Εφηβεία. Με τον όρο εφηβεία (επί+ήβη) για το ανθρώπινο είδος εννοείται μια διακριτή αναπτυξιακή φάση εξαιτίας των ραγδαίων βιοσωματικών αλλαγών και των νέων εξελίξεων. Ως προς τις νοητικές ικανότητες και ως προς την σεξουαλικότητα Με τον διακριτό όρο ήβη, εννοούνται τα φυσιολογικά, ορμονικά φαινόμενα που εμφανίζονται στα κορίτσια σε ηλικία 10-11 ετών περίπου και στα αγόρια 11-12 ετών περίπου. Στα κορίτσια, η ήβη ολοκληρώνεται σε ηλικία 15-17 ετών περίπου, ενώ στα αγόρια 16-17 ετών περίπου.

Δεν περίμενε να διαβάσει κάτι διαφορετικό αλλά χρειαζόταν απελπισμένα μια βοήθεια για να καταλάβει πώς το γλυκό και αθώο της κοριτσάκι, αυτό με τις πλεξούδες και το ευγενικό χαμόγελο, είχε ξαφνικά μεταμορφωθεί σε κάτι άλλο, κάτι που, όσο κι αν ήθελε και προσπαθούσε, αδυνατούσε να κατανοήσει. Κι η ίδια, σε μία δύσκολη μεταβατική περίοδο της ζωής της, διανύοντας την κλιμακτήριο, βρισκόταν στα όρια νευρικής κρίσεως.

Οι εναλλαγές διάθεσης μέσα στο σπίτι ήταν καταιγιστικές και καθημερινά θύμιζε πεδίο μάχης.
«Μαμά δεν έχω τίποτα να φορέσω», όπου το τίποτα μεταφράζεται σε δύο δίφυλλες ντουλάπες πάνω-κάτω και μια σιφονιέρα 4 συρταριών. «Μαμά πάχυνα, κοίτα, έχω πάρει 600 ολόκληρα γραμμάρια» που το κοιτάς και νομίζεις ότι βλέπεις κινητή ακτινογραφία, που πιάνει αέρας κι εύχεσαι να μην τη βρεις σε άλλο νομό, που απορείς πώς στέκεται στα πόδια της και σηκώνει με τόση ευκολία εκείνα τα δίπατα – τρίπατα παπούτσια που με δυσκολία τα βάζεις στην παπουτσοθήκη.
Η μουσική που ακούγεται από το δωμάτιο θυμίζει πριόνι που κόβει ξύλο, κραυγές μαρμότας που της βγάζουν το δέρμα ζωντανή και, στην καλύτερη περίπτωση, επαναλαμβανόμενο μπιτ που σου δημιουργεί ένα μικρό τικ σηκώματος φρυδιού και άνω – κάτω χείλους αν και, τις περισσότερες φορές, κυκλοφορεί με κάτι τεράστια ακουστικά που αναγκάζεσαι να ξελαρυγγιαστείς για να σε ακούσει.

Το λεξιλόγιο της περιέχει λέξεις που σε κάνουν να κυκλοφορείς μόνιμα μ’ ένα μολύβι στο αυτί κι ένα μπλοκ στην κωλότσεπη ή, εναλλακτικά, ένα κομμάτι χαρτί στερεωμένο μέσα στο σουτιέν για να μη σου διαφύγει τίποτα απ’ αυτές τις καινούργιες άγνωστες λέξεις που γκουγκλάρεις κρυφά το βράδυ και προσπαθείς να τις αποστηθίσεις καλύτερα και από τα ποιήματα που είχες να μάθεις στις γιορτές του σχολείου.

Τα μαλλιά, αν είχαν στόμα να μιλήσουν, θα έκαναν μήνυση για ακατάπαυστη και βάναυση ταλαιπωρία. Τις προάλλες, της έτεινες το χέρι για χειραψία νομίζοντας ότι είχε έρθει κάποια φίλη της στο σπίτι αφού από μακριά ξανθά μαλλιά που είχε, εμφανίστηκε στο σπίτι με καρέ total black κόμμωση. Σοκ και δέος.

Βέβαια, υπάρχουν και στιγμές που έρχεται και χώνεται κλαίγοντας στην αγκαλιά σου λέγοντας σου πόσο βλάκας είναι που χώρισαν κι εσύ εκεί, με ανοιχτά τα χέρια, να την παρηγορείς για τον Γιώργο που από την αρχή της έλεγες πως δεν έκανε για εκείνη, κι εκείνη να σε φρικάρει με την απάντηση «ποιος Γιώργος ρε μαμά; Ακόμα εκεί έχεις μείνει; Για τον Τάκη κλαίω» Να θέλεις να σταθείς στο παιδί σου και να μην ξέρεις για ποιον κλαίει κάθε φορά, μη σου τύχει.
Μάνα με κλιμακτήριο και κόρη στην εφηβεία, σατανικός συνδυασμός. Νομίζω τον έρμο τον πατέρα πρέπει κάποιος να τον λυπηθεί.

