Η Εύη διασχίζει την αίθουσα με βήματα αργά, σχεδόν σέρνεται. Το βλέμμα της μοιάζει χαμένο στο άπειρο, δεν δείχνει να αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα. Τα μάτια τους συναντιούνται για μια στιγμή, καθώς περνά από μπροστά της. Δεν μπορεί να πει με σιγουριά αν την αναγνωρίζει, δεν είναι καν σε θέση να γνωρίζει αν έχει επίγνωση των καταστάσεων. Ακολουθούν οι υπόλοιποι συμμετέχοντες στη διαδικασία και σύντομα όλοι έχουν λάβει τις θέσεις τους. “Να προσέλθει η μάρτυρας Αλίκη Παλαιολόγου”, ακούγεται να λέει με σταθερή, στιβαρή φωνή η πρόεδρος. Η Αλίκη σηκώνεται από τη θέση της και προχωρά προς την έδρα. “Σας ακούμε, μάρτυρα. Τι γνωρίζετε για την υπόθεση;” Από που να ξεκινήσει; Τι να πει; Ούτε και η ίδια καλά καλά δεν μπορεί να διανοηθεί πως τα πράγματα έφτασαν ως εδώ… Ο μόνος τρόπος για να τη βοηθήσει, είναι η αλήθεια. Αυτήν θα καταθέσει, σε μια ύστατη προσπάθεια για τη σωτηρία!

Με την Εύη συνεργάζονται στο ίδιο τμήμα της εταιρίας, τα τελευταία τέσσερα χρόνια. Δεν έγιναν ποτέ φίλες με τη “στενή” έννοια του όρου, ωστόσο είχαν αναπτύξει μια αμοιβαία συμπάθεια και είχαν αραιές επαφές κι εκτός δουλειάς, σε κατά καιρούς εξόδους για καφέ και φαγητό. Τον τελευταίο καιρό, η Αλίκη περνούσε ζόρικη φάση. Είχε μόλις “βγει” από έναν γάμο επτά ετών και η ψυχολογία της δεν ήταν η καλύτερη δυνατή. Η Εύη έκανε ό,τι μπορούσε για να τη στηρίξει, να της αναπτερώσει το ηθικό. “Τίποτα, δεν ακούω τίποτα, θα έρθεις μαζί μου, τέλος”, της είπε κοφτά. Για πολλές μέρες προσπαθούσε να την πείσει να την ακολουθήσει σε μια συνάντηση διαλογισμού και γιόγκα, που θα συμμετείχε. “Αφού ξέρεις βρε Εύη μου, εγώ έχω εδώ και χρόνια… απομακρυνθεί από οτιδήποτε θρησκευτικό και τα λοιπά, δεν τα θέλω αυτά!” “Μην είσαι ανόητη, δεν έχει καμία σχέση με θρησκεία αυτό. Την ενέργειά μας θα πάμε να ανασυντάξουμε, να καθαρίσουμε λίγο την αύρα μας”. Με τα πολλά, την έπεισε. Και στην πανσέληνο του Νοεμβρίου βρέθηκαν οι δυο τους, μαζί με καμιά τριανταριά άλλους, στον λόφο με τον αρχαίο ναό, κοντά στη θάλασσα. Μόνη προϋπόθεση ήταν οι συμμετέχοντες να φορούν λευκά ρούχα. Κάθισαν στο έδαφος, έκαναν τις ασκήσεις τους, τα επιφωνήματα τύπου “Ομ” έδιναν κι έπαιρναν, η ενέργεια και η αύρα “καθάριζαν”. “Χαζομάρες, έχασα τον χρόνο μου, πάω να φύγω από ‘δω”, είπε η Αλίκη, αποχωρώντας απογοητευμένη.

