Ο Αλέξανδρος και η Ματίνα αποτελούν περίτρανο παράδειγμα επιβεβαίωσης της ισχύος του θεωρήματος περί αληθινής φιλίας ανάμεσα σ’ έναν άνδρα και μια γυναίκα. Μαζί από την πρώτη μέρα του νηπιαγωγείου, πορεύονται παράλληλα μέχρι και σήμερα, σχεδόν τριάντα χρόνια μετά. Μαζί σε δημοτικό, γυμνάσιο, λύκειο. Όταν έφτασε η ώρα για το πανεπιστήμιο, φρόντισαν να περάσουν στην ίδια πόλη, καθένας στη σχολή που επιθυμούσε: αυτός πληροφορική, εκείνη νοσηλευτική. Αχώριστοι, κυριολεκτικά. Ο Αλέξανδρος την έχει παραπάνω κι από την αδερφή του, την οποία έτσι κι αλλιώς δεν βλέπει τόσο συχνά, καθώς μένει σε άλλη πόλη. Αλλά και η Ματίνα, ούσα η ίδια μοναχοπαίδι, αναγνωρίζει στο πρόσωπό του τον αδερφό που ποτέ δεν είχε. Ούτε ακόμα κι όταν η εκείνη παντρεύτηκε πριν από έξι χρόνια κι απέκτησε την κόρη της δεν χωρίστηκαν οι δρόμοι τους, παρά τον περί του αντιθέτου “φόβο” που είχε ο Αλέξανδρος. Στη ζωή της είναι αναπόσπαστο κομμάτι ο “μικρός της”, όπως τον αποκαλεί χαριτολογώντας, εξαιτίας της ηλικιακής διαφοράς ενός μήνα που έχουν. Για τον Σταμάτη, τον σύζυγο της Ματίνας, δεν ήταν εύκολο αρχικά να αποδεχτεί τη συνθήκη αυτή. Του φαινόταν εντελώς παράλογη η άνευ όρων αγάπη κι αφοσίωση που έτρεφαν μεταξύ τους οι δυο φίλοι. Με τον καιρό το αποδέχτηκε βέβαια, αν και δεν έδειξε να το κατανοεί ποτέ. Στο πρόσωπο του Σταμάτη, ο Αλέξανδρος ανέκαθεν έβλεπε ένα αντιπροσωπευτικότατο δείγμα αυτού που ο ίδιος αποκαλεί με αποστροφή “άξεστος, ακαλλιέργητος, μεσοαστός Ελληναράς”. Είχε πει την άποψή του στη Ματίνα ευθέως, ωστόσο σεβόταν απόλυτα την επιλογή της και τη στήριζε. Τα αισθήματα ήταν αμοιβαία, ωστόσο: ο Σταμάτης δεν έχανε την ευκαιρία να δείχνει στη γυναίκα του την απέχθεια που έτρεφε για τον φίλο της, “στολίζοντας” τον κάθε τόσο με χαρακτηρισμούς του τύπου “αδερφάρα του ελέους, πουστρόνι” κλπ, με αποτέλεσμα να έχουν σημειωθεί καβγάδες ανάμεσα στο ζευγάρι, για τον λόγο αυτό. Η Ματίνα δεν είχε αναφέρει τίποτα απ’ όλα αυτά στον Αλέξανδρο, για να μην τον στενοχωρήσει. Οι δύο άνδρες είχαν φτάσει σε μια σιωπηρή συνθηκολόγηση, προκειμένου να διατηρηθούν οι ισορροπίες. Με τα χρόνια, είχαν συνηθίσει να ανέχεται ο ένας την παρουσία του άλλου, κατά το δυνατόν πιο αραιά.

