Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένα παιδάκι που το έλεγαν Τζίμπο. Ο Τζίμπο ήταν πολύ καλό παιδί. Και τους γονείς του άκουγε και τη δασκάλα του και καλός φίλος ήταν και έπαιζε όμορφα. Έτρωγε όλα τα καλά φαγητά που του μαγείρευε η μανούλα του και αγαπούσε τη ζωγραφική.

Ο Τζίμπο, είχε ένα μυστικό.
Ένα μεγάλο μυστικό.

Είχε ένα φίλο απίστευτο από έναν άλλο πλανήτη.Τον φίλο του τον έλεγαν Νάνη Καληνυχτίδη. Ο Νάνης, ήταν εξωγήινος από τον πλανήτη Χασμουρόν, στον γαλαξία Γλαρόκ, δίπλα στον δικό μας γαλαξία. Στον πλανήτη Χασμουρόν, έχουν πάντα νύχτα, 5 φεγγάρια και ο ουρανός είναι πάντα μωβ σκούρο και μωβ ανοιχτός αν έχει ξαστεριά. Όλοι οι Χασμουριανοί φοράνε πυζαμάκια και νυχτικάκια, χνουδωτά απαλά καλτσάκια, σκουφάκια με φουντάκια και παντοφλάκια με ζωάκια. Οι Χασμουριανοί όμως, δεν κοιμούνται ποτέ και βαριούνται απίστευτα…

Ακούνε νανουρίσματα όλη μέρα και πίνουνε τσαγάκια αλλά τα μάτια τους δεν κλείνουν. Επειδή βαριούνται πολύ, παίρνουν τα διαστημόπλοιά τους και επισκέπτονται τη γη να κάνουν καινούριους φίλους και τους υπόλοιπους πλανήτες για να βρουν πετρούλες για τις συλλογές τους. Έτσι γνώρισε μια μέρα και ο Τζίμπο τον Νάνη. Ο Νάνης παρκάρησε το διαστημόπλοιό του, στη βεράντα του Τζίμπο και του χτύπησε το τζάμι. Έγιναν φίλοι από την πρώτη στιγμή. Ο Νάνης ήταν ενθουσιασμένος την 1η μέρα. Πόσα πολλά πράγματα είδε στη γη!

Παιχνίδια!
Παιχνίδια!
Ήλιο!
Τόσα χρώματα!
Τόσες μελωδίες!
Χορούς και χαχανητά!
Φωνούλες και ζουζουνίσματα!

Και πέρασε όλη τη μέρα με τον καινούριο του φίλο τον Τζίμπο, μα κάποτε, ήρθε κι η νύχτα και ο Νάνης θυμήθηκε τον πλανήτη του. Άρχισε να μουρμουρίζει ένα νανουρισματάκι που του είχαν μάθει στο Χασμουριανό σχολείο και ωωωπ… έκανε τον Τζίμπο να κοιμηθεί αμέσως!

Κάθε μέρα γινόταν αυτό. Ωσπου ο Τζίμπο το σκέφτηκε και του είπε ένα πρωινό:
– Άκου να δεις Νάνη. Δε θέλω άλλο να είμαστε φίλοι. Με κάνεις να νυστάζω και να κοιμάμαι και δε μου αρέσει αυτό. Δεν θέλω άλλο να κοιμάμαι! Όταν κοιμάμαι χάνω πολύτιμες ώρες από παιχνίδια. Χάνω cartoons. Χάνω ώρες που θα μπορούσα να κάνω κατασκευές, πειράματα, εφευρέσεις, ζωγραφικές και κωλοτούμπες! Αν δεν κοιμόμουν θα μπορούσα να κάνω πιο πολλα πράγματα! Δεν μου φτάνει η μέρα! Κι εσύ… μου την κόβεις στη μέση! Θέλω να φύγεις!

Ο Νάνης, έσκυψε το κεφαλάκι του το μαξιλαρένιο και δεν είπε ούτε μια λέξη. Μοναχά 2 τεράστια δάκρυα κύλησαν στα μαγουλάκια του. Δύο δάκρυα που μύριζαν χαμομήλι.

“Αντίο φίλε”, είπε στο Τζίμπο και βγήκε στη βεράντα. Πήρε το διαστημοπλοιάκι του και έφυγε.

