Η χοντρή βγήκε από το ασανσέρ και προχώρησε προς το διαμέρισμα στα δεξιά της. Η πόρτα ήταν μισάνοιχτη αλλά κανείς δεν την περίμενε να την υποδεχτεί. Έπνιξε έναν μικρό αναστεναγμό και έσπρωξε την βαριά πόρτα ασφαλείας. Βρέθηκε στο σαλόνι του μικρού, κομψού διαμερίσματος στο κέντρο της Αθήνας.

Η τηλεόραση ήταν αναμμένη, ο πατέρας της χοντρής καθόταν σε μια καρέκλα της τραπεζαρίας και παρακολουθούσε ειδήσεις βαριεστημένος, με την πλάτη γυρισμένη στην είσοδο. Η χοντρή είχε κάνει ήδη αρκετά βήματα προς το μέρος του, όταν εκείνος της απηύθυνε ένα “τι έγινε;” και σηκώθηκε από την καρέκλα για να την χαιρετήσει. Η χοντρή έκανε να τον αγκαλιάσει και να τον φιλήσει, εκείνος δεν άνοιξε τα χέρια του, “τι κάνεις, πως είσαι” είπε τυπικά και έστρεψε το κεφάλι του γρήγορα, το φιλί της χοντρής τον βρήκε στο αυτί. Εκείνη την ώρα βγήκε από την κουζίνα φουριόζα η Ρούλα, η γυναίκα του τα τελευταία 4 χρόνια. “Καλώς την, καλώς την!” είπε και αγκάλιασε τη χοντρή. Στα 56 της η Ρούλα ήταν γυναίκα με ωραίο, γυμνασμένο κορμί. Έκανε σολάριουμ και αυτό της έδινε μια πορτοκαλί όψη, που τόνιζαν τα κίτρινα μακριά μαλλιά της. Το πρόσωπο της ήταν γεμάτο ρυτίδες, έμοιαζε με πλισέ ύφασμα. Φορούσε σορτσάκι, μπουστάκι και πασουμάκια με τακούνι. Στο (υπερβολικά) σφιχτό εναγκαλισμό της, η χοντρή μύρισε άρωμα poison Dior και σκόρδο. “Κάθισε” την προέτρεψε η Ρούλα. Η χοντρή έκατσε δίπλα στον πατέρα της που ανόρεχτα, έσβησε την τηλεόραση.

– Με τι ήρθες; τη ρώτησε εκείνος
– Πήρα το τραμ και μετά το μετρό. Μετά δεν έβρισκα λεωφορείο και ήρθα με τα πόδια μέχρι εδώ
– Να περπατάς, καλό κάνει
– Περπατάω, κάθε μέρ…
– Περισσότερο να περπατάς, δε φτάνει,
την διέκοψε εκνευρισμένος.
Η χοντρή κατέβασε το κεφάλι. Μίλησε με τη Ρούλα για λίγη ώρα, για τα παιδιά της Ρούλας, πως περνάνε, τι κάνουν. Οι κόρες της Ρούλας ήταν νυχούδες, είχαν ανοίξει ένα σπα που πήγαινε πολύ καλά!
– Όλη μέρα δουλεύουν! Έτσι τα έμαθα εγώ τα κορίτσια μου. Εργατικά και έκαναν προκοπή.
– Μπράβο,
είπε δειλά η χοντρή. Μακάρι να έβρισκα και γω δουλειά…
– Άμα ήθελες θα έβρισκες,
ξεσπάθωσε ο πατέρας της
– Στέλιο…
– Όχι να τα λέμε κι αυτά, δεν προσπάθησες αρκετά. Σε σπούδαζα τόσα χρόνια, τόσα λεφτά χάλασα!
– Δε με παίρνουν πουθενά, μπαμπά, έχω ψάξει παντού
– Ε καλά τώρα, κάτσε τότε ολη μέρα σπίτι να τρως, να τρως, να τρως
– Στέλιοοοο…
– Άσε με μωρέ Στέλιο και Στέλιο, την αλήθεια λέω!

Η Ρούλα στη σιωπή που ακολούθησε, σηκώθηκε και έστρωσε το τραπέζι. Ήταν 3 η ώρα, η χοντρή ήταν με ένα καφέ από τις 7 πρωί, πεινούσε πολύ. Όση ώρα ήταν στο σπίτι του πατέρα της δεν της είχαν προσφέρει ούτε νερό. Προσφέρθηκε να βοηθήσει στο τραπέζι, αλλά η Ρούλα της είπε πως δεν χρειαζόταν. Έβαλε πάνω στο τραπέζι αγγινάρες με κρέας, τυροπιτάκια, φέτα και ψωμί. Ξεκίνησαν να τρώνε. Η χοντρή πήρε δύο τυροπιτάκια. Ένιωσε να τις μετράνε τις μπουκιές.
– Αγκινάρες να φας
– Θα φάω, λίγο.
– Δε σου αρέσουν;
– Ε εντάξει,
είπε η χοντρή μη θέλοντας να προσβάλει
– Αυτά να τρως, όχι ψωμιά που παχαίνουν! Ούτε λιπαρά.
Η χοντρή άφησε κάτω το δεύτερο τυροπιτάκι, ήπιε μια γουλιά νερό. Πεινούσε πολύ μα ντρεπόταν να φάει, πήρε μία αγκινάρα και έβαλε στο στόμα της ένα μικρό κομμάτι.

