμαστε, θα ρίξουμε τρελό γέλιο, λέω και πιάνω να διαβάσω τι μαλακιούλες θα είχε ζητήσει το καστανόξανθο μούλικο που νωρίτερα χαμογελαστό μέσα στο ροζ παλτό του έμπαινε στο αυτοκίνητο. Τι το ‘θελα ο βλάκας! Για πότε άφησα τον σάκο κάτω , για πότε έγινα μπουχός από εκεί μέσα δεν περιγράφεται. Το μόνο που πήρα πάνω στο πανικό μου τελικά από το διαμέρισμα ήταν το ρημάδι το γράμμα.

Και αν νομίζετε πως η εκδίκηση του χοντρού περιορίστηκε εκεί, κάνετε μέγα λάθος. Την επόμενη μέρα με πήρε ο Ανέστης τηλέφωνο. Στην αρχή νόμιζα πως πήρε για τα χρόνια πολλά, αλλά λάθος έκανα. Ένας γνωστός του κλειδαράς ζητούσε υπάλληλο και όταν του μίλησε για μένα , αποκρύπτοντας βέβαια τις άλλες ενασχολήσεις μου, αμέσως ζήτησε να ξεκινήσω να δουλεύω.

Ένας χρόνος έχει περάσει από τότε. Άλλη διάρρηξη δεν έχω κάνει. Πλέον οι κλειδαριές μου μιλάνε μπροστά στους ιδιοκτήτες του. Ο γέρος άτεκνος κλειδαράς λέει πως θα μου αφήσει το μαγαζάκι όταν πεθάνει. Και όλα αυτά εξαιτίας του χοντρού!

Να και τώρα που σας γράφω απέναντι μου έχω την κορνίζα που έβαλα το γαμημένο το γράμμα της μικρής.

“Άγιε μου Βασίλη, φέτος δεν θέλω να φέρεις σε εμένα δώρο. Μπορείς να πας το δώρο μου στον φίλο μου τον Γιώργο; Με αγάπη Χριστίνα”

Και κάπως έτσι ένα μυξιάρικο και ο χοντρός με κάνανε από “Γιωργάρας το κλειδί” , “Γιωργάρας ο κλειδαράς”!

Μου την έφερες κερατά… Άργησες λιγάκι, αλλά τελικά μου την έφερες! Και έμαθα και ο βλάκας τι σκατά είναι τελικά, αυτή η μεταμέλεια.