Ο Τζίμπο ήταν ευχαριστημένος.
“Γουάουυυυ! Δεν θα ξανακοιμηθώ ΠΟΤΕΕΕΕΕΕΕ” φώναξε και ετοιμάστηκε να πάει στο σχολείο.

Όταν γύρισε στο σπίτι το μεσημέρι, έφαγε το φαγητό του, είπε στη μαμά του τι έμαθε στο σχολείο σήμερα και πήγε να παίξει. Ξαφνικά τον έπιασε μια στεναχώρια κι ένας θυμός. Το τουβλάκι του το πράσινο δεν έμπαινε εκεί που ήθελε για να φτιάξει το αερόπλοιό του. Το πέταξε με δύναμη κάτω και άρχισε να φωνάζει.
– Μήπως νυστάζεις αγάπη μου; ρώτησε η μαμά
– ΌΧΙ δε νυστάζω! Είπε ο Τζίμπο ενοχλημένος.

Συνέχισε να παίζει αλλά δεν ένιωθε χαρούμενος κι έτσι αποφάσισε να ζωγραφίσει. Η μπλε μπογιά του όμως, είχε χαλάσει…
– Αααααααααααααααα ΑΜΑΝ ΠΙΑ!!!!!!
– Τι έπαθες αγόρι μου;
ρώτησε η μαμά
– Δεν ζωγραφίζει η μπογιά μου η μπλεεεεεεεεεεεε ! Είπε θυμωμένα ο Τζίμπο.
– Πάρε άλλη μπογιά, μάτια μου!
– Και πώς θα ζωγραφίσω τον ουρανό, άμα δεν έχω μπλε γαλάζιο;
– Κάνε τον μπλε σκούρο!

– Δεν θέλω! Το μπλε σκούρο είναι για τη νύχταααααααααααα….φώναξε ο Τζίμπο κι άρχισε να πετάει τις μπογιές του.

Η μαμά του στεναχωρέθηκε πολύ. Μόλις χθες είχε καθήσει και του έφτιαχνε τις μπογιές του 2 ώρες!
– Μήπως θες να κοιμηθείς αγόρι μου;
– ΌΧΙΙΙΙ ΔΕΝ ΘΑ ΞΑΝΑΚΟΙΜΗΘΩ ΠΟΤΕ! ΠΟΤΕ ! ΠΟΤΕ !ΠΟΤΕ ΤΩΝ ΠΟΤΩΝ! ΠΟΤΕ ΤΩΝ ΦΑΓΗΤΩΝ! ΠΟΤΕ ΤΩΝ ΙΠΠΟΤΏΝ!!
φώναξε ο Τζίμπο.

Η μαμά κάθησε δίπλα του και τον πήρε αγκαλιά.
– Γιατί δεν θα ξανακοιμηθείς;
– Γιατί ο ύπνος είναι μία μεγάλη άχρηστη εφεύρεση!
– Γιατί;
– Γιατί δε μου αρέσει να κοιμάμαι.
– Μα δεν είναι καθόλου άχρηστος ο ύπνος! Αντιθέτως, είναι πάρα πάρα πολύ χρήσιμος!
– Πού είναι χρήσιμος;
– Είναι χρήσιμος γιατί την ώρα που κοιμάσαι, ψηλώνεις!

Ο Τζίμπο το σκέφτηκε λιγάκι. Θα του άρεσε φυσικά να ψηλώσει. Δεν ήταν και πολύ ωραίο να βάζει τα σκαλάκια και σκαμπώ για να φτάσει στα ψηλά ντουλάπια! Θα ήθελε να είναι ψηλότερος, να μπορεί να δει από το ματάκι της πόρτας ποιός χτυπάει το κουδούνι. Κι αν ήταν ψηλότερος θα βοηθούσε τα μικρά παιδιά να πιάσουν την μπάλα τους που πιάνεται ΟΛΗ την ώρα στα κλαδιά του δέντρου.