Τις επόμενες ημέρες έδειχνε να βυθίζεται ολοένα και περισσότερο στη θλίψη της. Η Εύη επέμενε, δεν μπορούσε να τη βλέπει έτσι. “Θα μου κάνεις μια τελευταία χάρη; Τρία από τα παιδιά που συμμετέχουν στην ομάδα διαλογισμού, ο Τάσος, ο Ζήσης και ο Περικλής, διοργανώνουν κάποιες συνεδρίες άλλου τύπου, πιο… ψαγμένες. Αυτοί έχουν διαβάσει πολύ, έχουν κάνει και σεμινάρια στο εξωτερικό, θα σε βοηθήσουν να απαλλαγείς από τα βάρη της ψυχής σου”. “Άσε με βρε Εύη μου, με την κάθε βλακεία που πας και παρακολουθείς! Είδαμε και τον διαλογισμό, μια σαχλαμάρα και μισή. Άσε με, φάση είναι, χωρισμός είναι, κάποια στιγμή θα μου περάσει. Δεν έχω όρεξη να τρέχω εδώ κι εκεί”. “Κάνε το σαν χάρη προσωπική, για μένα! Σε παρακαλώ, έλα για μια φορά κι αν δεν σ’ αρέσει, υπόσχομαι να μην σε ενοχλήσω ποτέ ξανά!” Περισσότερο για να γλιτώσει από την γκρίνια της, την ακολούθησε. Η συνεδρία αυτήν τη φορά θα γινόταν σε ένα εγκαταλελειμμένο ξενοδοχείο, επάνω στο βουνό. “Που με φέρνεις, έχεις τρελαθεί; Τι είναι εδώ; Σκιάζομαι!” αναφώνησε η Αλίκη, κατά την άφιξή τους. “Χαλάρωσε, θα δεις ότι όλα θα πάνε καλά”. Μπήκαν γρήγορα στο εσωτερικό του παλιού κτιρίου. Εκεί, τις περίμεναν τα τρία αγόρια. Οι συστάσεις ήταν σύντομες και περιορίστηκαν μόνο στα μικρά ονόματα. Στο πάτωμα είχαν τοποθετηθεί δεκάδες αναμμένα μαύρα κεριά, που σχημάτιζαν ένα αστέρι μέσα σ’ έναν κύκλο. Στο κέντρο του αστεριού, υπήρχε κάτι σαν μικρό κολωνάκι, ένας αυτοσχέδιος βωμός, που πάνω του έκαιγε ένα λευκό κερί. Στους ετοιμόρροπους τοίχους κρέμονταν λευκά πανιά, που έδειχναν να προσπαθούν να κρύψουν κάποια αντικείμενα. “Λοιπόν, ας αφαιρέσουμε τα ρούχα μας”, πρόσταξε ο Τάσος, με τους υπόλοιπους τρεις να υπακούν άμεσα. Η Αλίκη αντέδρασε! “Έχετε τρελαθεί; Θα μείνουμε γυμνοί, Δεκέμβρη μήνα; Κάνει ψόφο, θέλετε να αρπάξουμε καμιά πνευμονία;” “Μην είσαι αρνητική Αλίκη μου, δεν πρέπει να δυσπιστείς, χαλάς την ενέργεια”, παρενέβη ο Περικλής. “Έλα, γδύσου, με τόσα κεριά εδώ μέσα, δεν θα κρυώνεις καθόλου”, συμπλήρωσε η Εύη. Αφού έβγαλαν τα ρούχα τους, τοποθετήθηκαν σε κυκλικό σχήμα, έτσι ώστε καθένας τους να αντιστοιχεί σε καθεμιά από τις πέντε κορυφές του αστεριού. Ένωσαν τα χέρια τους ο ένας με τον άλλο, για να δημιουργηθεί μια ανθρώπινη “αλυσίδα”. Η Αλίκη είχε ήδη αρχίσει να δυσανασχετεί, ένιωθε την υπομονή της να εξαντλείται. Ο Τάσος άρχισε να ψελλίζει διάφορες