Το Σάββατο είχε καθιερωθεί ως η μέρα του τηλεοπτικού ξεσαλώματος για τους δύο κολλητούς, καθώς βρισκόντουσαν -συνήθως στο σπίτι της Ματίνας- για να δουν την αγαπημένη τους βραδινή μουσική εκπομπή, με φαγητό και όλα τα συναφή. Από τότε που η Ματίνα απέκτησε το παιδί, οι πάλαι ποτέ ηρωικές έξοδοι των δύο φίλων για διασκέδαση μέχρι πρωίας διεκόπησαν αναγκαστικά, οπότε τις αντικατέστησαν με αυτά τα τηλεοπτικά σουαρέ, που αποτελούσαν πλέον απαρέγκλιτη συνήθεια. Ο Σταμάτης άνοιξε την πόρτα και υποδέχτηκε τον Αλέξανδρο, ενημερώνοντας τον ότι η Ματίνα θα καθυστερούσε για μισή ώρα περίπου, καθώς είχε “μπλέξει” σε μαμαδοσυζήτηση στον παιδότοπο. Στην ιδέα και μόνο ότι θα έπρεπε έστω και για λίγο να συνυπάρξει με τον αντιπαθή Σταμάτη, ο Αλέξανδρος δυσανασχετούσε κι έβριζε την τύχη του, από μέσα του. Κάθισαν στον καναπέ και παρέμειναν για ώρα αμίλητοι, με την τηλεόραση να παίζει. Η σιωπή διεκόπη πρώτα από τον Σταμάτη, που θέλησε να “σπάσει τον πάγο” και να πιάσει κουβέντα. “Για πες τα νέα σου ρε συ, τι γίνεται; Κανένα γκομενάκι παίζει;”. Ο Αλέξανδρος ένιωσε τρομερά άβολα με την ερώτηση κι αρκέστηκε να απαντήσει ένα ξερό “ωχ ρε Σταμάτη, αφού ξέρεις ότι δεν μ’ αρέσει να μιλάω γι’ αυτά”. Και τότε έγινε το αδιανόητο, αυτό που κανένας νους δεν θα μπορούσε να χωρέσει και να συλλάβει: ο Σταμάτης άρπαξε το χέρι του Αλέξανδρου και το έβαλε πάνω στη φόρμα του. “Ρε φίλε, έχω καύλες απάλευτες, πάρε μου ένα τσιμπουκάκι να μου φύγουν τα πολλά. Έλα ρε, ξεκόλλα, μόνοι μας είμαστε, δεν θα το μάθει κανείς. Εσείς τα πουστράκια κάνετε καλύτερη πίπα κι από γυναίκα. Έλα, ξέρω ότι το θες κι εσύ, ξεκόλλα”. Ο Αλέξανδρος τράβηξε το χέρι του απότομα, σαν να τον είχε διαπεράσει ηλεκτρικό ρεύμα, και σηκώθηκε όρθιος. Οι φλέβες στον λαιμό του ήταν έτοιμες να εκραγούν. Ασυναίσθητα, το χέρι του έγινε γροθιά και προσγειώθηκε με δύναμη πάνω στο πρόσωπο του Σταμάτη. “Αυτό για να μάθεις να σέβεσαι, μαλάκα. Κι αυτό για τη Ματίνα”. Ενώ ετοιμαζόταν για τη δεύτερη γροθιά, ο αρκετά πιο μεγαλόσωμος Σταμάτης λειτούργησε αντανακλαστικά και τον ακινητοποίησε σπρώχνοντάς τον προς τα πίσω, μέχρι που σωριάστηκε στο πάτωμα, δίπλα από το τραπεζάκι. “Έξω από το σπίτι μου βρωμόπουστα, μην τολμήσεις να ξαναπατήσεις το πόδι σου εδώ μέσα, αδερφή. Και κοίτα μη σου ξεφύγει τίποτα στη Ματίνα, γιατί είσαι χαμένος από χέρι, θα της εξηγήσω ότι εσύ μου ρίχτηκες και θα σε κάνει με τα κρεμμυδάκια. Ουστ, αδερφάρα”.

Ακολούθησαν εβδομάδες ολόκληρες με τον Αλέξανδρο να ακροβατεί σε μια δοκιμασία επικίνδυνης ισορροπίας: από τη μια ήθελε να προστατεύσει τη φίλη του και να μην την αφήνει να ζει στην πλάνη της, λέγοντάς της την πάσα αλήθεια. Από την άλλη, φοβόταν. Φοβόταν μην τη χάσει. Οι απειλές του Σταμάτη τον στοίχειωναν. Κι αν εκείνη τον πιστέψει; Αν πειστεί ότι πράγματι αυτός τον προκάλεσε; Το μαρτύριο του Αλέξανδρου συνεχιζόταν, μέχρι που η ίδια η μοίρα αποφάσισε να βάλει ένα τέλος. Η Ματίνα του είχε εκμυστηρευτεί πριν από λίγες μέρες πως υποπτευόταν ότι “έτρωγε” κέρατο, κι ότι δεν σκόπευε να το αφήσει έτσι. Τα αντικλείδια του γραφείου του άντρα της, που είχε βγάλει σε ανύποπτο χρόνο με σκοπό να τον αιφνιδιάσει, της άνοιξαν την πόρτα στην αλήθεια που ο Αλέξανδρος δεν είχε τολμήσει να της ξεστομίσει. Η αργοπορία του Σταμάτη στην επιστροφή του από τη δουλειά τον τελευταίο καιρό, που της είχε κινήσει τις υποψίες, γινόταν τώρα μπροστά της η τελευταία σκηνή του “έργου” της κοινής τους ζωής. Ο άντρας που είχε αγαπήσει μοιραζόταν ανάμεσα σε δύο ερωτικούς κόσμους: τον δικό της και του συνεταίρου του, του Αντώνη…