Να το ξέρετε. Και οι νεράιδες κουράζονται.

Απόψε, η νεράιδα Μελένια ήταν πολύ κουρασμένη. Είχε πραγματοποιήσει ευχές σε εκατό τριάντα εφτά παιδάκια, είχε μοιράσει τριακόσια είκοσι πέντε δώρα, είχε φουσκώσει πεντακόσια δέκα τέσσερα μπαλόνια, είχε τραγουδήσει ενενήντα εννιά τραγούδια και είχε χορέψει εξήντα έναν και μισό χορούς. Γιατί εξήντα έναν και μισό και όχι εξήντα δύο; Θα σας πω, καλέ!
Επειδή στην τελευταία φιγούρα του τελευταίου νεραιδοχορού της, κάνει μία έτσι ΤΣΑΚ το νεραιδογοβάκι της και βγαίνει από μόνο του από το νεραιδοπόδι και πάει και κάθεται πιο πέρα. Πάει να το πιάσει η Μελένια να το ξαναφορέσει, να συνεχίσει το χορό της αλλά το νεραιδογοβάκι της έβγαλε γλώσσα! ‘πρρρρρρρρρρ’

“Έλα εδώ παιδί μου να σε φορέσω!” του είπε αυστηρά η Μελένια, “Όχι όχι όχι! Σίγουρα όχι, με τίποτα, με τίποτα σου λέω, κουράστηκα πια, με χιλιοχόρεψες σήμερα, με χιλιοπερπάτησες, με χιλιοχοροπήδηξες! Πάω σπίτι, α μα πια!” της δήλωσε και κάλεσε ταξί. Και έφυγε. Μόνο του. Το νεραιδογοβάκι! Ναι!

Και κάπως έτσι, έμεινε η Μελένια χωρίς παπούτσι στο ένα πόδι και με εξήντα έναν και μισό χορούς. Τι να κάνει, κούτσα κούτσα – το πήρε απόφαση, έπρεπε και εκείνη να γυρίσει σπίτι. Η αλήθεια ήταν πως είχε λίγο δίκιο το αυθάδικο γοβάκι που έκανε ανταρσία και την κοπάνησε μόνο του. Σήμερα ήταν μια πολύ κουραστική μέρα. Ώρα για νεραιδόσπιτο και νεραιδο-ύπνο.

Η νεράιδα θα πέταγε κανονικά, αλλά δεν είχε αντοχή ούτε τα φτερά της να ξεδιπλώσει απόψε. Οπότε, σαν το γοβάκι της και εκείνη, κάλεσε ταξί. ‘Μα καλά, δεν πετούν οι νεράιδες;’ θα με ρωτήσετε. Ε, ναι καλέ! Όταν όμως είναι κουρασμένες ή όταν θέλουν να πάνε κάπου πολύ γρήγορα ή όταν κουβαλάνε δώρα, πρέπει να πάνε με αυτοκίνητο. Και καμιά φορά, όταν τους λείπει το ένα παπούτσι! (δεν μπορούν να πετάξουν καλά, με ξυπόλυτο το ένα πόδι! Κρυώνει το νεραιδοποδαράκι και χάνουν την ισορροπία τους!).

Μπήκε σπίτι της και χασμουρήθηκε δυνατά. Το άτακτο γοβάκι που είχε φτάσει σπίτι νωρίτερα, είχε ήδη ξαπλώσει στο νεραιδοχαλί και χρ χρ χρρρρ ροχάλιζε δυνατά. Η Μελένια έβγαλε και το άλλο, το ευχαρίστησε που έμεινε μαζί της και δεν έφυγε τρέχοντας και εκείνο στο μέσο του χορού της και το άφησε να ξαπλώσει δίπλα στο ταίρι του, που εδώ κι ένα πεντάλεπτο ονειρευόταν πως ήταν τσαρούχι τσολιά στην σκοπιά και η μόνη του δουλειά ήταν να κάθεται ακίνητο. Νομίζατε πως είναι εύκολο να είσαι παπούτσι νεράιδας; Για δοκιμάστε να χορέψετε εξήντα έναν και μισό, χορούς! Αυτό σας λέω μόνο!

Η καλή νεράιδα ξάπλωσε στο κρεβατάκι της, τέντωσε τα νεραιδοχεράκια της, τα κουρασμένα νεραιδοποδαράκια της, έκανε ένα μακρόσυρτο νυσταγμένο νεραιδοαααααααχ, και σε πέντε νεραιδοδευτερόλεπτα είχε αποκοιμηθεί. Θα είχε κοιμηθεί ακόμα πιο γρήγορα, αν δεν την έτρωγε λίγο το κεφάλι της. Έκανε ένα γρήγορο χρουτς χρουτς εκεί που είχε φαγούρα, ανέβασε το διαμαντοαραχνοπλεγμένο κουβερτάκι της μέχρι τη μυτούλα, και γύρισε πλευρό. (χμ ακόμα και στον ύπνο της όμως, έξυσε κάνα δυο φορές το κεφαλάκι της – τι να συμβαίνει άραγε;)

Στο νεραιδόσπιτο επικρατούσε ησυχία. Η νύχτα είχε προχωρήσει και όλοι κοιμόντουσαν, η Μελένια, τα γοβάκια, το μαγικό ραβδί της, το πόμολο στην πόρτα, το ζαμπονάκι στο ψυγείο, τα φυστικάκια στο μπολάκι. Όλοι και όλα, ξεκουράζονταν εκτός…
εκτός;

Η Μελένια στον ύπνο της, ξύστηκε μια φορά ακόμα, μα τι στην ευχή συμβαίνει; Κοιμάται, μα φαίνεται σαν κάτι την ενοχλεί μέσα στα μαλλιά της! Ξαφνικά, κάτι σαλεύει στο κεφάλι της και ξεπροβάλλει μέσα από τις χρυσές της μπούκλες! Μικροσκοπικά χεράκια ανοίγουν σαν κουρτίνες δύο τούφες από τα μαλλιά της νεράιδας που είναι απλωμένα στο νεραιδομαξιλάρι και μέσα στο σκοτάδι ίσα που διακρίνεται ένα στρογγυλό φατσάκι! Ένα ανθρωπάκι σκάει μύτη! Ένα τόσο δα μικρούλι ξωτικάκι!

