Ο μικρός πρίγκιπας της ιστορίας μας ακούει PLACEBO. Είναι η επιτομή όλων των στίχων του Brian Molko, θα μπορούσε να είναι και ο ίδιος ο Molko. Στο πιο διάφανο, στο πιο εύθραυστο, στο πιο όμορφο, στο πολύ πιο όμορφο. Ένας μικρός πρίγκιπας στο 2ο μισό της 3ης δεκαετίας της ζωής του, έχει σκάψει ήδη δρόμους στα 26-27 χρόνια της δραματικής του ύπαρξης. Πολλά αυλάκια, πολλές χαρακιές.

Ο πρίγκιπας μας λατρεύει ένα τριαντάφυλλο που δεν μπορεί να έχει, ένα τριαντάφυλλο που αγάπησε (λέει) μα άφησε πίσω, ένα σνομπ τριαντάφυλλο, αριστοκρατικό και δυσπρόσιτο, πολύ βολικά ριζωμένο σε άλλο πλανήτη. Μια αγάπη χαμένη, προδομένη, μια πληγή του μικρού μας πρίγκιπα που αιμορραγεί ανοιχτά. “Αυτός είμαι” λέει και επιδεικνύει σε κάθε ευκαιρία τα σημάδια του και σκαλίζει το δέρμα για να βγάλει κι άλλο αίμα, να σοκάρει κάθε φορά τους θεατές της πριβέ του αυτής παράστασης. (Πότε σταματάει μία παράσταση να είναι ιδιωτική; Ένα μυστικό σταματάει να είναι κοινό όταν το μοιράζονται μερικές χιλιάδες κόσμου;)

Αλεπούδες. Δεκάδες. Μοναδικά ίδιες, ξεχωριστά απαράλλαχτες, όλες.
Άγριες, ατίθασες, ανεξημέρωτες, όλες ανένταχτες και μόνες. Μοναδικές και μοναχικές από επιλογή, ίσως και από πρόσταγμα της φύσης. Βρέθηκαν στο δρόμο του μικρού πρίγκιπα ή ίσως επιδίωξε εκείνος να βρεθεί στο δικό τους δρόμο και να απαιτήσει το βλέμμα τους με την ομορφιά του, με την παιδικότητα του, με το θόρυβο που έκαναν οι σταγόνες από το αίμα του που έπεφταν στη γη. Είχαν συνηθίσει οι αλεπουδίτσες στο χώμα, στις πέτρες, στη βροχή, μα σε αίμα δεν είχαν ξαναβουτηχτεί τα ποδαράκια τους, άλλο εκτός από το δικό τους. Που δεν ήταν αίμα μιας ιδεατής ροζ αιθέριας αγάπης, μα αίμα επιβίωσης και πάλης με άγρια θηρία.

Έτσι εξατατούσε κάθε αλεπού, ο πρίγκιπας. Δεν τους πουλούσε παραμύθι δείχνοντας τα δυνατά σημεία του, μα αφήνοντας τις αδυναμίες του εκτεθειμένες. “Δεν είμαι διαθέσιμος, φύγε μακριά μου” ψιθύριζεκάθε φορά, ενώ τα μαλλιά του, τα δάχτυλα του, οι ώμοι του απαιτούσαν “αγάπησε με”. Και κάθε αλεπού, συνηθισμένη να παλεύει με σκυλιά και λύκους, αφέθηκε στην επιθυμία της που εξ αρχής της ύπαρξης της φώναζε: ΕΞΗΜΕΡΩΣΕ ΜΕ. Και γονάτιζε στον μικρό πρίγκιπα. “Θα πονέσεις” προσποιόταν ενδιαφέρον εκείνος, χαρακώνοντας σπιθαμή προς σπιθαμή το κορμί κάθε αλεπουδίτσας, “εσύ μου το ζήτησες” αποποιούμενος όλες τις ευθύνες.

Κι όταν το άγριο ζώο κατέληγε πειθήνιο όργανο, όταν είχε πλέον απωλέσει κάθε χαρακτηριστικό της ράτσας του και είχε μεταμορφωθεί σε αυλικό, ο μικρός πρίγκιπας ανακοίνωνε την αναχώρηση του, επικαλούμενος πίστη στο μακρινό, ουσιαστικά ανύπαρκτο τριαντάφυλλο του παρελθόντος, που συχνά καμωνόταν πως του όριζε το παρόν και το μέλλον του.

2 βήματα πιο κάτω, έχοντας προσθέσει άλλη μια ουρά αλεπουδίτσας στο μπρελόκ του, ο μικρός πρίγκιπας αιχμαλώτιζε πάλι στρατούς, με μόνο όπλο την σιχαμένη αθωότητα του και την υπερβατική ομορφιά του, κρύβοντας επιμελώς το αιμοδιψές μυαλό και τις βαμπίρινες προθέσεις του.

Κι ήρθε η ώρα, 26 – 27 χρόνια μετά, που ο μικρός πρίγκιπας βαρέθηκε. Δεν κουράστηκε, ψέμματα λέει το βιβλίο. Βαρέθηκε απλά.

Επέλεξε μια ερημική τοποθεσία, έχοντας ενημερώσει ασφαλώς όλους τους θιασώτες και σε μία ιδιωτική προβολή μερικών χιλιάδων θεατών που είχαν την ψευδαίσθηση πως για τα μάτια τους μόνο έπαιζε κι αυτή τη φορά παράσταση, αφέθηκε να τον δαγκώσει ένα καλά δασκαλεμένο φίδι. Ένα φίδι εκπαιδευμένο από τον ίδιο, που εξετέλεσε κατά γράμμα τις οδηγίες που του είχαν δωθεί.

Το κοινό αποχαιρέτησε τον μικρό πρίγκιπα με σπαραγμό, ικανοποιημένο για την κατάληξη της ιστορίας, έτσι οφείλει να τελειώνει κάθε παραμύθι που σέβεται τον εαυτό του. Με happy end. Ο πρίγκιπας επέστρεψε στο τριαντάφυλλο του αφού άλλαξε τον κόσμο με την δύναμη της αθωότητας και της αλήθειας του.

Ας είναι ελαφρύ το χώμα που σκεπάζει την υποκρισία του.

Κι εσύ μικρέ μου αφηγητή, που υπογράφεις αυτήν εδώ την αλλόκοτη ιστορία, μη νομίζεις πως μας ξεγελάς. Το αεροπλάνο σου δεν έτυχε να πέσει στην έρημο του μικρού πρίγκιπα, εσύ το έριξες. Δεν κατέγραψες τυχαία το χρονικό της παραμονής του ήρωα σου στον πλανήτη, εσύ το επέλεξες. Είθε κι εσύ κάποτε να αμοιφθείς για το άξιο πόνημα σου.

 

D’EX

Before our innocence was lost
You were always one of those blessed with lucky sevens,
And the voice that made me cry.
You were Mother Nature’s son.
Someone to whom I could relate.
My oh my