Σκυφτή, πάνω από τον πάγκο της κουζίνας, η κυρά Μαργαρίτα ψιλόκοβε με νευρικές κινήσεις τον φρέσκο δυόσμο. Όλο το δωμάτιο μοσχοβολούσε από το άρωμά του και ο ταχυδακτυλουργικός τρόπος που χειριζόταν το τεράστιο μαχαίρι, θα έκανε ακόμα κι έναν σεφ, σε εστιατόριο με δύο αστέρια Michelin, να χλωμιάσει με σεβασμό. Η κυρά Μαργαρίτα όμως. δεν ήταν μεγάλος σεφ σε κάποιο ακριβό εστιατόριο. Μια ηλικιωμένη γυναίκα ήταν, μέσα στην κουζίνα μια ταβέρνας, στον Άγιο Νικόλα της Ανάφης. Μια γυναίκα με λευκά σαν βαμβάκι μαλλιά, με ροζιασμένα χέρια και με μια ποδιά κουζίνας, που στα τόσα χρόνια κόντευε να γίνει δεύτερο δέρμα πάνω της.

Παιδούλα ακόμα είχε φύγει από τον τόπο της τη Σαντορίνη, για να κατοικήσει πλέον μόνιμα στο μικρό αυτό Κυκλαδονήσι, που έμοιαζε εγκαταλειμμένο από το Θεό. Προξενιό της είχαν κάνει τον Αυγουστή. Και ήταν καλός ο Αύγουστος, δουλευταράς και λεβέντης. Τι άλλο να ζητήσει η Μαργαρίτα; Μάζεψε έτσι τα προικιά της, μπήκε στο πλοίο και έφυγε για την Ανάφη. Καλή ζωή είχε ζήσει δίπλα του και ας δούλευαν και οι δύο σαν τα σκυλιά, χειμώνα – καλοκαίρι. Παράπονο δεν είχε. Το σπιτάκι τους το είχαν φτιάξει, τα παιδάκια τους τα είχαν μεγαλώσει κι ύστερα όταν άρχισε ο εναλλακτικός τουρισμός να παίρνει τα πάνω του, μαζί με τα παιδιά τους, άνοιξαν και την ταβέρνα δίπλα στο πρακτορείο, εκεί στο λιμάνι. Γιατί η Μαργαρίτα από πολύ νωρίς φάνηκε πως ήταν άπιαστη στη μαγειρική. Η τεράστια κοιλιά του Αύγουστου, που χρόνο με τον χρόνο μεγάλωνε, ήταν η καλύτερη απόδειξη. Όλες οι νέες νοικοκυρές του νησιού, πήγαιναν στην Μαργαρίτα για να μάθουν τα κόλπα της κουζίνας. Και εκείνη καμαρωτή – καμαρωτή, τους τα έδειχνε όλα. Εντάξει όχι κι όλα, σχεδόν όλα. Καημό το είχαν οι άλλες, που ενώ έκαναν ότι τους έλεγε, τα δικά τους μελιτερά δεν έφταναν σε νοστιμιά τα δικά της. Όποτε όμως της γκρίνιαζαν, πως κάτι τους κρύβει, εκείνη τσαντιζόταν και τους έλεγε πως η μαγειρική θέλει ψυχή ενώ εκείνες ήταν σκατόψυχες, που πίστευαν πως θα έκανε τέτοιο πράγμα. Χαμήλωναν έτσι τα μάτια ντροπιασμένες και ζητούσαν συγνώμη από την Μαργαρίτα. Μόνο που αργά το βράδυ, μπροστά στην εικόνα της Παναγίας, εκείνη χαμήλωνε τα μάτια και ζητούσε συγνώμη. «Συγχώρα με κυρά μου, συγχώρα με τη δούλη σου, που δεν τους τα λέω όλα. Αλλά γυναίκα είσαι και με καταλαβαίνεις. Άλλες είναι όμορφες, άλλες είναι πλούσιες, εγώ ένα πράγμα έχω μοναχά και αυτό είναι οι συνταγές μου. Σιγά μην τους τις δώσω έτσι εύκολα!»

