θΕΜΑ: Ο καιρός. Μπορείτε να φανταστείτε άλλο θέμα πιο ανώδυνο αλλά και πιο βαρετό απ’αυτό; Κι όταν λέω ο καιρός δεν εννοώ με την έννοια του χρόνου δηλαδή «τη στιγμή που περνά και χάνεται», την φιλοσοφική, την Προύστικη (προσέχετε πώς διαβάζετε) έννοια αλλά τον άλλο τον καιρό τον απλό της Ε.Μ.Υ, τον «καιρό που φέρνει τα λάχανα και τα παραπούλια», τον καιρό που μιλάει το δελτίο για τους αγρότες κλπ. Αυτόν!
Για όποιον ή όποιαν συνεχίζει να διαβάζει (χαρά στο κουράγιο σου)να πω πως στα σαράντα μου μου έλαχε ν’αλλάξω ζωή. Κι αφού κάποιος σοφός είπε πως στη ζωή μετανιώνουμε μόνο για αυτά που δεν τολμάμε, είπα να το τολμήσω. Είχα και σοβαρό κίνητρο όμως ε; Ερωτεύτηκα! Κι έβαλα φωτιά στα φρένα, και μου έμεινε το γκάζι (ας πούμε) και μηδένισα και ξεκίνησα από την αρχή κι όλα αυτά τα μπανάλ και τα ηρωικά που λέμε όταν θέλουμε να κάνουμε τους ροκ τύπους που διάβασαν τον Αλχημιστή που πήρε πολύ κοσμάκη στο λαιμό του.
Κι αγόρασα όλο το πακετάκι, καινούργια χώρα, καινούργια δουλειά, καινούργια όλα. Τσίλικα, του κουτιού η μικρή ανόητη (σαραντάρα ε; θυμάσαι που το έγραψα, μη λες ότι τα κρύβω). Θα μου πεις σιγά το κατόρθωμα μισή Ελλάδα είναι μετανάστες. Κι έπειτα δεν πήγα και στα νησιά του Πάσχα, ούτε στο Βόρειο Παγωμένο Ωκεανό, ούτε στη χερσόνησο Καμτσάτκα –πού άλλωστε ούτε ξέρω καν κατά πού πέφτει. Γαλλία πήγα, Ευρώπη, τρεις ωρίτσες από το ΕλΒελ!! !Μάλιστα. Μόνο που εγώ ήμουν απ’ αυτούς που τους εξηγούν τρεις ώρες το αναλυτικό δισέλιδο σχεδιάγραμμα για να πάρει το μετρό από Μοναστηράκι για Σύνταγμα. Και κατέληγα πάντα να ρωτάω έναν καλό ανθρωπάκο στον δρόμο. Γιατί, αν θέλεις να ξέρεις εγώ «πάντα είχα εμπιστοσύνη στην καλοσύνη των ξένων» σαν μια άλλη Μπλάνς Ντυμπουά. Τρομάρα μου.
Όταν πρωτοήρθα αθώα κι αφελής παιδούλα με ρωτούσαν οι Γάλλοι που γνώριζα:
-Πώς θ’ αντέξεις εδώ στη Βόρεια Γαλλία; χωρίς γαλάζιο ουρανό; χωρίς φως;χωρίς ήλιο;

-Μα ο άντρας μου είναι ο ήλιος μου,
τους απαντούσα με θάρρος και παρρησία.
(αν σου ήρθε μια ανακατωσούρα στομαχική, να την κρύψεις ή πάρε ένα Μάαλοξ, θα με υποχρεώσεις)

