…Μία ιστορία θα σας πω
για αυτό ησυχάστε όλοι
καθίστε φρόνιμα, σιμά
τραγούδια μη θαρρείτε,
γιατί για μύθους και θεριά
μονάχα από εδώ και μπρος
’πό μένα θα θωρείτε…

Μία φορά και ένα καιρό ήταν ένα μικρό πουλάκι, που η φωνή του ήταν τόσο γλυκιά και γάργαρη που όλα τα πλάσματα στο δάσος σιγούσαν σα κελαηδούσε. Τα φύλλα των δέντρων σταματούσαν να θροΐζουν και το μόνο στοιχείο της φύσης που συνόδευε την μαγευτική φωνή του ήταν το αδιάκοπο κελάρυσμα του ποταμού. Ακόμη και αυτός όμως πολλές φορές ξαπόσταινε στα βραχάκια της όχθης του και έπαυε να είναι τόσο ορμητικός ώστε να μπορέσει και εκείνος να ακούσει το πουλάκι. Το πουλάκι αυτό ενώ η φωνή του ήταν μαγευτική και πανέμορφη, η όψη του ήταν άσχημη και κακορίζικη. Βέβαια εκείνο δεν το έβαζε κάτω και κρυμμένο κάτω από το καφέ και μαδημένο φτέρωμά του, τραγουδούσε για έρωτες, αγάπες και φιλίες δυνατές, για πολέμους και μάχες τρανές αλλά και για ειρήνη και όνειρα.
Ένα απόγευμα, λίγο πριν δύσει ο ήλιος τις μεταξένιες του ηλιαχτίδες στα νερά του ποταμού, το πουλάκι ακούμπησε στην άκρη του να δροσιστεί από το κάμα της μέρας, ώστε να αρχίσει το μελαγχολικό τραγούδι του σαν θα ‘μπαινε το δειλινό με το πρωταστέρι να λάμπει την άκρη του ορίζοντα. Σαν από τύχη θες, είχε σταματήσει και ο γέρο-Ποταμός στην άκρη αυτής της όχθης. Όταν είδε λοιπόν το πουλάκι το γέρο-Ποταμό ακουμπισμένο στα βράχια του, του λέει:
«Γεια σου γέρο-Ποταμέ, πως και σταμάτησες να βουίζεις τα νερά σου; Τι νέα άραγε μας φέρνεις από τα μακρινά μέρη που έρχεσαι και βλέπεις;»
«Γεια σου και σένα μικρέ μου «κελαηδιστή». Μπα, μη μου πεις πως δεν το ξέρεις πια! Όλο το δάσος μιλάει για τη γάργαρη φωνή σου, τα δέντρα ,τα πουλιά και τα αγρίμια ακόμη στέκονται μαγεμένα και όλη η πλάση κάθεται να ακούσει το τραγούδι σου.»

Το πουλάκι ξαφνιάστηκε, ήξερε πως κελαηδούσε καλά, αλλά ποτέ δεν περίμενε ότι η φωνή του θα ήταν τελικά τόσο αγαπητή, ώστε έσκυψε ταπεινά το κεφαλάκι του προσπαθώντας να κρύψει την ασχήμια του και να μη τρομάξει το γέρο-Ποταμό που επιτέλους είχε σταθεί κοντά του και του μιλούσε. Γιατί ήταν μεγάλη τιμή να μιλήσεις στο γέρο-Ποταμό. Αυτός πάντοτε ήταν βιαστικός και φασαριόζος, ποτέ δεν τον προλάβαινες, σπάνια σταματούσε, μα ήξερε πολλά και ήτανε σοφός, γιατί ήταν εκεί πριν τα δέντρα να βγάλουν κλωνάρια, και πριν τα πουλιά φτιάξουν φωλιές στα κλαδιά τους, και πριν τ’ αγρίμια ξεδιψάσουν στις όχθες του. Γιατί αυτός ήξερε τους ανθρώπους, περνούσε μέσα από τα σπίτια τους, έπλενε τα ρούχα τους, γύρναγε τους μύλους τους και τους άκουγε να μιλούν, να λεν ιστορίες για μέρη και πράματα που κανείς άλλος στο δάσος δεν μπορούσε να ξέρει μα ούτε και να φανταστεί.
Αυτά σκεφτόταν το πουλάκι σκυμμένο και κρυμμένο κάτω από τις φτερούγες του και έψαχνε τρόπο να μιλήσει στο γερο-Ποταμό. Ήταν καιρός τώρα που έψαχνε να κάμει ένα φίλο, να του πεί τον πόνο του, να του μιλήσει για τα όνειρά του. Όμως μέχρι τώρα κανείς δεν το πλησίαζε γιατί δεν άντεχε την όψη του. Αυτά σκεφτόταν να του πει, όμως ο γερο-Ποταμός είχε ήδη φύγει γρήγορος και αγριωπός για τα νέα του ταξίδια.

