Ρούχα σκισμένα, ξεβαμμένα. Χρώματα μουντά, κουμπιά σπασμένα, δέρμα θαμπό και κουρασμένο. Σαν να πέρασαν από πάνω του αιώνες ζωής, αλλά ήταν μόλις 35… Κι ένας καθρέφτης. Αυτός που στέκεται και αντικρίζει ένα είδωλο που πια δεν αναγνωρίζει…

Δεν ήταν πάντοτε έτσι, κάποτε αυτός ο παλιάτσος φορούσε ρούχα καθαρά, όχι τρύπια και ταλαιπωρημένα. Χρώματα έντονα, ζωντανά σαν να σου μιλούσαν, μάτια λαμπερά σαν διαμάντι, χείλη σαν να είχε σκάσει βόμβα κερασιού πάνω τους, που σε προϊδέαζαν για τον καλό τον λόγο, χέρια ευγενικά και μακριά, κορμί λεπτό και ευθυτενές, ένας σωστός κύριος.

Οικογένεια δεν είχε. Οι γονείς του πέθαναν λίγα χρόνια πριν με έξι μήνες διαφορά ο ένας απ’τον άλλον. Τα τελευταία λόγια του μπαμπά τον έκαναν να χαμογελά πολλές φορές μέσα στην ημέρα, καθώς τα θυμόταν: » Αν φύγω πρώτος Ελενάκι μου, θα σε πάρω μαζί μου, δεν θα σε αφήσω να καταστρέψεις κι άλλον άντρα»! Και η μαμά γελούσε κάθε φορά με τα πειράγματα του, καθώς προσπαθούσε να κρύψει τους λυγμούς της.

Ο χαμός των δικών του, του στοίχισε. Πάλεψε ώστε να καταφέρει να βγει αλώβητος απ’ το ποτάμι της θλίψης που τον παρέσυρε σε νερά που μέχρι τότε μόνο άκουγε, μόνο παρηγορούσε. Ήταν η πρώτη του νίκη. Τη χάρηκε. «Μετά απ’αυτό», έλεγε, «τίποτα δεν πρόκειται να με ρίξει κάτω. Νιώθω δυνατός, είμαι δυνατός».

Περνώντας τα χρόνια έγινε ο ώμος, το αποκούμπι, ο βράχος, η παρηγοριά για ανθρώπους που πέρασαν από την ζωή του κι ας μην ήταν για να μείνουν. Ο καθένας τους πήρε από κάτι, αλλά άφησαν ακριβώς το ίδιο. Μια «μαχαιριά» σε μια στολή που ο ίδιος μπάλωνε και μπάλωνε ξανά και ξανά, ώσπου δεν είχε άλλο ύφασμα. Ώσπου τελείωσαν οι αντοχές. Ώσπου ήρθε αυτή….

Μια κανονική βασίλισσα, που περίμενε να κάτσει στον θρόνο της. Ένας θρόνος που δεν ήταν φανταχτερός και δεν τον στόλιζαν πολύτιμα πετράδια, παρά μόνο ένα μαύρο ξύλο, σχεδόν σάπιο. Όμως, δεν την ένοιαζε. Ήθελε απλά να κάτσει και να σκορπίσει σε κάθε δρόμο και παρακλάδι δίπλα της, τον πόνο και την απελπισία, την οργή και τις κραυγές, τον λυγμό και την απόγνωση. Ένα παραμύθι που ζητούσε επίμονα το τέλος του, ξεκίνησε.

Οι μέρες, κυλούσαν αργά, βασανιστικά, μίζερα. Έχασε κάθε ίχνος του εαυτού του. Κλειδώθηκε σ’ ένα δωμάτιο, σε ‘κείνο το σπίτι όπου έζησε ευτυχισμένος. Τώρα είναι ένα παραμελημένο, βρώμικο οίκημα με κλειστά παντζούρια. Καθισμένος στο κρεβάτι του, ένιωθε την καρδιά του να φωνάζει από απόγνωση. Και απέναντι, ο καθρέφτης. Παρατηρούσε την όψη του και τις αντιδράσεις του κορμιού του, αλλά δεν φοβόταν. Τα άκρα του ήταν μουδιασμένα και βαριά, λες και κρέμονταν μια άγκυρα από κάτω, τα χείλη του ήταν ξερά και η γεύση στο στόμα του πικρή σαν δηλητήριο. Το στομάχι του πονούσε από την αφαγία και τα μάτια του πρόδιδαν το κενό στην ψυχή του.

Οι σκέψεις ήταν καταιγιστικές στο μυαλό του. Δεν μπορούσε να τις βάλει σε σειρά, να τις τακτοποιήσει. Κι όσο αυτός τις απωθούσε, τόσο αυτές επέστρεφαν. Και επέστρεφαν με μεγαλύτερη ένταση, τσακίζοντας με ορμή τα απομεινάρια μιας άλλης εποχής. Τις ώρες που οι σκέψεις τον εξαντλούσαν και αποκοιμιόταν, ονειρευόταν τη λύτρωση. Την ώρα εκείνη, που θα πετούσε από πάνω του κάθε ρόλο που του δόθηκε και έπαιζε με επιτυχία τόσα χρόνια. Ενός ακούραστου, συμπονετικού ανθρώπου, που κουβαλούσε στις πλάτες του το βάρος όλων όσων πέρασαν από την ζωή του. Ξυπνούσε για λίγο ευτυχής και μετά ξανά στην ίδια δίνη, στο ίδιο αδιέξοδο. Μέρα με την μέρα όμως, αυτό του έδινε κι από λίγα γραμμάρια θάρρους, ώστε να παλέψει.

Προσπάθησε με νύχια και με δόντια να θέσει έναν στόχο. Κάθε μέρα να αλλάζει κάτι μικρό στον εαυτό του. Να αποδεχτεί την αχαριστία των ανθρώπων, την ικανότητα τους να σου αρπάζουν κάθε μέρα κι από λίγη χαρά για να είναι αυτοί ευτυχισμένοι, την κακία και την ζήλια τους. Όχι πολύ, λίγο, τόσο όσο να μην τον επηρεάζει.

Μπορεί η μάχη με την βασίλισσα να ήταν απ’ τις χειρότερες που έχει δώσει ποτέ στην ζωή του, μπορεί το θύμα να ήταν ορισμένα κομμάτια του εαυτού του και οι παράπλευρες απώλειες όλοι αυτοί που τώρα πια δεν έχουν θέση στη ζωή του. Μπορεί να έζησε την κόλαση, αλλά εκτίμησε όσο κανείς τον παράδεισο.

Τώρα πια, δεν είναι υποκατάστατο κάποιας φιλίας, κάποιου συντρόφου, κάποιας ζωής, αλλά ένας άνθρωπος που θα δώσει το χέρι σε κάθε απελπισμένη ψυχή με παρόμοια ιστορία, που θα σε προετοιμάσει να σταθείς αγέρωχα μπροστά της και θα σου θυμίζει ξανά και ξανά ότι η ζωή ΤΩΡΑ ξεκινά…