Τους έβλεπα που μόλις έβγαινε ένας κακομοιριασμένος ήλιος, ασπρουλιάρης κι αρρωστημένος πίσω από ένα κάρο σύννεφα τρέχαν να ξαπλώσουν στα γρασίδια σαν τις σταφίδες, να κάνουνε πικ νικ και να πιούνε μπύρα στις πλατείες και έλεγα μέσα μου απαξιωτικά «Πώς κάνουν έτσι; Λες και δεν θα βγει αύριο ο ήλιος!!». Εγώ η νότια χορτασμένη από το φως και τον «ήλιο, τον ηλιάτορα» της Ελλαδάρας μας. Και μετά μπήκα στο νόημα. Λοιπόν όχι φιλενάδα (μπορεί να μην είσαι ακόμα αλλά και γιατί να μην γίνεις, εγώ είμαι καλό παιδί με χρυσή καρδιά, το κακό του άλλου δεν το θέλω, από μικρή έχουν να το λένε για μένα)ο ήλιος εδώ ΔΕΝ βγαίνει κάθε μέρα. Βγαίνει δηλαδή αλλά κάτι σαν ήλιος. Ο κανονικός κάνει να βγει και τρείς εβδομάδες!!και για λίγο ε; Μην μας κακομαθαίνει. Ετσι σαν guest, σαν ατραξιόν!! Όμως αντ’ αυτού βρέχει!! Αλλά εντάξει δεν έχω παράπονο, με μεγάλη ποικιλία. Κάνε το εικόνα. Βροχούλα, βροχάρα, ψιχάλισμα, (φτυσίματα το λένε εδώ), από αριστερά, από δεξιά, σαν ποτιστικό κήπου, σε πιρουέτες, σε σπιράλ. Δεν είναι τυχαίο που έχουν ΣΑΡΑΝΤΑΔΥΟ λέξεις για να περιγράφουν τη βροχή. Σαράντα-δύο! Εννοείται, δεν τις ξέρω όλες κι είμαι τρία χρόνια εδώ!! Ημαρτον νερό είναι που πέφτει από τον ουρανό!

Και τότε κατάλαβα! Είδα το φως! Παραμέρισαν τα σύννεφα και μια αχτίδα φωτός έπεσε πάνω μου σαν να μουν η ευλογημένη σε βιβλική ταινία του Σεσίλ ντε Μιλ αλά Χόλυγουντ. Σαν τον Τσάρλτον Ιστον χωρίς τα άσπρα μούσια και μαλλιά (πράγμα που μου θυμίζει ότι πρέπει να κλείσω κομμωτήριο γιατί βγήκε η ρίζα πάλι).

Να γιατί έρχονται από το Βορρά κάθε καλοκαίρι, λευκοί σαν γυμνοσάλιαγκες με το σανδάλι και την κάλτσα και τους κοροϊδεύεις (μην το πάρεις προσωπικά γενικά το λέω) και χτυπάνε κάρτα στις παραλίες μας μέχρι εγκαύματος δευτέρου βαθμού, να γιατί ΟΛΟΙ μιλάνε τουλάχιστον σαράντα πέντε λεπτά για τον καιρό σε σημείο που να σκεφτείς με λεπτομέρειες πώς είναι πιο ανώδυνο να βάλεις τέλος στην ατέρμονη σου βαρεμάρα μην σου πω και στη ζωή σου και σε σοκάρω. Έχουν το θέμα τους κι αυτοί. Όχι σαν εμάς που το σκεφτόμαστε κάθε Καθαρή Δευτέρα μην μας παπαριάσει η λαγάνα με την ταραμοσαλάτα άντε και την Κυριακή του Πάσχα μην και δεν προκάνουμε να χωνέψουμε το κοκορετσάκι χορεύοντας την Παπαλάμπραινα την καημένη.

Για να μην σου μιλήσω και για το μαλλί που φριζάρει αμέσως και γίνεσαι σαν τον Γκάλη μόλις πρωτοήρθε Ελλάδα (μεγάλος αθλητής, να τα λέμε αυτά), σαν τους Boney M και τους Jackson 5 την χρυσή εποχή της ντίσκο. Εσύ φαντάζεσαι τη γαλλίδα σαν την Κοκό Σανέλ με την πέρλα και το τέλειο καρέ; Αχ, πλανάσαι πλάνη οικτρά καλή μου! Και να ήταν μόνο ο καιρός το βάσανο του ξενιτεμένου καλά θα ήτανε. Αλλά έχει πολλά, πάρα πολλά το μενού που ίσως σου τα πω μια άλλη φορά, αν τύχει ίσως πίνοντας φρέντο σε μια παραλία ελληνική κι ονειρεμένη κάτω από τη λιακάδα, ίσως κι από δω. Φιλιά.

 

 Ασπασία Κουρέπη