Έτσι περνούσε ο καιρός ώσπου μία μέρα το πουλάκι δεν ξανακούστηκε στο δάσος. Μάταια στήνονταν το δάσος όλο να απολαύσει το τραγούδι του, τίποτα όμως δεν ακουγόταν για μέρες. Κάποια στιγμή το είδανε στην άκρη της όχθης ακουμπισμένο να κλαίει με λυγμούς. Κανείς δεν ήξερε τι είχε συμβεί ,αλλά και σε κανένα δε μιλούσε. Παρόλα αυτά , το μικρό πουλάκι δεν έφευγε από την άκρη του ποταμού, το έβλεπαν εκεί να στέκετε ακίνητο για μέρες και νύχτες ολάκερες, σα κάτι να περιμένει. Κάτι ή μήπως κάποιον ;

Κάποια στιγμή το ποτάμι ησύχασε και ο γερο-Ποταμός που είχε μάθει , σταμάτησε ξανά κοντά του :
«Μικρέ μου φίλε, μικρέ μου κελαηδιστή, τι σου συμβαίνει;»
«Σε περίμενα γερο-Ποταμέ μέρες ,νύχτες μέχρι να έρθεις να με βοηθήσεις. Έχασα τη φωνή μου, και πια δεν μπορώ να κελαηδάω. Για αυτό σε περίμενα εδώ για μέρες και νύχτες αδιάκοπα, γιατί τόσα ταξίδια έχεις κάνει και όλο τον κόσμο έχεις δει, δεν μπορεί, θα ξέρεις να μου πεις πως θα βρω γιατρειά στο κακό που με βρήκε, πως θα κελαηδήσω σαν άλλοτε ξανά!»

Ο γερο-Ποταμός έκλεισε τα μάτια του και συλλογίστηκε πως μπορούσε να βοηθήσει το μικρό του φίλο, ήξερε ένα μέρος που τα αδύνατα δυνατά γίνονται μα εκεί ακόμη και οι πιο θαρραλέοι ιππότες και οι πιο σοφοί γέροντες δεν τα κατάφεραν, πως θα μπορούσε αυτό το μικρό κακομούτσουνο και αδύναμο πουλάκι να τα καταφέρει; Όμως, σκέφτηκε, θα το βοηθούσε γιατί η ευκαιρία έπρεπε να δοθεί, και αν δεν ήταν θαρραλέο και αν δεν ήταν σοφό, η θέλησή του και η λαχτάρα του να ξαναβρεί τη χαμένη του λαλιά ήταν τέτοια που δεν έπρεπε να αμφισβητηθεί.

Έτσι λοιπόν ο γερο-Ποταμός είπε στο πουλάκι ότι πέρα από τα θεόρατα χιονισμένα βουνά, τις τρεις λίμνες που ήταν αδερφές και τα απομεινάρια ενός βράχου που θύμιζε λόγχη βρίσκονταν ένα μαγεμένο δάσος που λέγονταν ότι όποιος τολμήσει να διαβεί το μονοπάτι του μέχρι το τέλος τα αδύνατα δυνατά γινόταν. Όμως πρέπει να είναι πολύ προσεκτικό γιατί στο δάσος αυτό παγίδες θανάσιμες κρυβόταν και όποιος στα αστεία τις προκλήσεις του θα έπαιρνε δύσκολες ώρες τον περιμέναν.