Είναι ευλογία να έχεις παιδιά και να μπορείς να τα μεγαλώσεις, δε λέω. Έρχεται εκείνη η ώρα όμως, που το παιδί σου, παύει να είναι παιδί και βρίσκεται στο μεταίχμιο ενηλικίωσης και αθωότητας. Σε μια περίοδο, καθ’ όλα κρίσιμη για την ψυχολογία τη δική της μα και τη δική σου. Τρέλα επικρατεί παντού, καυστικά σχόλια και μια μόνιμη επίθεση προς πλευράς σου. Νομίζεις πως κάτι κάνεις λάθος και ψάχνεις μόνιμα να το βρεις. Μα δε φταις, είναι που το κοριτσάκι σου γίνεται γυναίκα σιγά – σιγά, ανακαλύπτει τον εαυτό της και τη γυναικεία φύση της μέσα από εσένα, καθώς είσαι το καθοριστικό πρότυπό της, είτε το θέλεις, είτε όχι.

Ξάφνου αρχίζει τις πολλές κοπάνες από το σχολείο, αρχίζει να λέει ψέματα για το πού είναι ή με ποιον, στέλνει κλεφτά μηνύματα και την πετυχαίνεις, πολλές φορές, με ροζ – αναψοκοκκινισμένα μάγουλα. Μαζεύεται, ντρέπεται κι από ενοχή θυμώνει μαζί σου που δεν της αφήνεις ιδιωτικό χώρο. Τα παίρνει όλα τοις μετρητοίς και σε κατηγορεί για χίλιες δυο χαζομάρες.

Προσπαθείς να είσαι κοντά της μα υψώνει τείχη. Θέλεις να τη βοηθήσεις να διαχειριστεί τα επαναστατικά της συναισθήματα, μα δεν υπάρχουν περιθώρια. Κι εσύ, η δύσμοιρη μάνα, τρελαίνεσαι που δεν ξέρεις πια το παιδί σου.
Τα αθλητικά παπούτσια και τα φαρδιά τζιν έχουν αντικατασταθεί από κολλητά, άκρως προκλητικά σούπερ μίνι φορέματα κι εσύ παθαίνεις 3 εγκεφαλικά και 2 καρδιακά επεισόδια στο αντίκρισμα αυτό. Άσε που δεν ξέρεις και τι να πεις στον πατέρα της που, ως γνήσιο αρσενικό – προστάτης και πατροπαράδοτος όσον αφορά τη μονάκριβή του, θέλει να την κλειδαμπαρώσει στο δωμάτιο και να μη τη δει ούτε αρσενικός σκύλος μέχρι τα 30 της. (μπορεί να λέω και λίγα). Οφείλεις όμως να είσαι πιο ανοιχτόμυαλη και να σκεφτείς «κι εγώ τα ίδια έκανα στην ηλικία της» αλλά αυτό, όχι μόνο δε σε καθησυχάζει, μα σε τρομάζει περισσότερο μιας που εσύ στην ηλικία της είχες ήδη ολοκληρωμένες σχέσεις κι 1-2 χρόνια μετά εγκυμονούσες. Πάλι ξεφεύγεις και τρελαίνεσαι «Παναγία μου, το παιδί μου θα κάνει παιδί; ΘΑ ΠΕΣΩ ΝΑ ΠΕΘΑΝΩ ΑΑΑΑΑ». Που μπορεί το δύσμοιρο να μην έχει ΚΑΝ φιλήσει αγόρι κι εσύ την έστειλες κι όλας στο μαιευτήριο.

Και μέσα σ’ όλα να παλεύεις με τα δικά σου ψυχαναγκαστικά, να έχεις να μεγαλώσεις κόρη στην εφηβεία, να έχεις να συμμαζέψεις έναν πατέρα που με την παραμικρή αφορμή ετοιμάζει το δίκαννο να κυνηγήσει τους επιτήδειους που τολμούν να κοιτούν το κοριτσάκι του, που έχει έτοιμο σκαμμένο λάκκο στην αυλή για παν ενδεχόμενο, που το παίζει σκληρός μπροστά της μα σου κρυφοκλαίγεται τα βράδια.

Κι εσύ, εκεί που νιώθεις έτοιμη για τα σίδερα, και σπας το κεφάλι σου για το πώς στο καλό θα τα διαχειριστείς όλα αυτά, έχεις μια υπέροχη ιδέα. Να σταματήσεις να τρελαίνεσαι για όλα.

Σηκώνεσαι μια ωραία πρωία, φτιάχνεις το καφεδάκι σου, αράζεις στο μπαλκονάκι σου και δεν κάνεις τίποτα. Με το που σκάει η πρώτη σκέψη, σηκώνεις φρύδι και γεμάτη αυτοπεποίθηση μονολογείς σαν να τους έχεις μπροστά σου.
«ΌΧΙ ΑΓΑΠΕΣ ΜΟΥ, ΔΕ ΘΑ ΜΕ ΤΡΕΛΑΝΕΤΕ ΕΣΕΙΣ, ΕΓΩ ΘΑ ΣΑΣ ΤΡΕΛΑΝΩ» Κι έτσι, το έλυσες κι αυτό. Για σήμερα τουλάχιστον, γι’ αύριο, ποιος ξέρει.

 

Σοφία Λακιώτη – Δώρα Κουτσογιάννη