– Λοιπόν, άκου να δεις, σε φωνάξαμε εδώ για συγκεκριμένο λόγο, είπε ο πατέρας της και καθάρισε το λαιμό του για να δώσει έμφαση στη σοβαρότητα των λόγων του.
>> Το σκεφτήκαμε πολύ και δεν πάει άλλο. Πρέπει να γίνει κάτι με τα κιλά σου. Έχεις πάρει πάρα πολύ βάρος. Έχεις ξεφύγει πια πολύ, δεν είναι κατάσταση αυτή. Δε μπορείς να περπατήσεις, δε σε παίρνει κανείς στη δουλειά του και αναγκαζόμαστε να σε συντηρούμε εγώ και η μάνα σου, είσαι 35 χρονών πια, εγώ και η μάνα σου εντάξει, καλώς ή κακώς είχαμε τις διαφορές μας έγινε ότι έγινε, προχωρήσαμε τις ζωές μας. Δε σε παρατήσαμε. Αλλά εσύ το έριξες στο φαί και φτάσαμε πια σε αυτό το σημείο. Δε γυμνάζεσαι, δεν ξεκουνάς να κάνεις κάτι να συνέλθεις από αυτό το χάλι. Ποιος άντρας θα δεχτεί να κάνει κάτι μαζί σου, είναι κρίμα για τη μάσα να χάνεις τη ζωή σου, όλη μέρα μάσα μάσα μάσα. Πόσο θα φας πια, όλο λίπος είσαι, τα χέρια σου, τα πόδια σου. Δε λυπάσαι τη ζωή σου…
Η φωνή του έσπασε, βούρκωσε. Η Ρούλα σηκώθηκε από τη θέση της, πήγε από πίσω και τον αγκάλιασε, εκείνος έκανε νόημα με το χέρι πως είναι καλά και γύρισε προς τα πίσω το κεφάλι του, σκουπίζοντας ένα δάκρυ.
– Σε νοιαζόμαστε πολύ, κορίτσι μου. Ο πατέρας σου σε αγαπάει, νοιάζεται! Όλη μέρα κλαίει για σένα!
– Μα, είμαι καλά. Απλά δε βρίσκω δουλειά, είναι δύσκολες εποχές, κανείς δε βρίσκει

– Άσ’τα αυτά! Φώναξε ο πατέρας της. Έχεις βολευτεί που δε σε παίρνουν επειδή είσαι χοντρή! Άκου να δεις, μέχρι εδώ ήταν! Θα κάνεις εγχείριση!
– Τι!!

– Θα κάνεις εγχείρηση! Μίλησα και με τη μάνα σου. Μαζί το αποφασίσαμε.
– [ μαμά μου;; ]
Θα κάνεις αυτή την εγχείρηση που κάνουν όλοι, συνέχισε ο πατέρας της. Είχα κάτι λεφτά στην άκρη (έσπασε η φωνή του πάλι, έπνιξε έναν λυγμό) – με πόνο ψυχής τα είχα μαζέψει, με πολύ κόπο. Τα είχα στην άκρη για μια δύσκολη ώρα μου. Τα θυσιάζω. Πάρ’τα να πάει στο διάολο. Να μη σε βλέπω άλλο έτσι, που ντρέπομαι να λέω ότι είσαι κόρη μου. Που περπατούσες και έτριζαν τα πατώματα ρε, που χαιρόμουν να σε κυκλοφορώ, μια κουκλάρα ήσουν!
– Σώπα Στέλιο, θα πάθεις τίποτα, σώπα

– Άσε μωρέ, άσε που καταστρέφει τη ζωή της! Μια κούκλα ήταν, δεν την είχες γνωρίσει εσύ τότε, ξέρεις τι μου λέγανε όλοι; ‘Να τη χαίρεσαι την κουκλάρα σου!’ και τώρα να μη μπορεί να περπατήσει, να αγκομαχάει και δώστου χλαπ χλαπ φαγιά φαγιά ΦΑΓΙΑ όλη μέρα, να ξεχειλίζουνε τα λίπια, φαγιά φαγιά, ΦΑΓΙΑ!!!!!!
– …

– Άκου δω, θα πάμε μαζί. Αύριο Έχω κλείσει ραντεβού, ένας φίλος μου πήγε τη γυναίκα του, μια φάλαινα ήταν, 180 κιλά, ένα αίσχος πράγμα, να τη βλέπεις να να να… να σιχαίνεσαι. Της είπε ή θα πας να κόψεις τα στομάχια σου ή θα σε χωρίσω – και πήγε και είναι μια χαρά τώρα.
– Και καλή κοπέλα ε!
Τον σιγοντάρισε η Ρούλα
– Καλή ναι, τώρα να τη δεις, δε τη γνωρίζεις που ήταν σα σα σα… τι να σου πω δυο φορές το δικό σου το χάλι γιατί αυτή ήταν και κοντή. Και πολύ παχιά και κοντοστούπα!
– …