«Πρόσεχε στο διάβα σου και να ’σαι ταπεινό, βάστα την ανάγκη σου για το μεγάλο σου σκοπό»
Έτσι του ‘πε, και βούτηξε ξανά ορμητικός στο νερό ο γερο-Ποταμός να συνεχίσει το ταξίδι του.
«Έχε γεια, μικρέ μου κελαηδιστή, φώναξε μέσα από τα νερά του, καλή τύχη!»

Ο μικρός κελαηδιστής δεν άργησε να το αποφασίσει, άλλωστε χωρίς τη φωνή του και το μαγικό κελάηδισμά του ένιωθε μισός. Έπρεπε το δίχως άλλο να το προσπαθήσει. Ξεκίνησε το μακρινό του ταξίδι για τα μέρη που του πε ο γερο-Ποταμός, ανέβηκε στα άγρια και χιονισμένα βουνά, ήπιε νερό στις τρεις λίμνες που ήταν η μία δίπλα στην άλλη σαν αγαπημένες αδερφές και ξαπόστασε στο βράχο που έμοιαζε με λόγχη. Το μαγεμένο δάσος ήταν μπρος στα πόδια του και το μόνο που έμενε πια να γίνει ήταν να το διαβεί και να παλέψει για να κερδίσει και πάλι τη μαγική φωνή του.

Σαν έφτασε στα πρώτα δέντρα του δάσους ένα απόκοσμο τραγούδι έφτασε στα αυτιά του:

Σαν μπεις μέσα στο δάσος
το αδύνατο δυνατό να βρεις
θα πρέπει να προσέξεις
στον εαυτό σου να βασιστείς

τρεις φορές θα δοκιμαστείς
τη σωστή απόφαση να πάρεις
γιατί αλλιώς θα χρειαστεί
η ζωή σου να θυσιαστεί

Κοντοστάθηκε για μια στιγμή το πουλάκι, έπρεπε να σιγουρευτεί. Ήταν έτοιμο να κάνει κάτι τέτοιο, μήπως να το ξανασκεφτόταν; Δε θα μπορούσε να ζήσει και χωρίς τη φωνή του; Αφού το σκέφτηκε αρκετά αποφάσισε ότι η χαμένη του λαλιά ήταν αυτή που τον είχε κάνει αυτό που ήταν μέχρι τώρα! Ο μικρός κελαηδιστής του δάσους! Και όχι δεν μπορούσε να ζήσει χωρίς αυτή! Έπρεπε να δοκιμάσει! Έτσι πήρε μία βαθιά ανάσα και πέταξε βαθιά μέσα
στο δάσος.

Πετούσε ήδη αρκετή ώρα και είχε κουραστεί ώσπου αποφάσισε για μια στιγμή να ξαποστάσει στο κλαράκι μιας μηλιάς. Είχε περάσει ήδη πολύ ώρα από την τελευταία φορά που είχε βάλει κάτι στο στόμα του και η κοιλιά του γουργούριζε για τα καλά! Κάνει να τσιμπήσει ένα μηλαράκι που κρεμόταν στην άκρη του κλαδιού, και τι να δει! Τόση ώρα που πετούσε βιαστικό και φουριασμένο δεν πρόσεξε πόσο πανέμορφο ήταν το δάσος που μόλις είχε μπει! Ήταν το δίχως άλλο ένα δάσος με ασημένιες μηλιές! Τα δένδρα, τα κλαριά τους και τα φύλλα ακόμη ήταν από ατόφιο ασήμι, ενώ οι καρποί τους κρέμονταν βαριοί κατακόκκινοι που γυαλοκοπάγαν σαν αληθινά πετράδια. Η πείνα του ήταν πολύ μεγάλη και τα μήλα φαινόντουσαν τόσο ζουμερά και ώριμα που αποφάσισε να τσιμπήσει ένα μηλαράκι. Τη στιγμή που άνοιγε το ράμφος του όμως θυμήθηκε τα λόγια του γερο-Ποταμού. Είχε έρθει για ένα σκοπό, έπρεπε να μη λυγίσει, να δείξει εγκράτεια, και μετά αν τελικά κέρδιζε ξανά τη φωνή του, έτρωγε με περίσσεια όρεξη! Έκλεισε γρήγορα το ράμφος του και σα σαΐτα πέταξε ξανά μέσα στο δάσος, όμως ήταν κουρασμένο και δεν πρόσεξε καθώς απομακρυνόταν από το δάσος πως κατά λάθος έκοψε και έριξε κάτω από το φτερό του ένα μικρό μηλαράκι.