– Αν δεν κοιμηθείς ποτέ, δεν θα ψηλώσεις άλλο! Και πώς θα παίξεις μπάσκετ που σου αρέσει τόσο πολύ;;;
είπε η μαμά.
Ο Τζίμπο όμως, ειχε πάρει την απόφασή του.
– Δεν μου αλλάζεις γνώμη, μαμά! Θα μείνω μικρούλης! Θα είμαι πάντα γλυκούλης κι όλοι θα μου λένε τι γλυκό μικράκι που είσαι εσύ;;; Και θα μου κάνουν «πατ πατ» στο κεφαλάκι και θα με κουβαλάνε όλοι στους ώμους τους. Μια χαρά θα είμαι κι έτσι. Και δε με νοιάζει το μπάσκετ. Θα παίζω καράτε. Χμ! Είπε και δίπλωσε μουτρούδικα τα χερια του στο στήθος.
Η μαμά σήκωσε τους ώμους της και το στόμα της έγινε μια ίσια γραμμή σαν χαμόγελο, αλλά όχι…
– Εντάξει μικρό μου! Ό,τι θέλεις! Είπε και πήγε να φτιάξει το αγαπημένο φαγητό του Τζίμπο. Φακές!

Ο Τζίμπο, πήγε το απόγευμα στο μάθημα καράτε.
Όταν τον έφερνε στο σπίτι ο μπαμπάς του, παραλίγο να κοιμηθεί στο αυτοκίνητο.
«ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΟ! Όχι, δεν θα κοιμηθώ!» είπε και ήπιε πολύ κρύο κρύο χυμό για να ξυπνήσει. Στο σπίτι, κάθησαν όλοι να φάνε. Μόλις έφαγαν, ο Τζίμπο ζήτησε από τη μαμά να δει στην τηλεόραση τα αγαπημένα του καρτούνς.
Τα μάτια του όμως, τον έτσουζαν και άρχισε να τα τρίβει.
– Νυστάζεις, Τζιμπολίνο μου; ρώτησε ο μπαμπάς του
– ΌΟΟΟΧΙ δεν νυστάζω τώρα και δεν θα νυστάξω ποτέ! Φώναξε ο Τζίμπο.
– Εντάξει αγόρι μου! Είπε ο μπαμπάς του και συνέχισε τη δουλειά που έκανε στον υπολογιστή του.

Ο Τζίμπο άκουγε το “κλίκιτι κλικ” που έκανε το ποντίκι του υπολογιστή. Τα “τσίκιτι τσικ” που έκαναν τα κουμπάκια από το πληκτρολόγιο και χασμουρήθηκε. Του ήρθανε κλάμματα. Αφού έδιωξε τον Νάνη Καληνυχτίδη, γιατί νυστάζει πάλι; Ωχουουουουυου!

Ο μπαμπάς του ήρθε τότε δίπλα του και κάθησε στον καναπέ.
– Γιατί δεν θέλεις να κοιμηθείς, Τζιμπόριον;
– Γιατί δε θέλω.
– Κάποια στιγμή θα κοιμηθείς θες δε θες, όμως.
– Όχι, δε θα κοιμηθώ. Το έχω αποφασίσει!
– Ααα! Πήρες τέτοια κακή απόφαση;
– Δεν είμαι κακός!
– Δεν είπα ότι είσαι κακός, αγόρι μου, είπα ότι πήρες κακή απόφαση! Θα κάνεις κακό στον εαυτό σου αν δεν κοιμηθείς ποτέ.
– Τι κακό; Που δεν θα ψηλώσω ποτέ; Δε πειράζει. Θα μείνω για πάντα γλυκούλης σα μικρό κουταβάκι.
– Ναι αλλά το ξέρεις πως όταν κοιμάσαι, το μυαλό σου κάνει τις πιο σημαντικές δουλειές;
– Τι δουλειές;
– Παίρνει ό,τι έμαθες όλη τη μέρα και τα ξαναθυμάται. Βάζει τα σημαντικά πράγματα σε φάκελους και κουτάκια και τα τακτοποιεί. Έτσι γίνεσαι πιο έξυπνος κάθε φορά που κοιμάσαι.
– Δε θέλω να γίνω πιο έξυπνος! Είμαι ήδη πολύ έξυπνος και το λένε όλοι! Εγώ θα εφεύρω το “πουρούνι” – το πιρούνι, που δεν έχει ίσια δοντάκια αλλά στριφτά σαν ουρίτσες γουρουνιού, για να κάνουν οι μαμάδες τα μαλλιά τους μπουκλίτσες! Δεν γίνομαι πιο έξυπνος! Είμαι στο τέρμα της εξυπνάδας, σου λέω!
– Είσαι σίγουρος;
– ΝΑΙ. Παω να παίξω παζλ
, είπε ο τζίμπο και έφυγε από τον καναπέ.

