Άνοιξε την πόρτα και μπήκαμε στο διαμέρισμά μου. Εγώ γελούσα, εκείνος ήταν πιο σοβαρός. Ο Μπίλης, ο καλύτερος μου φίλος. Έκλεισε απαλά την πόρτα πίσω του και άναψε το φως.
«Έι», διαμαρτυρήθηκα, καλύπτοντας τα μάτια μου, και γέλασα ξανά. «Γιατί το έκανες αυτό, Μπίλη;»
«Πώς θα σε πάω στο δωμάτιό σου αν δεν βλέπω, Όμορφη;»
Όμορφη. Πάντα έτσι με αποκαλούσε. Μερικές φορές, πρόσθετε και το όνομά μου, αυτό με το οποίο ήθελα να με φωνάζουν όλοι, με έλεγε «Όμορφη Κέλυ». Τα άλλα αγόρια, και πολλά κορίτσια, είχαν άλλα παρατσούκλια για μένα, τελείως αντίθετα από το Όμορφη. Προτιμώ να μην τα θυμάμαι, όμως.
Εγώ χασκογέλασα ξανά. Είχε περάσει το δεξί μου χέρι στους ώμους του. Όπως κάθε βράδυ που μεθούσα με τις φίλες μου από τη δουλειά και δεν μπορούσα να οδηγήσω, ο Μπίλης είχε σπεύσει με την πρώτη αναπάντητη που του έκανα. Άλλες φορές, του έστελνα ασυνάρτητα μηνύματα –τι να περιμένει κανείς από ένα μεθυσμένο άτομο στις τέσσερις τα ξημερώματα; Ο Μπίλης πάντα ερχόταν.
«Έλα, από δω», μου είπε και με έσυρε προς το δωμάτιο. «Μια χαρά τα πάμε. Ήπιαμε λίγο παραπάνω, δεν πειράζει. Θα ξεμεθύσουμε».
Εδώ γέλασα δυνατά. Λίγο παραπάνω. Όχι μεθύσαμε, όχι κατεβάσαμε όλο το Βόσπορο. Ήπιαμε λίγο παραπάνω. Εμείς, όχι εγώ. Αιώνιος Μπίλης.
«Μπίλη;»
«Ναι, Όμορφη».
«Γιατί έρχεσαι συνέχεια;»
Με κοίταξε; Δεν ήμουν σίγουρη. Τα μάτια μου ήταν θολά.
«Πρέπει να κοιμηθείς, Όμορφη. Χρειάζεσαι ξεκούραση».
Ξαναγέλασα. «Περίεργο. Εσύ πάντα απαντάς. Αλλά Θα έλεγα πως δεν απάντησες στην ερώτηση…»
«Ναι, ναι, έχω τους ψυχαναγκασμούς μου κι εγώ, τι να κάνουμε».
«Έι», τον σταμάτησα –όσο μπορούσα, αλλά ήταν αρκετό. Τον χτύπησα απαλά με το δάχτυλό μου στο στήθος του. «Δεν μ’ άφησες να τελειώσω αυτό… αυτό που έλεγα».
«Συγνώμη. Συνέχισε».
«Εσύ πάντα απαντάς στις ερωτήσεις μου. Οπότε γιατί… γιατί;…» Να πάρει, τι είχα ρωτήσει; «Γιατί απαντάς πάντα στις ερωτήσεις μου;»
«Επειδή με ρωτάς».
«Και όταν σε ρωτάνε άλλοι; Δεν απαντάς πάντα».
Δεν μίλησε για λίγο. Το κεφάλι μου γυρνούσε. Ήμουν πολύ κουρασμένη, είχε δίκιο. Έπρεπε να ξαπλώσω.
«Έλα, Όμορφη».
Τελικά φτάσαμε στο κρεβάτι. Με βοήθησε να ξαπλώσω, αφού έβγαλα το μπουφάν μου. Πήγα να βάλω τα πόδια μου στο κρεβάτι, αλλά με σταμάτησε. Έβγαλε τα παπούτσια μου και μετά με άφησε να βάλω τα πόδια μου κάτω από τα παπλώματα. Όχι ότι χρειαζόταν, το διαμέρισμα ήταν ζεστό. Σίγουρα είχε περάσει νωρίτερα από δω, πριν έρθει να με πάρει από το κλαμπ.
