Γεια . Με λένε Λουκά

Θα σας πω τι έγινε μια μέρα, ας πούμε ήταν μια Δευτέρα…

Τις Δευτέρες μετά το σχολείο , πάω σ ένα μέρος , κέντρο λόγου και έργου λέγεται. Λίγο σα σχολείο είναι αλλά λίγο πιο ωραία είναι εκεί, δε βαριέσαι και πολύ.

Έχω κάτι που είναι λίγο μπελάς, μπερδεύω λίγο τα γράμματα και τους αριθμούς , τα βάζω καμιά φορά ανάποδα, ε λίγο δε προσέχω και στο σχολείο, όμως να ξέρετε η Τετάρτη είναι η πιο δύσκολη τάξη του κόσμου, όλοι το λένε, η αλήθεια είναι πως πιο πολύ είμαι καλός στη μπάλα, με τα διαβάσματα δεν είμαι και ο πρώτος αλλά δε τρέχει τίποτα, σιγά , και ο μπαμπάς μου όταν ήταν μικρός ήταν σαν και μένα, και όταν μεγάλωσε , τώρα δηλαδή, έγινε ο καλύτερος μηχανικός για μηχανές στον κόσμο, δεν το λέω μόνο εγώ αυτό επειδή είναι μπαμπάς μου, αλήθεια, όλοι το λένε – ρωτήστε όποιον θέλετε, και άμα θέλετε να ξέρετε γράφει και σε περιοδικά για μηχανές, αλήθεια αλήθεια είναι ο καλύτερος… αλλά όταν ήταν μικρός έγραφε χάλια…

Εκείνη τη Δευτέρα , έβρεχε πολύ. Η μαμά μου με πήγε στο κέντρο και έφυγε γρήγορα, να πάει να πάρει από τ αγγλικά την αδερφή μου. Η αδερφή μου δεν έχει μπελά, ΕΙΝΑΙ μπελάς. Όλο λέει ότι της πειράζω τα πράγματα και λέει ψέματα στη μαμά ότι ψάχνω κρυφά τα συρτάρια της και όλο με βρίζει, αλήθεια, τα διαβάζω στο ημερολόγιο της όταν λείπει, στο δεξί συρτάρι στο γραφείο της το βάζει, κάτω από κάτι τετράδια το κρύβει, με κάτι χαρτάκια με καρδούλες και γράφει κιόλας ότι αγαπάει τον Παναγιώτη, όλα τα έχω δει εγώ. Και καμιά φορά όταν δεν βλέπει κανείς μεγάλος, μου ρίχνει φάπες στο σβέρκο αλλά εγώ δεν είμαι παλικαρφάρα να πάω να το πω! Εκείνη όμως , αμέσως πάει και το λέει “μαμάάάάάά μπαμπάάάάάά ο Λουκάς μου τράβηξε κλωτσίδι!!!!”
Είναι μπελάδες οι αδελφές, να ξέρετε… ρωτήστε όποιον θέλετε άμα έχει αδερφή, να δείτε που λέω αλήθεια!

Μπήκα γρήγορα στο κέντρο, και πήγα να βρω τον Γιώργο. Είναι καλός ο Γιώργος, είναι ο κύριος που με βοηθάει. Κάνουμε μαζί κάτι παιχνίδια, μου δείχνει κόλπα για να θυμάμαι πως γράφονται σωστά τους αριθμοί και τα γράμματα, κάνουμε παζλ και ζωγραφιές, λέμε αστεία… Μόνο που είναι Ολυμπιακός, αλλιώς είναι πολύ καλός, σας είπα είναι εντάξει εκεί σ αυτό το κέντρο που πάω, μοιάζει λίγο με σχολείο, αλλά δεν είναι πολύ βαρετά. Είναι εντάξει μέρος. Δεν είναι γήπεδο, αλλά είναι εντάξει…

Όταν τελειώσαμε, βγήκα στο σαλόνι να περιμένω τη μαμά μου. Κοίταξα έξω από τη τζαμαρία, πραγματικά έβρεχε πάρα πολύ! Λίγο πιο πέρα, ένα άλλο αγόρι κοίταζε κι αυτό έξω, τη βροχή. Η μαμά του μιλούσε με τον Γιώργο, ήταν το επόμενο ραντεβού. Μάλλον μπελά θα είχε και αυτός, σαν και μένα, θα έγραφε ανάποδα τους αριθμούς…
Τότε βγήκε από το γραφείο της , η διευθύντρια του κέντρου η Κυρία Σοφία “Λουκάκο μου, η μαμά θ αργήσει λίγο αγόρι μου, έχει πολύ κίνηση στο δρόμο λόγω της βροχής, μην ανησυχείς , θα έρθει!” είπε.