Εκεί που έπαιζε όμως, κατάλαβε ότι δεν βλέπει καλά τα κομματάκια του παζλ. Δεν εμπαινε το κομματάκι που ήθελε στη θέση του. Γκκνννννννν… Ο Τζίμπο θύμωσε και πήγε να βάλει τα κλάμματα αλλά χασμουρήθηκε και τον πήρε ο ύπνος.

Δεν μπορούσε να το πιστέψει το επόμενο πρωί.

Κάθησε στο διάλλειμα, δίπλα στον καλύτερό του φίλο, τον Τζάκο. Του είπε τα πάντα για τον Νάνη και τότε ο Τζάκο του είπε σιγανά:
– Κι εγώ είχα φίλο τον Νάνη και τον έδιωξα. Αλλά τελικά, δεν φταίει ο Νάνης που νυστάζουμε! Ο καλός μου ο θείος ο Λεκρίτ, μου είπε τα πάντα για τον ύπνο. Το ξέρεις ότι είμαστε σαν τα κινητά τηλέφωνα; Κάθε μέρα, κάνουμε διάφορα πράγματα, δουλειές, γράψιμο, παιχνίδια, ζωγραφική,μιλάμε, τραγουδάμε αλλά κάποια στιγμή μας τελειώνει η μπαταρία και θέλουμε φόρτιση!
– Φόρτιση;
– Ναι.. ναι! Αδειάζει η μπαταρία μας και πρέπει να φορτιστούμε! Καταπληκτικό! Κι επειδή δεν γίνεται να μας βάλουν στην πρίζα γιατί θα πάθουμε ζημιά, μας πιάνει η νύστα. Τότε, στον ύπνο, γεμίζει η μπαταρία μας και το πρωί που έρχεται η καινούρια μέρα, έχουμε μια γεμάτη μπαταρία για να κάνουμε τα πάντα και ό,τι θέλουμε!

Ο Τζίμπο έξυσε το κεφαλάκι του σκεπτικός.
– Και το φαγητό; Δεν είναι κι αυτό γέμισμα της μπαταρίας; Αφού μας δίνει ενέργεια!
– Ναι! Το φαγητό και ο ύπνος είναι τα γεμίσματά μας. Έχουμε 2 μπαταρίες. Η μια γεμίζει με το φαγητό και η άλλη με τον ύπνο. Δεν μας κοιμίζουν οι Χασμουριανοί. Οι Χασμουριανοί απλά μας βοηθάνε να κοιμηθούμε πιο εύκολα και πιο γλυκά.

– Ντρέπομαι που έδιωξα τον Νάνη, είπε ο Τζίμπο ντροπαλά.
“Εδώ είμαι!” Είπε ο Νάνης και εμφανίστηκε μπροστά τους!
Και τότε και ο Τζίμπο και ο Τζάκο με μια φωνή του είπαν:
“Όχι τώρα βρε Νάνη! Τώρα έχουμε σχολείο! Φύγε και ξαναέλα το βράδυ!” Και γέλασαν όλοι μαζί.

Τα βράδυα ο Νάνης πηγαίνει στα παιδάκια που δυσκολεύονται να κοιμηθούν και τα βοηθάει. Κι αν δεν προλαβαίνει, γιατί είναι πάρα πολλά τα παιδάκια όλου του κόσμου και δεν είναι και κανένας Άη Βασίλης να πηγαίνει παντού σε ένα βράδυ, φέρνει ειδικά όμορφα Νανάκια, κουκλάκια που τα φτιάχνουν στον πλανήτη Χασμουρόν και τα βάζει κρυφά στα ράφια των παιχνιδάδικων για να τα αγοράζουν τα παιδάκια και όταν τα αγκαλιάζουν το βραδάκι να τα παίρνει πιο γλυκά ο ύπνοοοοοοοος. <3