Τον κοίταξα καθώς δίπλωνε το μπουφάν και το τοποθετούσε στην κρεμάστρα. Ασυναίσθητα μου ήρθε στο μυαλό κάτι που είχε πει μια παλιά μου συνάδελφος, η Μίκα. Με είχε ρωτήσει, «Δεν θα έρθει το σκυλάκι σου να σε παραλάβει;» Χρειάστηκα λίγες στιγμές πριν καταλάβω ότι αναφερόταν στον Μπίλη. Μαλλιοτραβηχτήκαμε για τα καλά εκείνο το βράδυ. Μετά, πάλι όντας μεθυσμένη, ρώτησα τον Μπίλη αν πιστεύει πως είναι το σκυλάκι μου. «Να πεις στην Μίκα πως πρέπει να προσέχει τι λέει», μου είπε. «Πώς ξέρεις ότι το είπε η Μίκα;» τον ρώτησα. «Μόνο εκείνη ξέρει πώς να προσβάλλει κάποιον όταν όλοι οι άλλοι διασκεδάζουν». Ήξερε τους πάντες στο γραφείο όπου δούλευα. Του είχα μιλήσει άπειρες φορές γι’ αυτούς. Είχε συναντήσει και μερικούς, όταν εγώ το παράκανα και έπρεπε κάποιος να με φέρει σπίτι.
Τώρα ο Μπίλης έφυγε για ένα λεπτό. Όταν επέστρεψε κρατούσε ένα ποτήρι και ένα κουτί με ντεπόν και κάτι άλλο, μάλλον πετσέτα ή κάτι τέτοιο. Άφησε τα φάρμακα και το ποτήρι στο κομοδίνο δίπλα από το κρεβάτι και έπειτα άρχισε να σκουπίζει το πρόσωπό μου με αργές και σίγουρες κινήσεις.
«Ορίστε», είπε όταν τέλειωσε. «Όμορφη όπως πάντα». Σηκώθηκε και πήγε μέχρι το μπάνιο.
Εγώ έριξα το κεφάλι στο μαξιλάρι και έκλεισα τα μάτια μου. Τον άκουσα που επέστρεψε και πήγε στο παράθυρο του δωματίου. Οι κουρτίνες ήταν κλειστές, αλλά όχι και τα παντζούρια. Έμενα στον πέμπτο όροφο της πολυκατοικίας και ζούσα σε μια σχετικά ήσυχη γειτονιά. Δεν είχαμε προβλήματα με διαρρήκτες. Συν ότι άρεσε στον Μπίλη να στέκεται εκεί και να κοιτάζει έξω, στο μισοφώτεινο δρομάκι, ενώ εγώ ετοιμαζόμουν να αποκοιμηθώ. Ήταν ονειροπόλος, κάπως μελαγχολικός ώρες-ώρες. Δεν με ενοχλούσε. Ήταν φίλος μου, ο καλύτερος που είχα. Όλοι οι άλλοι είχαν φύγει. Αυτός έμεινε. Ο Μπίλης έμεινε μαζί μου. Πάντα έμενε.
«Μπίλη», είπα.
«Ναι, Όμορφη».
«Σε ευχαριστώ που ήρθες να με πάρεις από το κλαμπ».
Χαμογέλασε. Ήταν ψηλός με μακρύ μαύρο μαλλί που το έπιανε σε κοτσίδα. «Το ξέρεις ότι πάντα θα έρχομαι», είπε.
«Ναι, Μπίλη», ψέλλισα. «Το ξέρω. Αλλά σε ευχαριστώ».
Αποκοιμήθηκα.
Το επόμενο πρωί ξύπνησα ως συνήθως. Με πονοκέφαλο. Ανασηκώθηκα στο ζεστό μου διαμέρισμα. Πήρα από το κομοδίνο ένα χάπι και το ήπια με το νερό. Θα αργούσε να επιδράσει, το ήξερα καλά.
Γύρισα προς το παράθυρο. Έσμιξα τα φρύδια μου. Ο Μπίλης δεν ήταν εκεί.
Έκλεισα τα μάτια. Τα άνοιξα και κοίταξα τη φωτογραφία στο κομοδίνο μου. Το πρώτο μου παιδικό πάρτι –πριν αρχίσουν όλοι και όλες να με βρίζουν. Να με εγώ με τα άλλα κορίτσια και τον Μπίλη, ένα χαρούμενο αγόρι που με είχε αγκαλιάσει.