Και όσο τα χρόνια περνούσαν, οι μαγειρικές ικανότητες της Μαργαρίτας έκαναν τον γύρο όλων των Κυκλάδων. Με αποτέλεσμα, τους καλοκαιρινούς μήνες, η μικρή ταπεινή ταβέρνα να είναι πάντα γεμάτη κόσμο. Γέμισαν έτσι τα πόδια της φλεβίτη από την ορθοστασία, μπροστά στο υγραέριο που μαγείρευε, γέμιζε και το ταμείο του Αύγουστου.

«Μάνα δεν θα το πιστέψεις! Μια κινεζούλα έξω, μου είπε να σου πω, πως οι κεφτέδες σου τα σπάνε!» της είπε ένα ζεστό μεσημέρι του Αυγούστου η κόρη της μπαίνοντας στην κουζίνα και η ψυχή της Μαργαρίτας πετάρισε, που ακόμα και η μακρινή Ασία υποκλινόταν στα γέρικα, κουρασμένα πόδια της.

«Φέρτην μέσα. Θα της δώσω τη συνταγή.» είπε χωρίς να το πολυσκεφτεί. Τα χρόνια περνούσαν. Οι αντοχές της, μέρα τη μέρα μειώνονταν. Έπιανε τον εαυτό της τελευταία να ξεχνάει ακόμα κι η ίδια κάποιο υλικό. Κάποτε, θα χανόταν και μαζί της θα χάνονταν και οι συνταγές της. Αμαρτία ήταν να τις πάρει μαζί της. Το είχε αποφασίσει. Είχε έρθει η ώρα μια – μια να τις ελευθερώσει. Με τους κεφτέδες θα ξεκινούσε λοιπόν, που τόσο άρεσαν και στον Αυγουστή. Κοίταξε διστακτικά την νεαρή κοπέλα, που με ενθουσιασμό αλλά και ντροπή, είχε εισβάλλει μετά την πρόσκλησή της στο άβατό της. Καλός άνθρωπος έμοιαζε. Χαμογελαστός. Ναι, θα της την έλεγε ολόκληρη!

«Κόρη μου θα σου την πω τη συνταγή και θα στην πω ατόφια. Δεν θα σου κρύψω ούτε ένα υλικό. Από σένα θέλω μόνο, να μην την γράψεις. Θέλω να την κρατήσεις στο μυαλό σου μέχρι να φύγεις από εδώ. Μετά, κάνε ότι θες. Να ξέρεις όμως κάτι. Για να βγει το φαΐ καλό, ένα υλικό χρειάζεται μόνο. Αγάπη. Αν μαγειρεύεις με αγάπη, τότε ό,τι και να φτιάξεις νόστιμο θα είναι, να το θυμάσαι!» είπε και ξεκίνησε να αραδιάζει ένα ένα τα υλικά.

Πάνω από δέκα χρόνια έχουν περάσει κι η «κινεζούλα» ακόμα μελετάει την κυρά Μαργαρίτα, κάθε φορά που τηγανίζει κεφτέδες. Και είναι οι κεφτέδες αυτοί της Ανάφης, όπως τους λέει, το πιο πετυχημένο πιάτο στα τραπέζια που κάνει. Κι όποτε κανένας ρωτάει τη συνταγή, τη δίνει απλόχερα – όπως απλόχερα δόθηκε και στην ίδια. Δεν κρύβει ούτε μισό υλικό. Το μόνο που δεν λέει, για να μην την περάσουν για τρελή, είναι πως χρειάζεται ακόμα ένα μυστικό υλικό, διαφορετικό για τον καθένα. Για την κυρά Μαργαρίτα, το μυστικό υλικό ήταν η αγάπη. Για εκείνην, το μυστικό υλικό είναι πως οι κεφτέδες κρύβουν πίσω τους μια ιστορία. Γιατί για να δουλέψει κάτι σωστά σε αυτή την «κινεζούλα», πρέπει πάντα μέσα του να κρύβει μια ιστορία.