Έκατσα λίγο στον καναπέ στο σαλόνι, βαριόμουν πολύ. Το άλλο αγόρι ήταν ακόμα όρθιο κοίταζε έξω συνέχεια. Η μαμά του ακόμα μιλούσε με τον Γιώργο.

Τον πλησίασα και του είπα σιγά “ε φίλε, έχω ένα μπαλάκι στη τσάντα μου, θες να παίξουμε καμιά πασούλα?”
Το αγόρι δε μου μίλησε, ήταν σαν να μη με άκουσε “ε δεν ακούς; Λέω, θες να παίξουμε? Άμα θες σου ρίχνω εγώ σουτάκια, να βάλουμε για τέρμα τον καναπέ”
Δεν απάντησε, όλο κοίταζε έξω. “E ΦΙΛΕ ΛΕΩ!!!!!! ΚΟΥΦΟΣ ΕΙΣΑΙ;;” είπα και τον έπιασα από τον ώμο για να με προσέξει, ΑΛΗΘΕΙΑ ΔΕΝ ΤΟΥ ΕΚΑΝΑ ΤΙΠΟΤΑ, μόνο τον έπιασα λίγο από τον ώμο.

Άρχισε να ουρλιάζει, και να χτυπάει δυνατά το κεφάλι του με τα χέρια του, αλήθεια δεν του έκανα τίποτα και εκείνος άρχισε να φωνάζει, τρόμαξα πολύ!

Έτρεξαν η μαμά του και ο Γιώργος “δεν του έκανα τίποτα” έλεγα εγώ και έκατσα πίσω φοβισμένος! Η μαμά του πήγε να τον αγκαλιάσει αλλά τότε εκείνος άρχισε να φωνάζει πιο πολύ και τότε ο Γιώργος άρχισε να τραγουδάει δυνατά

Ήταν ένας γάτος μαύρος πονηρός
κάθε που εβράδιαζε ντυνόταν γαμπρός
τα μαλλιά του έκανε λίγο κατσαρά
κι ένα κόκκινο παπιόν φορούσε στην ουρά

Σε κάθε σπίτι πήγαινε όπου έβλεπε καπνό
ζητούσε τα κορίτσια δήθεν για σκοπό
κι αυτές άλλο δε θέλανε φορούσαν νυφικά
κάλλιο μ’ ένα γάτο παρά με κοιλαρά

Τότε το παιδί σαν να ηρέμησε λίγο…

Ο Γιώργος συνέχισε να τραγουδάει ακόμα πιο δυνατά, μέχρι που το αγόρι σταμάτησε να φωνάζει και άρχισε να τραγουδάει μαζί του. Δεν ξέρω πως το έκανε αυτό ο Γιώργος , ούτε το γιατί, αλλά έπιασε!

Ήταν ένας γάτος μαύρος πονηρός
κάθε που εβράδιαζε ντυνόταν γαμπρός
τα μαλλιά του έκανε λίγο κατσαρά
κι ένα κόκκινο παπιόν φορούσε στην ουρά

Σε κάθε σπίτι πήγαινε όπου έβλεπε καπνό
ζητούσε τα κορίτσια δήθεν για σκοπό
κι αυτές άλλο δε θέλανε φορούσαν νυφικά
κάλλιο μ’ ένα γάτο παρά με κοιλαρά

Τραγουδούσαν μαζί, πιο ήρεμα τώρα μα εγώ φοβόμουν ακόμα ‘δεν έκανα τίποτα ΔΕΝ ΤΟΝ ΠΕΙΡΑΞΑ, του είπα να παίξουμε μόνο, λίγο!!!!” είπα στον Γιώργο και άρχισα να κλαίω. Αλήθεια , δεν είμαι κλαψιάρης, ποτέ δεν κλαίω, ούτε στο ποδόσφαιρο, μια φορά μου έκανε φάουλ ένα πεμπτάκι, και μου πήρε το καλάμι, με κλάδεψε αλήθεια, έπεσα κάτω κι έτρεχαν εκατό ποτάμια αίμα και δεν έκλαψα ΚΑΘΟΛΟΥ , μόνο λίγο… Δεν είμαι κανένας κλαψιάρης αλλά τώρα είχα τρομάξει πολύ, δεν ήθελα να του κάνω κακό, αλήθεια!

