Σε έβλεπα ψηλό, πρέπει να ήσουν τρία μέτρα. Τόσο σε εκτιμούσα με τα παιδικά μου μάτια και ένα κορμάκι που σου έφτανε με το ζόρι κοντά στη μέση σου. Δεν ήξερα το ύψος σου, μα στα μάτια μου ήσουν γίγαντας. Ήθελα να σου μοιάσω κι ας έλεγαν όλοι πως τα κοριτσάκια πρέπει να κάνουν αυτά που μαθαίνουν από τις μαμάδες τους. Εγώ ήθελα εσένα. Ήσουν ο ήρωάς μου, ο πιο όμορφος και ο πιο υπέροχος μπαμπάς του κόσμου. Έμοιαζες με άγγελο, όπως τους ζωγραφίζουν στα βιβλία, είχες κι εσύ ξανθά μαλλιά και μάτια γαλανά. Όταν σε έβλεπα γελούσε ο κόσμος μου. Φρόντιζες για αυτό. Δεν υπήρχε Κυριακή που να μην έχουμε περάσει μαζί σε μια παρορμητική εκδρομή. Μια εκδρομή που δεν είχε ποτέ προγραμματιστεί και δεν ήταν ποτέ κοντά. Είχαμε οργώσει τις ακρογιαλιές της Ελλάδας, χωρίς να αφήσουμε μια στάλα θάλασσα έξω από τις εξερευνήσεις μας. Αν δεν είχε θάλασσα, δεν πήγαινες. Ναι, την αγαπούσες, ακόμα την αγαπάς.

Έμαθα από μικρή πως έπρεπε να σε μοιράζομαι με αυτή. Έφευγες και γυρνούσες μετά από μήνες. Όλοι κοίταζαν πάνω μου όταν έφευγες να δουν πώς θα αντιδράσω, πώς θα νιώσω στην αναχώρησή σου, στην απουσία σου. Δεν έκλαιγα, ήθελα να νιώθεις περήφανος για μένα. Ήμουν δυνατή. Μπορούσα να αντέξω την απουσία σου. Είχα δύναμη γιατί μάζευα εκείνες τις Κυριακές μία – μία. Κρατούσα στη μνήμη μου τα χαμόγελα, τις τρεχάλες, τους χαρταετούς που ανέμιζαν. Γέμιζε η σκέψη μου με ψάρια, φύκια και γαρίδες. Φύλαγα στην καρδιά μου τα βότσαλα, τους αχινούς, τις πεταλίδες. Χόρταινα με την τσίκνα από το κάρβουνο σε αυτοσχέδια ψησταριά με πέτρες, δίπλα στο κύμα. «Να την αγαπάς!» μου έλεγες, «και να τη σέβεσαι» συμπλήρωνες σκεφτικός.

Όταν έλειπες δεν πηγαίναμε κοντά της. Κανείς δεν πρότεινε εκδρομές. Και σε περίμενα. Πάντα ερχόσουν. Αργούσες, αλλά ερχόσουν. Κι ανοιγόμασταν πάλι στα ακρογιάλια, γευόμασταν τη θάλασσα, την αρμύρα της, το γαλάζιο της. Έγινε η καρδιά μου θάλασσα για να σε κρατά μέσα της. Έφευγες για πολύ και γύριζες για λίγο. Από το λίγο αυτό φύλαγα τις Κυριακές. Από τη θάλασσα έμαθα να ξεχωρίζω στον ορίζοντα τα άσπρα πανιά και τα φορτηγά. Κουνούσα πάντοτε τα χέρια μου να χαιρετίσω ένα καράβι που μπορούσα να δω με τα μάτια. Ήξερα πως μέσα του είχε καπετάνιο που μπορούσε να με δει. Ποιος ξέρει, να ‘σουν εσύ; Κι αν δεν ήσουν, θα σου το ‘λεγε, ήμουν για κάποιο λόγο σίγουρη. Δεν αποκρίθηκες ποτέ όταν γύριζες αν είδες το χαιρετισμό μου απ’ την ακρογιαλιά. Ήταν σα μυστική συμφωνία κι εγώ δε σε ρώτησα ποτέ μήπως με είδες. Αρκεί που ήσουν μαζί μου, έστω και για λίγο.

Για να σε φτάσω, έμαθα να δαμάζω τον αέρα στο λευκό πανί, να αφήνω την αρμύρα να ψήνει το μικρό μου κορμί, να γεύομαι τον ήλιο και τη θάλασσα σα να μην είναι κανείς άλλος εκεί. Την άγγιζα με τα ακροδάχτυλα, τη χάιδευα, την έκανα δική μου. Με άγγιζε με το κύμα της, με γέμιζε αρμύρα, με έκανε δική της. Τις σκέψεις μου μοιράστηκα μαζί της, θα σου τις ταξίδευε, θα σου τις έφερνε. Τη χαρά μου, τον πόνο μου, τη θλίψη και το γέλιο μου, όλα τα ακούμπαγα στην ποδιά της. Κι εκείνη στο τέλος πάντα σε έφερνε κοντά μου. Μα εγώ μεγάλωνα μέσα από τις Κυριακές και πλάι από τους ψιθύρους μου στη θάλασσα. Και σε περίμενα, και σε περίμενα…

Κι ακόμα περιμένω. Γιατί δεν υπολόγισα πόσο πολύ την αγαπάς. Ακόμα και τώρα, δεν την αφήνεις. Δεν υπάρχουν άλλες Κυριακές και η ζωή με ακούμπησε σε μακρινό βουνό. Μακριά από σένα, μακριά από τη θάλασσα. Και τι δε θα ‘δινα, να γέμιζες αρμύρα τα εγγόνια σου, να χάριζες και σε ‘κείνα λίγες Κυριακές. Μα σε μάγεψε η πλανεύτρα και δεν έχεις μάτια για άλλη. Ήξερα πως τους καπεταναίους όσες πίκρες κι αν τους ποτίσει η θάλασσα, στο τέλος τους μαγεύει και τους κρατά δικούς της. Έτσι εγώ, δεν έχω Κυριακές, δεν έχω εσένα, δεν έχω θάλασσα, μόνο στην καρδιά μου φυλαγμένα, λίγα βότσαλα να τη γεμίζουν, να τη βαραίνουν, και λίγη αρμύρα τι απ΄ τη θάλασσα, τι απ’ το δάκρυ.

Άσπρισαν τα ξανθά μαλλιά σου, τα μάτια σου όμως ακόμα γαλανά να τα κοιτάζω και να χάνομαι, γιατί εξακολουθείς να λείπεις για πολύ και να γυρνάς για λίγο. Το χαμόγελό σου είναι πάντα εκεί, ήλιος, να μας ζεσταίνει. Οι καρδιές ‘γίναν πολλές τώρα και σ’ αγαπάνε όλες. Και περιμένω, και περιμένω… θα περιμένω.