Από το πρωί όλοι στο σπίτι ήταν ανήσυχοι. Η μαμά, με βουρκωμένα μάτια, τριγυρνούσε μέσα στο σπίτι χωρίς να μιλάει σε κανέναν. Πήγαινα συνέχεια κοντά της, της τραβούσα πεισματικά τη φούστα και τη ρωτούσα τι έχει. Μα δε μου μιλούσε. Ο μπαμπάς κι εκείνος απόμακρος όλη μέρα, καθισμένος στο καναπέ του σαλονιού, δεν έβγαζε λέξη. Απλά έπινε από ένα ποτήρι μ’ ένα καφέ ζουμί που μύριζε τόσο άσχημα. Κι εγώ, κοιτάζοντάς τον γεμάτη απορία, αναρωτιόμουν πώς ένα τέτοιο ζουμί μπορούσε να κάνει κάποιον να νιώσει καλύτερα. Ο μικρός μου αδερφός παρέμενε στο χαλί του σαλονιού παίζοντας με το αγαπημένο του αυτοκινητάκι. Το χτυπούσε συνεχώς στον τοίχο, κάνοντας ένα συνεχή δυνατό θόρυβο.
Το τηλέφωνο χτύπησε και η μαμά έτρεξε να απαντήσει. Δεν είπε πολλά. Ένα ευχαριστώ πρόλαβε να ξεστομίσει πριν το ακουστικό πέσει από τα τρεμάμενα χέρια της. Πλησίασε το μπαμπά και τον αγκάλιασε κλαίγοντας.<<Είχαμε δίκιο τελικά>> του είπε κι έτσι αγκαλιασμένοι και οι δύο, μοιράστηκαν τους ίδιους αναστεναγμούς. Λίγες μέρες μετά, βρήκα ένα χαρτί πάνω στο τραπέζι. Άρχισα να το διαβάζω, μα οι λέξεις ήταν τόσο άγνωστες σε μένα. Το όνομα του αδερφού μου ήταν το μόνο που μπορούσα να καταλάβω.»Φάσμα αυτισμού», διάβασα με δυσκολία και δίπλα υπήρχε μια σφραγίδα. Τόσο αχνή, μα που τόσο πολύ είχε καταφέρει να χαράξει την οικογένειά μου. Ρώτησα τη μαμά τι σήμαιναν όλα αυτά κι αν γι’ αυτό έκλαιγε τόσες μέρες. Δε μου απάντησε, απλά πήγε προς τον αδερφό μου που είχε αρχίσει πάλι να κλαίει.
Από μωρό έκλαιγε συνεχώς, μα δε κρατούσε κακία σε κανέναν. Μεγαλώνοντας, τα κλάματα μειώθηκαν όμως δε μιλάει, δε λέει τίποτα. Θα ήταν όμορφο να τον κάνω έστω να γελάσει, μα ούτε καν χαμογελάει. Όσο κι αν προσπαθώ γι’ αυτό κάνοντάς του αστείες γκριμάτσες. Κάνει σα να μη με βλέπει, σα να μη με ακούει καν. Λες και βρίσκεται σ’ έναν δικό του κόσμο, μακριά απ’ όλους.
Κάθεται ήσυχος, εκτός απ’ τις φορές που η μαμά ανάβει την ηλεκτρική σκούπα. Αλλά αυτό είναι κάτι που κι εμένα με ταράζει. Το ίδιο ανήσυχος είναι κι όταν έρθει κάποιος άγνωστος στο σπίτι και αρχίσουν όλοι να μιλούν μεταξύ τους δυνατά. Τότε θυμώνει πάρα πολύ, φωνάζει και κλαίει ασταμάτητα. Μα εμένα δε με πειράζει, τον αγαπάω όση φασαρία κι αν κάνει. Ακόμη και για τα μαλλάκια του ο τυχερός τα έχει βρει με τη μαμά και δε πάει στη κομμώτρια όπως εγώ. Η μαμά περιμένει κάποιο βράδυ, όταν πια θα έχει αποκοιμηθεί, να του τα κόψει η ίδια, ώστε να μη τρομάζει απ’ τον ήχο του ψαλιδιού και κλάψει πάλι. Αργά – αργά και με φροντίδα περισσή περνάει προσεκτικά το ψαλίδι πάνω στα μαλλιά του. Πόσο ζηλεύω εκείνες τις στιγμές. Πόσο θα ‘θελα κι εγώ να με φροντίζει έτσι η μαμά. Μα δε της κρατώ κακία. Έχει την ανάγκη μας και πρέπει να τον προσέχουμε περισσότερο.