Ο Γιώργος αφού τον ηρέμησε και τον έκανε να σταματήσει να φωνάζει και να χτυπάει το κεφάλι του, ήρθε κοντά μου. Έτρεμα λίγο.
Με πήρε παραπέρα. Με αγκάλιασε.
Είναι καλός ο Γιώργος.
“Δεν έκανες τίποτα κακό Λουκάκο μου, μη φοβάσαι, ναι;”
Κούνησα το κεφάλι μου, είχα και λίγες μύξες.

“Τι έπαθε αυτός;” ρώτησα

Μου έδωσε ένα χαρτομάντηλο ο Γιώργος και φύσηξα τη μύτη μου.

“Θα σου πω αν θέλεις, ναι;”

Κούνησα το κεφάλι μου, ναι ήθελα… Μάλλον αυτό το παιδί δεν ερχόταν εδώ, σ αυτό το κέντρο, επειδή μπέρδευε το ε με το 3. Μάλλον δεν ερχόταν εδώ επειδή αντί για σκύλος έγραφε κσύλος. Μάλλον είχε άλλο μπελά μέσα στο κεφάλι του. Πιο μεγάλο απο τον δικό μου.

“Ο Δημήτρης βλέπει και καταλαβαίνει τα πράγματα διαφορετικά από μας. Ο κόσμος του είναι λίγο αλλιώτικος. “

“Είναι χαζός;” ρώτησα

“ Όχι”

“Και τότε γιατί έκανε σα χαζός; Εγώ ήθελα να παίξουμε μόνο!”

“Τα μάτια του βλέπουν αλλιώς από τα δικά σου. Το μυαλό του σκέφτεται διαφορετικά απ΄ότι το δικό σου. Δεν είναι χαζός, είναι διαφορετικός”

Κοίταξα προς το μέρος του παιδιού. Είχε στραμμένο το κεφάλι του πάλι προς τα έξω, το βλέμμα του ήταν στη βροχή. Η μαμά του φαινόταν τόσο στεναχωρημένη , είχε σκύψει το κεφάλι της. Λυπήθηκα πολύ, αλήθεια.

‘τι να βλέπει άραγε’ αναρωτήθηκα… Πόσο πιο διαφορετικός να είναι ο δικός του κόσμος από τον δικό μου.

Έκανα λίγα βήματα μπροστά. Ο Γιώργος μου χαμογέλασε ενθαρρυντικά.

Πήγα κοντά στον Δημήτρη, στάθηκα δίπλα του. Ήθελα πολύ να δω τον κόσμο όπως τον βλέπει εκείνος. Ευχήθηκα να μπορούσα να ‘δω’ τον μπελά του! Αλήθεια το ευχήθηκα!

Η γιαγιά μου λέει, πως καμιά φορά όταν ευχόμαστε κάτι πολύ πολύ πολύ δυνατά, αν η ευχή μας πρέπει να βγει για κάποιο λόγο, καμιά φορά βγαίνει. Αν θέλουμε κάτι, αληθινά…

Ο Δημήτρης γύρισε προς τη μεριά μου, σαν να με είδε πρώτη φορά. Του είπα, ‘με λένε Λουκά’ και του έδωσα το χέρι μου. Ο Δημήτρης είπε κάτι που δεν κατάλαβα, και χωρίς να με κοιτάξει ούτε μια στιγμή στα μάτια , έπιασε το χέρι μου. Όχι για να με χαιρετίσει όπως κάνουν οι μεγάλοι… απλά το έπιασε. Το δέρμα της παλάμης του ενώθηκε με το δέρμα της δικής μου και ΤΟΤΕ ένιωσα σα να μου πάτησαν ένα κουμπί!!