Σαν τελείωνε το ασημένιο δάσος, πέρασε σε μία μικρή έρημο. Άμμος απέραντη, κατακίτρινη και χρυσή σαν από ατόφιο χρυσάφι παντού, ο ήλιος να είναι ψηλά στον ουρανό και η ζέστη ήταν αφόρητη. Το πουλάκι ένιωθε ήδη εξαντλημένο και κουρασμένο . Όπως πετούσε και έψαχνε να βρει προς τα πού να πάει, άκουσε το κλαψούρισμα ενός λιονταριού. Φοβήθηκε πολύ και άρχισε να πετάει προς την αντίθετη κατεύθυνση από αυτό. Κάποια στιγμή στην άκρη αυτής της απέραντης ερήμου, όσο απίστευτο και αν του φαινόταν διέκρινε με την άκρη του ματιού του ένα κρυστάλλινο καταρράκτη. Αναθάρρεψε το πουλάκι και γρήγορα άρχισε να πετάει προς τα εκεί, ήταν τόσο κουρασμένο και διψασμένο άλλωστε, όμως εκείνη τη στιγμή άκουσε το λυπητερό κλάμα του λιονταριού και διχάστηκε ξανά. Τι να είχε συμβεί σε αυτό το τρομερό ζώο που να το κάνει να κλαίει έτσι. Η περιέργειά του αλλά πιο πολύ η συμπόνια του το έκαναν να αλλάξει γνώμη και να γυρίσει πάλι πίσω εκεί που ακουγόταν οι λυγμοί αυτού του τεράστιου θεριού. Σαν έφτασε κοντά του, του λέει:
«Λιοντάρι μου, συ που είσαι Βασιλιάς όλων των ζώων, τι σου συνέβη και κλαις έτσι, σαν τι κακό να σε βρήκε;»
«Καλό μου γλυκό πουλάκι, τι τύχη είναι αυτή που βρέθηκες εδώ εσύ, να έχει μπει ένα αγκάθι μέσα στην πατούσα μου και πονάω πάρα πολύ, αν μπορέσεις να το βγάλεις σου υπόσχομαι πως δε θα σε φάω»
Το πουλάκι, τρόμαξε με αυτά του τα λόγια, αλλά και πάλι, κρίμα το ‘βλεπε να κλαίει έτσι και να πονά ολάκερο θεριό. Πήγε φοβισμένο αλλά πολύ τολμηρά κοντά στο πόδι του και με το μικρό του ράμφος τράβηξε προσεκτικά μέσα από την πατούσα του λιονταριού ένα ολόχρυσο αγκάθι. Το λιοντάρι σαν απελευθερώθηκε από αυτό, πετάχτηκε μονομιάς όρθιο και βρυχήθηκε δυνατά.
«Σου υποσχέθηκα πως σαν μου ‘βγαζες το αγκάθι δε θα σε έτρωγα και έτσι θα κάνω, φύγε όμως γρήγορα γιατί μπορεί να αλλάξω γνώμη», είπε και έδειξε απειλητικά τα γαμψά του νύχια.

Το πουλάκι δεν περίμενε άλλο, με μιας γύρισε και με όση δύναμη του είχε πια απομείνει πέταξε μακριά από το λιοντάρι, ίσα προς τον καταρράχτη που είχε πριν βρει.

