“Μελένια, Μελένια, Μελένιααααα…” φώναξε ο Προυπρής και άρπαξε την άκρη από το νεραιδοφορεμαατάκι της και σκαρφάλωσε πάνω της, λες και έκανε ορειβασία! Ανέβηκε μέχρι την πλάτη της, κι από κει πιάστηκε από μια τούφα νεραιοδομαλλιά και αφού ανέβηκε στο κεφάλι της, έγειρε μπροστά και άρχισε να αιωρείται ανάποδα, μπροστά από τα μάτια της.

“Καλέ, με ζαλίζεις !” είπε η Μελένια που έβλεπε το ξωτικάκι της να κάνει ακροβατικά, ανάποδα, σχεδόν πάνω στη μύτη της! “τι έπαθες;”

“Μελένια, Μελένια, Μελένια… βαριέμαι τόχιο τόχιο τόχιο πολύ! Βεν φέλω άλλο σκολείο ΣΟΥ ΛΕ-Ω! Φέλω βιακοπούλες, πήγαινε με βιακοπούλες Μελένια, πήγαινε με στη φάλασσα, φέλω να παίκχω στη φάλασσα σου λέω, Μελένια Μελένια Μελένια, ΒΕΝ ΦΕΛΩ ΑΛΛΟ ΣΚΟΛΕΙΟ ΒΑΡΙΕΜΑΙ ΣΟΥ ΛΕΩ!”

Η Μελένια έβαλε τα γέλια με το ξωτικάκι της το καημένο! Η αλήθεια είναι πως είχαν δύσκολο χειμώνα, η Μελένια τα δικά της μαθήματα για το νεραιδοσχολείο, ο Προυπρής τα ξωτικομαθηματάκια του… (ω ναι, πάνε και τα ξωτικά σχολείο, κάνουν μαθήματα για το πως να κάνουν τις πιο μεγάλες αταξίες, τι νομίζατε πως είναι εύκολο να είσαι ξωτικό και να τα κάνεις όλα άνω κάτω όπου πας; Όχι βέβαια, χρειάζεται μεγάλη προσπάθεια!). Εκτός λοιπόν από τα μαθήματα τους, η δουλειά τους ήταν να κάνουν τα παιδάκια να χαίρονται, να τα διασκεδάζουν, να τα κάνουν να γελούν, να χορεύουν μαζί τους, να πηγαίνουν διακοπές! Καθόλου εύκολη δουλειά για ένα ξωτικό, για δοκιμάστε εσείς να πέσετε με τα μούτρα πάνω σε μια γενέθλια τούρτα, για δοκιμάστε να πάρει ο πωπός σας φωτιά από τα κεράκια, για δοκιμάστε να μεθύσετε με 100 μπουκάλια χυμό τζουρουτζουμπίμ! Είναι εύκολο; Όχι, δεν ειναι!

“Κάνε λίγο κουράγιο, Προυπρή μου” του είπε η Μελένια. Σε 15 μέρες κλείνει το σχολείο, δεν μπορούμε να φύγουμε ακόμα για διακοπές!”

“ΒΕ ΦΕΛΩ ΑΛΛΟ ΣΚΟΛΕΙΟΟΟΟΟΟ!” γκρίνιαξε ο μικρούλης. “Φέλω να κάνω μπάνιο σε πισίνα, φέλω να κοιμηφώ σε αιώρα, φέλω να κάνω ηλιοφεραπεία, φέλω να φορέσω καινούργιο μαγιό, μπρατσάκια και αντηλιακό!!”

Η Μελένια του έδωσε ένα σκαστό φιλάκι στο ξωτικομαγουλάκι και τον έστειλε σχολείο του. Είχε κάτι στο μυαλό της για τον αγαπημένο της Προυπρή, για να του δώσει λίγη δύναμη ακόμα, να αντέξει τις λίγες μέρες που απομένουν μέχρι τις καλοκαιρινές διακοπές.

Μόλις έμεινε μόνη της, έτρεξε και πήρε ένα μεγάλο μπολ σαλάτας! Το γέμισε νερό, έριξε μέσα και ένα χρωματιστό σφουγγαράκι που επέπλεε, στερέωσε και στην άκρη του μια ομπρελίτσα χάρτινη. Έβαλε κι έναν ελαστικό χάρακα από τη μία άκρη, και μεταμόρφωσε την σαλατιέρα σε πισίνα, με βατήρα για βουτιές και στρώμα θαλάσσης μέσα! Μετά, πήρε 2 γλάστρες με φυτά μέσα, κι έδεσε από το ένα φυτό ως το άλλο, ένα πανί και το έκανε αιώρα! Τέλος, έκατσε στη ραπτομηχανή της, και έραψε ένα καινούργιο μαγιουδάκι, ένα ξωτικομαγιό με κοκοφοίνικες επάνω και ανανάδες! Τα έβγαλε όλα αυτά στη βεράντα, έβαλε και μουσικούλα με ήχους από κύματα, έφτιαξε κ γρανίτα φράουλα, και περίμενε τον Προυπράκο.

Ο μικρούλης μπήκε μέσα στο σπίτι με κάτι μούτρα κατεβασμένα, μέχρι τα πατώματα. Έσερνε τα ποδαράκια του κ μυξόκλαιγε “μπου χου χου χου ΒΕΝ ΑΝΤΕΧΩ ΑΛΛΟ ΣΚΟΛΕΙΟ, ΦΕΛΩ ΤΟΧΙΟ ΠΟΛΥ ΒΙΑΚΟΠΕΧ… ΤΟΧΙΟ ΠΟΛΥ!!”

Ήταν τόσο κουρασμένος και τόσο μπουχτισμένος, που σχεδόν δεν είδε τη Μελένια που έτρεξε κοντά του με το αντηλιακό.

Τον σήκωσε στα χέρια της, τον έκανε σφιχτή αγκαλιά “καλό καλοκαίρι Προυπράκο μου!” είπε και του έδωσε να φορέσει το μαγιουδάκι που του έφτιαξε.

“Για μένα; Μαγιουβάκι;!! Καινούργιο;;”
“Φόρεσε το, πάμε για μπάνιο!”
“Μα… που, αφού δεν είμαφτε σε βιακοπές ακόμα! Που φα κολυμπήφω; ε ε εΜελένια ε; Που φα κολυμπήφω;”

“Θαααα δεις” είπε στον Προυπρή η Μελένια και του άλοιψε το κορμάκι με αντηλιακό.

5 λεπτά αργότερα, το ξωτικάκι κολυμπούσε στην “πισινούλα” του. Έκανε 100 βουτιές! Ήπιε 3 γρανίτες φράουλα! Χόρεψε καλοκαιρινές μουσικούλες. Έκανε ηλιοθεραπεία. Και μετά…

… πήγε κι έκανε ήσυχος ήσυχος, τα μαθήματά του! 15 μέρες έμειναν, ουφ! ΦΑ ΠΕΡΑΦΟΥΝ ΚΙ ΑΦΤΕΦ!