Σαν να με ρούφηξε μια τεράστια ηλεκτρική σκούπα και με στριφογύριζε στον αέρα! Έκλεισα τα μάτια μου γιατί ζαλίστηκα, και όταν τα άνοιξα χίλιοι ήλιοι μπήκαν μέσα στα βλέφαρα μου! Ήμουν εκεί, στην αίθουσα του σαλονιού του κέντρου λόγου και έργου, μα τίποτα δεν ήταν πια το ίδιο… Οι τοίχοι ήταν χείμαρροι από άσπρη μπογιά, η μοκέτα στο πάτωμα ήταν μια γκρι άγρια θάλασσα, ο καναπές κόκκινη φλόγα! Ο Γιώργος ήταν μικρός, ασήμαντος, σα μια σκιά , μα το ασημί ρολόι του άστραφτε σα μια τεράστια ασπίδα που η λάμψη της με τύφλωνε! Ήθελα να κοιτάξω αλλού, μα η αστραφτερή ασπίδα με μάγευε, ήθελα να την κοιτάω για πάντα , όμως τότε μέσα στα αυτιά μου χίλιες μουσικές!!!! Η πιο δυνατή ορχήστρα, τα πιο άγρια ντραμς! Έψαξα να βρω από που ακουγόταν αυτός ο θόρυβος, που δε μ άφηνε ήσυχο, μου έπαιρνε τ αυτιά!!!!!! Κοίταξα έξω, αυτό που παλιά ήταν μόνο η βροχή που έπεφτε στο πεζοδρόμιο, τώρα ήταν ένας στρατός από κρύσταλλα που έσπαγαν χίλια κομμάτια στο τσιμέντο, οι σταγόνες γίνονταν θρυψαλλάκια, και όλος ο θόρυβος ερχόταν καταπάνω μου , έμπαινε σ αυτιά μου, στα ρουθούνια και στο στόμα μου!
Κούνησα το κεφάλι μου, για να φύγουν μακριά και τότε ένα ουράνιο τόξο ανέτειλε στον ορίζοντα, τέντωσα το χέρι μου και το έπιασα! Χίλια χρώματα έβαψαν τα δάχτυλα μου, κοίταζα το κίτρινο που είχε τυλίξει τον αντίχειρα, το κόκκινο που χόρευε πάνω στον δείκτη, ένα μωβ έτρεχε τον μέσο μου, πορτοκαλί τον παράμεσο και το μικρό μου δαχτυλάκι ήταν μπλε! Τίναξα το χέρι μου, και χίλια χρώματα έπεσαν στο πάτωμα με θόρυβο, έκανα να τα πιάσω μα η γκρι θάλασσα μοκέτα τα ρούφηξε και τότε χίλιοι πλανήτες – φώτα στο ταβάνι πέταξαν πάνω από το κεφάλι μου, ήθελα να τους πιάσω μα…

“ΛΟΥΚΑ…”

χίλιοι πλανήτες πάνω από το κεφάλι μου, πήγα να πιάσω έναν

“ΛΟΥΚΑ!! “

ήθελα να πιάσω έναν!

“ΛΟΥΚΑ”

μόνο έναν

“ΛΟΥΚΑ…….!!!!”

Ο Δημήτρης άφησε το χέρι μου, οι πλανήτες χάθηκαν, ξαναέγιναν φώτα. Η θάλασσα στο πάτωμα έγινε μοκέτα, η αστραφτερή ασπίδα στο χέρι του Γιώργου έγινε πάλι ασημί ρολόι, η βροχή ξανάγινε σταγονίτσες και η μαμά μου ήταν εδώ. Φώναζε το όνομα μου.

“Τι έπαθες παιδί μου, δεν μ ακούς; Τόση ώρα σου μιλάω, χάζεψες! Πάμε να φύγουμε, γρήγορα, έχω παρκάρει παράνομα, θα με γράψουν!!!!”

Χαιρέτησε τον Γιώργο βιαστικά και με τράβηξε να φύγουμε.

Γύρισα να κοιτάξω τον Δημήτρη , που για πάντα θα έπιανε πλανήτες, θα κολυμπούσε σε ουράνια τόξα και οι βροχές του πάντα θα ήταν σπασμένα κρυσταλλάκια.

Ο μπελάς του ήταν πιο μεγάλος από τον δικό μου. Εγώ μπερδεύω το 3 με το ε. Εκείνος κρατάει στα χέρια του πλανήτες…

Με λένε Λουκά και θα τα ξαναπούμε.
Αλήθεια αλήθεια!

 

*Σκίτσο από την AAteam Art