Είχαμε τόσες πολλές φωτογραφίες μαζί με τον Μπίλη, αλλά είχα προτιμήσει αυτή να έχω στο προσκεφάλι μου. Μετά την κηδεία του, ήθελα να τον βλέπω καθημερινά σε εκείνη τη φάση, τότε που ήμασταν παιδιά. Τότε που γνωριστήκαμε και έγινε ο καλύτερός μου φίλος. Ακόμα και όταν, καιρό μετά, τον χτύπησαν άσχημα ενώ προσπαθούσε να με υπερασπιστεί κι εγώ είχα παγώσει στη θέση μου και έκλαιγα, εκείνος τελικά παρέμεινε φίλος μου.

Έκλαψα. Ο Μπίλης είχε πεθάνει. Πριν τρεις μήνες, ένα βράδυ Νοεμβρίου, καθώς επιστρέφαμε. Είχε έρθει να με πάρει από το κλαμπ και γυρνούσαμε στο διαμέρισμα όταν ένα φορτηγό ήρθε στο ρεύμα μας και μας χτύπησε. Δεν θυμάμαι πολλά από κείνο το βράδυ, όμως θυμάμαι όλα όσα ήρθαν από την επόμενη μέρα και έπειτα. Πόνος, κλάματα, δυστυχία. Οι γονείς του Μπίλη δεν ήθελαν να με ξαναδούν μπροστά τους. Δεν τους αδικούσα.
Κάλυψα το πρόσωπό μου και έγειρα στο μαξιλάρι και έκλαψα. Ο Μπίλης ήταν νεκρός και έφταιγα εγώ. Αν δεν έκανα όλες αυτές τις τρέλες, θα ήταν ζωντανός. Εδώ μαζί μου.
Όσο για το τι είχε συμβεί την προηγούμενη νύχτα ήταν πασιφανές. Ήρθα με ταξί μέχρι την πολυκατοικία και μετά ανέβηκα ως το διαμέρισμα μόνη μου και ύστερα έκανα όλη τη γνωστή διαδικασία μόνη μου. Είχα φροντίσει, μάλιστα, από νωρίτερα για τη θέρμανση, όπως όταν κάποτε ερχόταν ο Μπίλης για να βρω εγώ το διαμέρισμα ζεστό.
Ο Μπίλης ήταν νεκρός. Αλλά με συνόδευε κάθε βράδυ στο σπίτι και με φρόντιζε. Άρα… άρα ήταν ζωντανός. Για μένα, ήταν ζωντανός. Το ξέρεις ότι πάντα θα έρχομαι. Δεν είχε πει ψέματα. Ποτέ δεν μου έλεγε ψέματα.
Μια φορά -μεθυσμένη, φυσικά-, τον είχα ρωτήσει αν με αγαπάει. Ερωτικά, εννοούσα, αλλά δεν το ξεκαθάρισα. Δεν ήμουν σίγουρη τι είχε απαντήσει, γιατί με πήρε ο ύπνος, αλλά μου φάνηκε πως είπε κάτι σαν «Πάντα θα σε αγαπώ, Όμορφη». Δεν το άκουσα στα σίγουρα.
Αλλά αυτό θα είπε. Ήταν ο καλύτερός μου φίλος, άλλωστε.
Συνέχισα να κλαίω. Είχαμε χάσει την ευκαιρία μας. Σίγουρα και οι δύο θέλαμε κάτι παραπάνω ο ένας από τον άλλο. Όμως, δεν προχωρήσαμε. Και τώρα η ευκαιρία χάθηκε για πάντα.
Δεν είσαι μόνη, Όμορφη.
Τον κοίταξα. Στεκόταν εκεί, στο παράθυρο. Ο Μπίλης ζούσε μόνο στη φαντασία μου, το ήξερα. Θα με αποκαλούσαν τρελή οι άλλοι, αν τους το έλεγα.
Όμως, δεν με ενδιαφέρει.
Γιατί δεν είμαι μόνη. Έχω τον καλύτερό μου φίλο.
Πάντα θα έρχομαι, Όμορφη, μου είπε από το πόστο του. Πάντα θα είμαι εδώ για σένα.