Σαν έφτασε στον καταρράκτη και ξεδίψασε και ξεκουράστηκε, κοίταξε γύρω του και είδε πως άλλος δρόμος να ακολουθήσει δεν υπήρχε μονάχα από μέσα του. Μα πάλι, θα βρέχονταν τα φτερά του, πως θα μπορούσε μετά να προχωρήσει, άσε που μπορεί και να πνίγονταν.
Ξάφνου, ακούει από μακριά ποδοβολητά και κουρνιαχτός είχε σηκωθεί, σαν από κάτι που έτρεχε με μεγάλη ταχύτητα κοντά του. Κάνει να δει λίγο καλύτερα, μόνο για να διαπιστώσει ότι το λιοντάρι ερχόταν κατά πάνω του. Δεν υπήρχε χρόνος για δεύτερη σκέψη. Έδωσε μια και πέρασε μέσα από τον καταρράκτη.

Καθώς περνούσε από μέσα του, ένιωσε απότομα τα φτερά του να βαραίνουν, σα χίλια πετράδια να του είχαν φορτωθεί. Πίστευε πως μάλλον είχε έρθει το τέλος του, και πως τελικά θα έσβηνε χωρίς να έχει πει το τελευταίο του τραγούδι. Έκλεισε τα μάτια του, τίναξε το βάρος από πάνω του και κουτρουβάλησε στο εσωτερικό μίας μικρής σπηλιάς. Σαν άνοιξε τα μάτια του απότομα και λαχανιασμένα, δεν έβλεπε τίποτα. Ξανάκλεισε λοιπόν τα μάτια του και στάθηκε στην άκρη κουρνιασμένο και κρυμμένο ίσα μέχρι να συνηθίσουν τα μάτια του το σκοτάδι. Κάτι στην άκρη του φτερού του έλαμπε αλλά αυτό που του τράβηξε απότομα την προσοχή δεν ήταν αυτό, αλλά η τεράστια μπρούτζινη άρπα που δέσποζε στο κέντρο αυτής της σπηλιάς. Κοίταξε προσεκτικά τριγύρω μήπως ήταν καμιά παγίδα, μήπως ήταν κρυμμένο κανένα θεριό , αλλά τίποτα. Στέκονταν εκεί στη μέση, ακίνητη, με μία τρύπα στην άκρη της λαβής της σα δαχτυλιδιού τρύπα που λείπει το πετράδι του, και βουβή.

Το μικρό πουλάκι, πρόσεξε τότε ότι στην άκρη του ενός φτερού του λαμποκοπούσε ένα ολόλευκο διαμάντι, θα ΄ταν μάλλον από τον καταρράχτη. Χωρίς δεύτερη σκέψη το πήρε και το έβαλε προσεχτικά στην τρύπα της λαβής της άρπας. Ταίριαζε γάντι. Μόλις το τοποθέτησε, η άρπα ζωντάνεψε, είδε τις ολόλευκες χορδές της να ζωντανεύουν και να χορεύουν πάνω στη λαβή , αλλά εξακολουθούσε να είναι βουβή. Κανένας ήχος δεν έβγαινε, καμία μουσική δεν χρωμάτιζε εκείνη τη μικρή σπηλιά. Και το πουλάκι, που τόσο καιρό είχε κουραστεί να ψάχνει τη λαλιά του, ήθελε να ακούσει και εκείνο ένα τραγούδι. Ένα τραγούδι, να παρηγορηθεί, ένα τραγούδι για να κοιμηθεί. Στο μικρό του ράμφος κρατούσε ακόμη με δύναμη το χρυσό αγκάθι, αποφάσισε να χαϊδέψει με αυτό τις λευκές παιχνιδιάρικες χορδές της άρπας. Σαν το έκανε μία πανέμορφη μουσική χρωμάτισε και φώτισε τη μουντή και σκοτεινή εκείνη σπηλιά. Το πουλάκι έπαιξε για ώρα το μελαγχολικό του τραγούδι μέχρι που αποκοιμήθηκε αποκαμωμένο.