Όταν βγαίνουμε βόλτα έξω, με τη μαμά και το μπαμπά, όλοι μας κοιτάζουν παράξενα. Ειδικά όταν ο μικρός μου αδερφός κουνάει τα χεράκια του λες κι έχει φτερά. Τον κοιτάζουν σα να τον φοβούνται. Σα να έχει κάτι το οποίο κινδυνεύουν να κολλήσουν. Η μαμά και ο μπαμπάς μου είπαν πως ο μικρός μου αδερφός δεν είναι όπως όλα τα παιδιά. Πως μοιάζει λίγο »περίεργος» στα μάτια του υπόλοιπου κόσμου και πως αυτό τρομάζει τους άλλους. Περίεργος. Ποτέ δεν κατάλαβα αυτή τη λέξη. Αλλά δεν προσπάθησα κιόλας. Γιατί τι σημασία έχει τι πιστεύουν οι άλλοι για τον αδερφό μου;
Πρόσφατα ανακάλυψα πως του αρέσουν τα αντικείμενα τα οποία γυαλίζουν. Έτσι αποφάσισα κάθε μέρα να φτιάχνω βραχιολάκια με χάντρες πολύ γυαλιστερές, μήπως και κάποια στιγμή τον κάνω να χαμογελάσει όταν με δει να τα φοράω. Ακόμη δε τα κατάφερα. Μα κάθε μέρα τα κοιτάζει κι εξερευνά κάθε τους λεπτομέρεια. Χθες κιόλας πλησίασε την άκρη απ’ τα δαχτυλάκια του σε μια γαλάζια χάντρα. Ίσα που την άγγιξε και απομακρύνθηκε πάλι. Πήγε προς τη σκάλα και άρχισε να την ανεβαίνει στα τέσσερα. Μετά έμεινε στην κορφή κοιτώντας με μες στα μάτια. Δεν έκανε βήμα για να κατέβει τα σκαλοπάτια. Απλά έμεινε εκεί, μέχρι που φώναξα τη μαμά για να τον φέρει και πάλι στο σαλόνι. Κουρασμένη καθώς ήταν, δε μίλησε πολύ. Απλά μου είπε να κάτσουμε φρόνιμα.
Και τώρα που τα σκέφτομαι όλα αυτά, εκείνος κάθεται απέναντί μου και με κοιτάζει. Συγκεκριμένα κοιτάζει το τσουλούφι που έχει πέσει πάνω στο πρόσωπό μου και μου φαγουρίζει τη μύτη. Το κοιτάζει εδώ και πέντε λεπτά. Θέλω να το βγάλω απ’ τη μύτη μου, αλλά δεν πρόκειται. Πρώτη φορά με κοιτάζει τόση ώρα. Για να πω την αλήθεια, αν είναι να έχω για λίγο την προσοχή του, μπορώ να αντέξω να με τρώει η μύτη μου για μια ζωή. Το αξίζει άλλωστε.
Και γιατί να του ζητήσω να κάτσει φρόνιμα; Ποιος μπορεί να του κόψει τη φόρα; Του αρέσει βλέπεις να ανεβαίνει ψηλά. Και ποιος να τον κατηγορήσει γι’ αυτό; Ποιος ξέρει πού θέλει να φτάσει; Ίσως πιστεύει πως ανεβαίνοντας κάθε μέρα τα σκαλιά, να φτάσει κάπου που δε θα τον κοιτάζουν παράξενα. Κάπου που όλες αυτές οι κραυγές που βγάζει να γίνουν κατανοητές. Κάπου που θα πάψει ο κόσμος να πιστεύει πως είναι περίεργος και θα καταλάβει πως είναι απλά ξεχωριστός, όπως ήταν πάντα για μένα.

Ta Bizoudakia tis Attartis