ασυναρτησίες, σε μια γλώσσα που η ίδια δεν τη γνώριζε και που αμφέβαλε για το εάν ήταν υπαρκτή. Οι υπόλοιποι τρεις επαναλάμβαναν ρυθμικά, σε κάτι που πλέον έμοιαζε σαν επίκληση σε κάποια δύναμη. Ένα μεταλλικό ποτήρι ξεκινά από τον Τάσο και κάνει τον γύρο του σχήματος, με τους συμμετέχοντες να πίνουν μια γουλιά από το περιεχόμενό του. Όταν έφτασε η σειρά της Αλίκης, ένιωσε τη μεταλλική γεύση του άγνωστου ποτού να καίει τον οισοφάγο της. Η Εύη σηκώνεται, πιάνει την Αλίκη από το χέρι και την οδηγεί μπροστά στον βωμό. Τα αγόρια παράλληλα μετακινούν τα λευκά πανιά από τους τοίχους, αποκαλύπτοντας σταυρούς κρεμασμένους ανάποδα. Ο Ζήσης φέρνει πάνω στον βωμό ένα γατάκι δεμένο χειροπόδαρα, που ουρλιάζει λυσσαλέα, πασχίζοντας να ξεφύγει. Ο Τάσος δίνει στην Αλίκη ένα μαχαίρι και της δείχνει με νόημα το ζωντανό, ενώ αρχίζει να φωνάζει. “Αχριμάν, απόλυτε άρχοντα κι αφέντη μας, δέξου στους κόλπους σου τη νεοφώτιστη ακόλουθο σου, Αλίκη!”

Ακόμα και σήμερα, σχεδόν τέσσερις μήνες μετά, η Αλίκη δεν μπορεί να θυμηθεί με ακρίβεια το πως έφυγε τρέχοντας από το παλιό ξενοδοχείο, ούτε το πως κατέβηκε ολόγυμνη από το βουνό, μέσα στην παγωνιά του Δεκέμβρη. Οι τελευταίες σκηνές που ανακαλεί στη μνήμη της είναι με τον Τάσο να της φωνάζει απειλητικά, προσπαθώντας να την αποτρέψει. “Αλίκη πρόσεχε! Τώρα πια είσαι ο πέμπτος κρίκος της αλυσίδας! Αν τη σπάσεις, όλη η κακή ενέργεια θα στραφεί εναντίον σου και το μένος του Αχριμάν θα σε καταδιώκει για πάντα. Τώρα, δεν υπάρχει γυρισμός!” Κι ύστερα την Εύη να ουρλιάζει: “μη φεύγεις Αλίκη, είναι πλέον αργά! Ο μόνος τρόπος για να σωθείς, είναι να μη σπάσεις την αλυσίδα!” Χρειάστηκε να της χορηγηθούν λίγες μέρες αναρρωτικής άδειας, για να μείνει στο σπίτι και να ηρεμήσει. Δεν ήρθε σε καμιά επαφή με την Εύη, για αρκετό διάστημα. Ούτε και με κανέναν άλλον δηλαδή, απέφευγε οποιαδήποτε επικοινωνία, χρειαζόταν απομόνωση. Προπαραμονή των Χριστουγέννων, το τηλέφωνό της άρχισε να κουδουνίζει σαν τρελό. Αναρίθμητες, συνεχόμενες κλήσεις από την εταιρία. Ήταν τόση η επιμονή, που κάποια στιγμή αποφάσισε να απαντήσει. Οι συνάδελφοί της την ενημέρωσαν για τις εξελίξεις, με την ίδια να παραμένει βουβή στην άλλη άκρη της γραμμής, σχεδόν κοκαλωμένη. “Ξύπνα, έχει βουίξει ο τόπος, το λένε όλα τα κανάλια. Συνελήφθη η Εύη και κρατείται, κατηγορείται για συμμετοχή σε ομαδικό βιασμό κι απόπειρα για φόνο!”

