Τρεις το ξημέρωμα είναι πολύ περίεργη ώρα. Είναι πολύ αργά για να κοιμηθείς αν θες να ξυπνήσεις νωρίς, αλλά και πολύ νωρίς για να κοιμηθείς αν θες να ξυπνήσεις αργά. Η Φρόσω καθόταν αναποφάσιστη στην άκρη του κρεβατιού της. Δεν ήταν σίγουρη τι ακριβώς ήθελε να κάνει. Σκέφτηκε όλες τις ενναλακτικές της. Η τηλεόραση δεν έδειχνε τίποτα, όλοι οι φίλοι της ή θα κοιμόντουσαν ή θα διασκέδαζαν σε κάποιο καινούριο μπαράκι στο κέντρο, και δεν είχε καμία όρεξη να αναλωθεί σε ατέρμονες συζητήσεις στο διαδίκτυο. Το βλέμμα της έπεσε στη φωτογραφία του πατέρα της. Δεν το περίμενε ποτέ ότι θα της έλειπε τόσο. Ίσως γιατί ήταν πάντα διακριτικά παρών σε όλα. Κάθε της ανάμνηση είχε τη μυρωδιά του. Και τώρα με κόπο προσπαθούσε να επαναφέρει την μυρωδιά του στην μνήμη της.
Σηκώθηκε αποφασισμένη. Ήξερε ακριβώς που ήθελε να πάει. Πήρε από την κλειδοθήκη το μπρελόκ του πατέρα της. Ήταν τόσο ξεκάθαρα δικό του. Ολόχρυσο με χαραγμένα τα αρχικά του στο πίσω μέρος. Ένα πηδάλιο που δυστυχώς οδήγησε την οικογένειά της στα βράχια. Ακόμα θυμόταν τις φωνές της μάνας της.
«Εκείνη στο πήρε και τολμάς να το φέρνεις σπίτι μας. Δεν έχει καμιά δουλειά εδώ. Να το πετάξεις, κι αυτό και αυτή από την ζωή σου».
Ο πατέρας της όμως δεν την άκουγε. Και δεν τα πέταξε ποτέ, ούτε την άλλη, ούτε το μπρελόκ. Και οι εντάσεις μεγάλωναν μέρα με τη μέρα. Και ο πατέρας της χανόταν όλο και πιο συχνά με τη βάρκα. Όλο και περισσότερο. Βέβαια πάντα γυρνούσε με ψάρια, αλλά τι να το κάνεις; Πόσα ψάρια να χωρούσε αυτός ο καταψύκτης, αφού κανείς δεν τα μαγείρευε.
Σε πολύ λίγη ώρα βρισκόταν στην προβλήτα. Η έλλειψη φωτός δεν την ενοχλούσε. Εδώ μεγάλωσε. Ο πατέρας της της είχε μάθει τα πάντα. Πώς να λύνει την βάρκα, που να βρίσκει καλαμάρια για δόλωμα, πώς να χειρίζεται το καλάμι. Ήταν καλό δίδυμο. Πήρε μια βαθιά ανάσα, και μπήκε στην βάρκα. Η ολοφάνερη εγκατάλειψη την πλήγωσε. Δεν είχε όμως την δύναμη τόσο καιρό να έρθει. Υποσχέθηκε στον εαυτό της ότι αυτό θα άλλαζε. Από αύριο κι όλας θα ξαναέκανε την βάρκα του πατέρα της, τη δική της βάρκα, το καμάρι του Σαρωνικού. Η «Φροσούλα», όπως την έλεγαν, θα ξαναέβγαινε στα ανοιχτά. Το χρωστούσε στον πατέρα της. Γιατί κατά βάθος ήξερε ότι για εκείνη έμεινε. Όχι για τη μάνα της, ούτε για τον κόσμο. Μόνο για εκείνη.
Τα λόγια του δεν τα ξεχνούσε ποτέ. Ο καλός ο θαλασσινός δεν φαίνεται στην φουρτούνα. Εκεί όλοι θα κάνουν τα πάντα για να σώσουν το τομάρι τους. Ο καλός ο θαλασσινός φαίνεται στην νηνεμία. Εκεί που το μυαλό ταξιδεύει ελεύθερο, εκεί που το απέραντο γαλάζιο της θάλασσας σε καλεί, και γύρω σου κολυμπάνε γοργόνες και σε καλούν σειρήνες. Εκεί πρέπει να φανείς δυνατός, και να αφήσεις τον Παράδεισο για να γυρίσεις πίσω, στην ρουτίνα, στην μιζέρια της καθημερινότητας.

Η Φρόσω καταλάβαινε πια ακριβώς τι εννοούσε ο πατέρας της. Δεν τον πήραν οι γοργόνες, δεν υπέκυψε στο κάλεσμα των σειρήνων, δεν χάθηκε καν στην γαληνεμένη θάλασσα. Τον έφαγε το σαράκι της δυστυχίας. Γιατί δεν είχε την δύναμη να παλέψει για αυτά που ένιωθε. Γιατί η αγάπη προς την κόρη του νίκησε τον έρωτα για την αγαπημένη του. Άραγε άξιζε όλη αυτή η δυστυχία; Χίλιες φορές να ήταν εδώ, κοντά της, κι ας μην είχε κάνει αυτή την επιλογή. Χίλιες φορές να μην ήταν καλός θαλασσινός.