Μα ναι, είναι ο Προυπρής! Ο Προυπρής, καλέ! Το ξωτικό που ζει στο καπέλο της Μελένιας και το βράδυ χώνεται και κοιμάται μέσα στα μαλλιά της, εκεί είναι το κρεβάτι του επειδή είναι απαλά και μυρίζουν κεράσι και βανίλια, πωπω πόσο αγαπάει ο Προυπρής το κεράσι και τη βανίλια! Και τα ροδάκινα! Και τη σοκολάτα! Και τα αμυγδαλάκια και τα μπισκοτάκια και τις καραμέλες και όλα τα αγαπάει τούτο εδώ το ξωτικό! Ότι τρώγεται… ε, το τρώει! Μερικές φορές τρώει και αυτά που δεν τρώγονται, όπως τότε που έφαγε λίγο από το καλτσάκι της Μελένιας και του έκατσε το ύφασμα στο λαιμό και παραλίγο να πνιγεί, ευτυχώς τον άκουσε η νεράιδα που έβηχε γκουχ γκουχ γκουχ, και τον γύρισε ανάποδα και του έδωσε μια, πατ-ΠΑΤ στη πλάτη και έτσι ξεκόλλησε η κάλτσα από το λαρυγγάκι του Προυπρή! “φφφφυγνώμη Μελένια, φφφφφυγνώμη, δεν θα φου κφαναφάω τα καλτφάκια, φα είμαι καλό παιδί!” της είχε υποσχεθεί τότε τρομαγμένος. Τήρησε την υπόσχεση του ο Προυπρής; Ήταν καλό παιδί; Όχι βέβαια! Πόσες αταξίες ακόμα έκανε από τότε!

Τύλιξε τα χέρια και τα ξυπόλυτα ποδαράκια του γύρω από ένα Μελένιο τσουλούφι και χρησιμοποιώντας το σα σχοινί κατέβηκε από το κρεβάτι της νεράιδας, που χωρίς να ξύνεται πια συνέχισε τον βαθύ της ύπνο. Μισόκλεισε τα πονηρά του μάτια και με ύφος ντετέκτιβ περιεργάστηκε τον χώρο. Ήθελε να είναι σίγουρος πως δεν θα τον ακούσει κανείς, αν τα γοβάκια ήταν ξύπνια σίγουρα θα φώναζαν “Μελένια Μελένια ξύπνα! Ο Προυπρής ετοιμάζεται για σκανταλιά” και τότε η Μελένια θα τον βούταγε από το σβερκάκι και θα τον ξαναέχωνε μέσα στα μαλλιά της, θα έδενε και με ένα λαστιχάκι το παντελονάκι του γύρω από την κοτσίδα της και έτσι δεν θα μπορούσε ο ξωτικούλης να κόβει βόλτες ανενόχλητος! Όμως που τώρα δεν τον έβλεπε κανείς, τι είχε σκοπό να κάνει;

Κάτι ψάχνει, κάτι ψάχνει, αχά! Το βρήκε! Τουπ τουπ τουπ τουπ, τρέχουν τα μικροσκοπικά ροζ πατουσάκια του αθόρυβα πάνω στο χαλί. Το βρήκε αυτό που ήθελε. Εκεί ήταν, που το άφηνε πάντα η Μελένια όταν γύριζε στο σπίτι. Στη συνηθισμένη θέση του, πλάι στο κομοδίνο της, να φορτίζει. Το μαγικό ραβδί της! Δίπλα ακριβώς το κλειδί με το οποίο παίρνει μπρος. Ωωω όχι απαγορεύει η Μελένια να αγγίζει ο Προυπρής το μαγικό ραβδί της, μα εκείνος απόψε είναι αποφασισμένος! Δίνει ένα σάλτο χοπ και αρχίζει να σκαρφαλώνει πάνω του, γυρίζει το κλειδί στη μίζα, το βάζει μπροστά και… βρουμ βρουμ βρουμ, γκαζώνει δυνατά! Το ραβδί τινάζεται από τη θέση του, ο Προυπρής τυλίγει σφιχτά τα ποδαράκια του για να μην πέσει και σαν αναβάτης δίνει διαταγή “πάμε, φύγαμε!” και οδηγεί το μαγικό ραβδί της Μελένιας προς το μισάνοιχτο παράθυρο. “Ιιιιιιι χα!” φωνάζει καλπάζοντας και πριν προλάβει κανείς να τον σταματήσει, ξεχύνεται για μια ακόμα περιπέτεια.

(συνεχίζεται…)

 

 

 

Πρωταγωνιστεί η Μελένια

Γράφει το Φυστίκι ΠουΚυλάει

Σκιτσάρει η A.Ateam Art