Πέρασαν ώρες, μπορεί ακόμη και μέρες μέχρι να ξαναξυπνήσει το πουλάκι. Σαν άνοιξε τα ματάκια του, ένιωσε να βρίσκεται σε ένα μαλακό σα πούπουλο κρεβάτι που μύριζε ρόδα και γιασεμιά. Μόνο που το πουπουλένιο του κρεβάτι δεν ήταν άλλο από τα μαλακά, ρόδινα και τρυφερά χέρια μιας πανέμορφης κόρης. Τα μάτια της μπλε σαν της λίμνης , τα χείλη της κόκκινα σαν τα μήλα, και τα μαλλιά της χρυσά σαν της άμμου. Η άρπα δεν υπήρχε πια, αλλά στη θέσης της στεκόταν αυτή η κόρη, και στο λαιμό της κρέμονταν το διαμαντένιο δάκρυ που είχε η λαβή της άρπας.

«Όμορφο το τραγούδι που έπαιξες γλυκό μου πουλάκι, και ήταν αρκετό για να με μεταμορφώσεις, τώρα θα μπορέσω να γυρίσω ξανά στον τόπο μου. Τόσα χρόνια ήμουν εδώ φυλακισμένη και ξεχασμένη και κανείς δεν μπόρεσε να με ελευθερώσει. Μόνο εσύ μικρό και θαρραλέο γλυκό πουλάκι τα κατάφερες», είπε και άρχισε να κλαίει γοερά.
Το πουλάκι τη ρώτησε τι συμβαίνει τότε, γιατί είναι δυστυχισμένη, το μόνο που έπρεπε πια να κάνουνε είναι να φύγουνε αμέσως.
«Είμαι χρόνια όμως εδώ φυλακισμένη και είμαι αδύναμη και πεινασμένη για να σε βοηθήσω να φύγουμε από εδώ»
Τότε το πουλάκι σήκωσε το φτερό του και βρήκε εκείνο το πεσμένο μήλο που είχε κατά λάθος κόψει στο πρώτο δάσος και της το έδωσε.
Η κόρη το έφαγε και μονομιάς και τα τελευταία μάγια λύθηκαν.
Όλα τα δάση που πέρασε γκρεμίστηκαν, οι καταρράκτες και το λιοντάρι χάθηκαν, και ξάφνου βρεθήκαν σαν από τρόπο μαγικό πάνω στο κάστρο μιας πανέμορφης μάγισσας.
Η μάγισσα αυτή δεν ήταν άλλη από την κόρη. Ήταν τόσο αστραφτερή και δυνατή που μετά βίας μπορούσε να την κοιτάξει κατάματα.

Το πλησίασε σιγά, έσκυψε κοντά του, και του λέει τότε:

«Σαν τι ζητά αδύνατο , που δυνατό θέλει να γίνει τούτο το μικρό και κακομούτσουνο πουλάκι;»
«Καλή μου κόρη, τη λαλιά μου έχασα, το μαγικό μου τραγούδι, τούτο μόνο ζητώ, τούτο ζητά η καρδιά μου»

Και έτσι και έγινε, η κόρη έδωσε πίσω τη μαγική φωνή του μικρού μας κελαηδιστή αλλά όχι μόνο αυτό, παρά ασήμωσε το φτέρωμα που πέταξε μακριά από την πείνα του και χρύσωσε το ράμφος που συμπόνεσε. Και έδωσε μια στον ουρανό, πανέμορφο και ολόλαμπρο και κελάηδησε σαν άλλοτε, και ευχαριστήθηκε η ψυχή του και η πλάση ολάκερη, και έμεινε μαζί με την κόρη μέχρι το τέλος.

Από τότε, ιστορίες πολλές λέγονται για το μικρό μας κελαηδιστή, άλλες είναι αληθινές άλλες μπορεί και όχι. Ούτε και γω, αλήθεια, την ξέρω για να σας την πω, δεν ήμουν εκεί δα, δεν είδα, αν και μερικές φορές τα πιο αληθινά πράγματα δεν είναι αυτά που είδαμε, αλλά μόνο πιστέψαμε χωρίς να δούμε!

Mi Ni Mo Kids Ρούχα για μικρές Νεράιδες!