Ο Προυπρής, το άτακτο ξωτικό της Νεράιδας Μελένιας που το έσκασε από το κρεβατάκι του μέσα από τα μαλλιά της το βράδυ που η Μελένια κοιμόταν, καβάλησε κρυφά το μαγικό ραβδί της και πέταξε μέσα στη νύχτα! Είναι πολύ επικίνδυνο για μικρά ξωτικά να περιπλανιούνται μόνα τους, ειδικά μέσα στη νύχτα και ακόμα πιο ειδικά, καβάλα πάνω σε ένα μαγικό ραβδί, φωνάζοντας “πάμε ΜΗΧΑΝΑΡΑ ΜΟΥ, πάμε!”. Άμα το μάθει η Μελένια, αλίμονο του, του Προυπρή!

Σφίγγει τα μικρά του πατουσάκια γύρω από το ραβδί και γκαζώνει στον αέρα. “Βρουμ βρουμ!” λέει και όλο και πιο γρήγορα, όλο και πιο γρήγορα τρέχει, αυτός εδώ ο μικρός ξωτικανθρωπάκος! Νιώθει να χτυπάει δυνατά η καρδιά του, ωωω πόσο του αρέσει, ο αέρας τον χτυπάει στο πρόσωπο, δεν βλέπει καλά γιατί είναι σκοτάδι, μα εκείνος νιώθει πειρατής του δρόμου, νιώθει πως κάνει αγώνες ταχύτητας σε πίστα για μηχανές, νιώθει πως έχει κόσμο γύρω που τον αποθεώνει και όλοι φωνάζουν ρυθμικά “ΠΡΟΥ-ΠΡΗΣ! ΠΡΟΥ-ΠΡΗΣ!”. Θέλει να εντυπωσιάσει, κάνει σούζες και παίρνει επικίνδυνες στροφές! Έχει τρελαθεί μου φαίνεται λίγο, ετούτο εδώ το ξωτικάκι!

‘Ιιιιιιιιιι γιέαααααα’ φωνάζει και κουνάει το πωπουδάκι του πάνω στο μαγικό ραβδί, πέρα δώθε, για να το κάνει να πάει όλο και πιο γρήγορα, όλο και πιο γρήγορα, θέλει να τερματίσει πρώτος στη φανταστική του κούρσα, να μάθουν όλοι πως είναι ο πιο γκαζιάρης, ο πιο γρήγορος ξωτικούλης σε όλη τη Νεραϊδοχώρα. Κλείνει τα ματάκια του, δε βλέπει τίποτα από τον αέρα που τον κάνει να δακρύζει, κι επιταχύνει ξανά, φτάνει προς τον τερματισμό, είναι ο πρώτος, ο μεγάλος νικητής, σκέφτεται πως όλοι χειροκροτούν όρθιοι με αγωνία, σφίγγεται ολόκληρος πάνω στο ραβδί, γκαζώνει με όλη του τη δύναμη, έχει ξεπεράσει κάθε προηγούμενο όριο ταχύτητας, έχει σπάσει όλα τα ρεκόρ, και πάνω στη μεγάλη του προσπάθεια, στα τελευταία μέτρα της κούρσας…

Πέφτει πάνω σ’ ένα δέντρο.

ΓΚΝΤΟΥΠΠΠΠ! Πόινκ πόινκ πόινκ ακούγεται ο Προυπρής που κουτρουβαλάει από το δέντρο και σκάει κάτω σαν ώριμος γερμάς, ΠΛΟΝΚ σκάει και το ραβδί πάνω στο κεφάλι του.

Ωωωω πόσα αστεράκια βλέπει, ωωω πόσο πονάει το κεφαλάκι του!! Η μύτη του έχει γίνει σα μελιτζάνα από το τρακάρισμα και είναι γεμάτος γρατζουνιές. Και πονάει και ο πωπός του έτσι όπως έσκασε στο χώμα, και έσκισε και το παντελόνι του και φαίνεται λίγο το βρακί του, πώπω ντροπή, ο μεγάλος πειρατής των δρόμων είναι σαν να τον πάτησε ελέφαντας, αναμαλλιασμένος, μελανιασμένος, πονεμένος και θέλει να πάει σπίτι του, δε θέλει άλλο να είναι έξω, ούτε να καβαλάει μηχανάρες και μαγικά ραβδιά. Το καημένο το μαγικό ραβδί που δεν έφταιγε σε τίποτα, τον ακολουθεί με κατεβασμένο το κεφάλι, μουτρωμένοι, πονεμένοι και ντροπιασμένοι, φτάνουν με τα πόδια και όχι πετώντας πια, και οι δύο στο σπίτι.

Η καλή μας η νεράιδα η Μελένια, είχε τρελαθεί από την αγωνία της, είχε ξυπνήσει και δεν βρήκε τον Προυπρή μέσα στα μαλλιά της, ούτε το μαγικό της ραβδί να φορτίζει στη συνηθισμένη θέση του! Όταν τους είδε να μπαίνουν μέσα στο σπίτι ετοιμάστηκε να βάλει τις φωνές και να πιάσει τον Προυπρή από το αυτάκι που της έκλεψε το ραβδί και έφυγε κρυφά, αμέσως όμως σταμάτησε γιατί τον είδε καλύτερα. Αναμαλλιασμένος, με χτυπημένη μυτούλα, σκισμένα ρουχαλάκια ήταν για λύπηση ο καημένος!

‘Μελέέέέένια έπεχα!!!!! Χτύπηχα!! Πόχιο πονάωωωωωω μπου χου χου χουυυυυυ’ έβαλε τα κλάματα ο καημενούλης και έπεσε στην αγκαλιά της!

Η Μελένια τον πήρε στην παλάμη της, του χάιδεψε το κεφαλάκι και σαν καλή νεραιδούλα του φύσηξε λίγη μαγική νεραιδόσκονη στις πληγούλες για να μην πονάει άλλο ο Προυπρής της. Τον πήγε στο μπάνιο, τον έπλυνε, του άλλαξε ρουχαλάκια και του φίλησε γλυκά το καημένο το μυτάκι.

‘Μην το ξανακάνεις αυτό, ακούς; Με τρόμαξες !’ Τον μάλωσε γλυκά.

‘Εντάκχει Μελένια, το υπόσχομαι’ είπε ο Προυπρής και αποκοιμήθηκε κουρασμένος στην παλάμη της.

Η Μελένια χαμογέλασε, ξέροντας πως ο Προυπρής δεν θα σταματήσει ποτέ τις αταξίες και τον τακτοποίησε μέσα στα μαλλιά της, εκεί που ήταν το κρεβατάκι του.

Είχε ξημερώσει, ήταν μια καινούργια μέρα στον νεραιδόκοσμο!