– Αύριο το πρωί, 9 η ώρα έχουμε ραντεβού να σε δει ο γιατρός να μας πει. Ρώτησα ήδη εγώ, 5 χιλιάρικα θέλει, σε δημόσιο νοσοκομείο θα την κάνεις την εγχείρηση, δε θέμε ιδιωτικό, να κάνουμε τη δουλειά μας θέλουμε, δε πάμε σε ξενοδοχείο. Θα κάνουμε ότι μας πει.
– Δε θέλω να κάνω εγχείρηση

– ΑΚΟΥ ΝΑ ΔΕΙΣ, ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΔΕ ΘΕΛΩ! ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΔΕ ΘΕΛΩ, ΑΚΟΥΣ! ούρλιαξε εκείνος
– Για το καλό σου κοριτσάκι μου, εμείς μόνο το καλό σου θέλουμε, τόσο πάχος δεν είναι καλό, χοληστερίνες, τριγλυκερίδια, καρκίνους…
– ΠΟΙΟΣ ΘΑ ΤΗΝ ΠΑΡΕΙ ΡΕ, Σ ΑΥΤΟ ΤΟ ΧΑΛΙ; Είτε στη δουλειά του, είτε για γυναίκα του, μια ζωή εμείς θα τη συντηρούμε και άμα ψοφήσουμε να δω τι θα κάνει, θα πουλήσει τα σπίτια μας και θα τα φάει, στην κοιλάρα της θα τα ρίξει όλα, μέρα χλαπ χλαπ χλαπ ΦΑΓΙΑ ΦΑΓΙΑ ΦΑΓΙΑ

ΣΚΑΣΕ ΣΚΑΣΕ!!!! ούρλιαξε η χοντρή ΣΚΑΣΕ!!! ΣΚΑΣΕ!
– ιιιι!!!
– ΣΚΑΣΕ ΚΑΙ ΣΥ! ΣΚΑΣΤΕ! ΣΚΑΣΤΕ!
– ΝΑ ΦΥΓΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΜΟΥ! ΝΑ ΦΥΥΥΥΥΥΥΥΥΓΕΙΣ!!! ΔΕ ΘΕΛΩ ΝΑ ΣΕ ΞΕΡΩ, ΕΓΩ ΕΙΧΑ ΜΙΑ ΚΟΡΗ, ΕΣΥ ΕΙΣΑΙ ΕΝΑ ΚΗΤΟΣ, ΝΟΜΙΖΕΣ ΘΑ ΣΕ ΤΑΙΖΩ ΝΑ ΚΑΘΕΣΑΙ ΜΙΑ ΖΩΗ Ε;; ΝΑ ΒΡΕΙΣ ΑΛΛΟ ΚΟΡΟΙΔΟ, ΕΓΩ ΚΑΙ Η ΜΑΝΑ ΣΟΥ ΤΕΛΕΙΩΣΑΜΕ!
– Στέλιο θα σε βρει κανένα εγκεφαλικό, αχ κορίτσι μου δε τον λυπάσαι τον πατέρα σου που σ’ αγαπάει;
– ΤΕΛΕΙΩΣΑ ΕΓΩ, ΦΥΓΕΕΕΕΕΕ ΦΥΓΕ ΑΠΟ ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΜΟΥΥΥΥΥΥΥ

Η χοντρή έτρεξε έξω, δεν περίμενε το ασανσέρ, κατέβαινε τα σκαλιά τρία τρία, βγήκε έξω, πετάχτηκε στο δρόμο με αναφιλητά, δεν είδε τη μηχανή που ερχόταν. Η μηχανή την πέταξε με το κεφάλι με δύναμη στο στύλο της ΔΕΗ, οι δύο επιβάτες έπεσαν και εκείνοι.

Δυο μέρες αργότερα, στην κηδεία της χοντρής, κάτι γείτονες του πατέρα της ψιθύριζαν μεταξύ τους,
– πως δεν σκοτώθηκαν τα παιδιά, αυτό έχει σημασία! Που έπεσαν πάνω στο βράχο!
– κομμάτια έγινε η μηχανή, είδες; Άγιο είχαν!
– απορώ πως θα σηκώσουν οι νεωκόροι το φέρετρο
– πώπω φίλε!

Η φωτογραφία στο μνήμα της χοντρής έδειχνε μια χαμογελαστή κοπελίτσα γύρω στα 20. Ο φωτογράφος είχε κόψει για τις ανάγκες της κορνίζας, τα χέρια που αγκάλιαζαν τους αδύνατους ώμους της. Χέρια ζεστά. Στοργικά. Πατρικά.

 

Photo cover:
«Fat Woman» Jutta Anne Torres Painting, Saatchi Art

 

Roan