Αυτά είχε να καταθέσει, τόσα γνώριζε για την υπόθεση. Αυθόρμητα, απλά, με όση διαύγεια μπορούσε να επιστρατεύσει, είπε όλα όσα είχε βιώσει. Δεν της τέθηκε κανένα επιπλέον ερώτημα, η έδρα την ευχαρίστησε κι επέστρεψε στη θέση της. Στο δικαστήριο συμπληρώθηκαν τα κομμάτια του παζλ που η Αλίκη τόσον καιρό αγνοούσε. Ο σπασμένος “κρίκος” έπρεπε άμεσα κι επιτακτικά να αντικατασταθεί, καθώς πλησίαζε η 22η Δεκεμβρίου, που σηματοδοτεί το χειμερινό ηλιοστάσιο. Μετά την “αποστασία” της, η αλυσίδα συμπληρώθηκε από τη Νανά, μια γυμνάστρια που της είχε γνωρίσει η Εύη στη συνάντηση του διαλογισμού. Έχοντας τον καινούργιο “πέμπτο κρίκο” διαθέσιμο, λοιπόν, η ομάδα είχε προετοιμαστεί για τη μεγάλη “γιορτή” της. Εκείνο το βράδυ παρέσυραν και “στρατολόγησαν” την ανυποψίαστη Νανά, εξαναγκάζοντας τη να συμμετάσχει στο τελετουργικό με τα ομαδικά όργια. Η κορύφωση επρόκειτο να έρθει με ανθρωποθυσία, έτσι όπως επιτάσσουν οι Γραφές του σκοτεινού τους δόγματος. Το παρ’ ολίγον θύμα είχε προσελκύσει μέσω διαδικτύου ο Ζήσης. Πρόκειται για μια δεκαεπτάχρονη νεαρή, που αυτήν τη στιγμή κάθεται δίπλα στη Νανά, στο έδρανο της πολιτικής αγωγής. Για εκείνη, η Νανά υπήρξε ο σωτήρας της, που την τελευταία στιγμή τη γλίτωσε από τον προδιαγεγραμμένο θάνατο που της είχε ετοιμάσει η “αλυσίδα”….

Έπειτα από μια πολύωρη διαδικασία, με ακροάσεις, αγορεύσεις, καταθέσεις και απολογίες, η ετυμηγορία της έδρας ήρθε αργά το βράδυ. Και οι πέντε κατηγορούμενοι κρίθηκαν ένοχοι χωρίς ελαφρυντικά, για συμμετοχή σε ομαδικό βιασμό και απόπειρα ανθρωποκτονίας από πρόθεση. Τη στιγμή της ανακοίνωσης των ποινών, η Αλίκη αναζήτησε με το βλέμμα της την Εύη. Εκείνη εξακολουθούσε να μοιάζει “χαμένη”, ανήμπορη να συνειδητοποιήσει την κρισιμότητα της περίστασης. Οκτώ χρόνια φυλάκισης έκαστος, χωρίς αναστολή. Και κάπως έτσι, οι κρίκοι της αλυσίδας “έσπασαν” οριστικά.

Κατηφόρισε τον δρόμο από τα δικαστήρια προς την κεντρική λεωφόρο. Την ώρα αυτή, ένιωσε κενή από συναισθήματα, το μυαλό και η ψυχή της είχαν “αδειάσει”. Δεν μπορούσε ούτε να σκεφτεί, ούτε να νιώσει. Λίγο πριν από το τέλος του δρόμου, κοντοστέκεται. Στα αριστερά της βρίσκεται η εκκλησίτσα της αγίας Αικατερίνης. Για λίγα δευτερόλεπτα μένει να κοιτάζει την είσοδο αφηρημένα. Χαμογελά ανακουφισμένη, παίρνει βαθιά ανάσα και συνεχίζει την πορεία της…