Ένας τυπικός καφές με την παρέα ήταν. Βγήκα να κάνω ένα τσιγάρο και το αμάξι που περνούσε, είχε τη μουσική στη διαπασών.
«Με τυραννούν οι ομορφιές. Οι ομορφιές, οι φόνισσες κι εσύ, που με λησμόνησες… »

Να πάρει, τι τραγουδάρα παίζει το αναθεματισμένο, σκέφτηκα και πέταξα το τσιγάρο με δύναμη στο πάτωμα. Φταίει που μου ήρθαν αναπάντεχα αναμνήσεις στο μυαλό και δεν μπορούσα να τις διαχειριστώ.

Κάνω να μπω στο μαγαζί και ξαφνικά το αναθεματισμένο αμάξι, παρκάρει ακριβώς μπροστά μου. Και βγαίνεις εσύ. Έτσι, χωρίς προειδοποίηση, χωρίς να είμαι έτοιμη να σε δω. Τα βλέμματα μας συναντώνται για δύο δεύτερα κι ύστερα οι δρόμοι μας χωρίζουν, όπως πάντα άλλωστε. Όμως εγώ θέλω να στα πω. Να τα βγάλω από μέσα μου.

Είναι αργά για να σε μισήσω. Δεν έχει σημασία πια. Είναι αργά για ν’ αδιαφορήσω. Τζάμπα συναισθήματα ξυπνώ. Άδικος κόπος να πενθώ για μια χαμένη, εξ’ αρχής, μάχη.

Σ’ ευχαριστώ όμως. Σ’ ευχαριστώ που με κάνεις δημιουργική. Που μ’ έμαθες ν’ αντλώ έμπνευση από εσένα. Από τις χαμένες στιγμές του παρελθόντος. Κι ας πονούν μερικές φορές. Κι ας ξεφεύγουν από τη λήθη.

Ας επανέρχονται πάλι στο κεφάλι μου να μου υπενθυμίζουν τι ένιωσα και πως κάποτε ήμουν άξια να νιώσω. Να πιστέψω σε ανθρώπους. Να εναποθέσω ελπίδες.
Κάποτε που τα συναισθήματα είχαν άλλα χρώματα. Άλλη ένταση. Χαρούμενες νότες που νόθευαν τη μαυρίλα μου και τη μετέτρεπαν σε χαρμόσυνη μελωδία.

Λίγα δευτερόλεπτα που πέρασες από μπροστά μου, ήταν αρκετά για να μου φέρουν μνήμες.

Οι δυο μας σ’ ένα αυτοκίνητο, αμίλητοι. Αποξενωμένοι πια και χαμένοι μεμονωμένα στις σκέψεις μας. Το ραδιόφωνο, το μόνο πράγμα που έσπαγε τη νεκρική σιγή μας. Και τι ειρωνεία να παίζει το πιο κατάλληλο τραγούδι.

Χάζευα έξω απ’ το παράθυρο τις στάλες της βροχής που έσκαγαν στο τζάμι κι απολάμβανα τη μελωδία. Παρατηρούσα την θαμπάδα που είχε δημιουργηθεί από την υγρασία στο κλειστό τζάμι και χαμογέλασα νωχελικά όταν εμφανίστηκε μια ξεθωριασμένη καρδιά σχηματισμένη από τα δάχτυλα μου.

Πάντα μου άρεσε να το κάνω αυτό στα θαμπά τζάμια.

Άκουγα τη μελωδία καθώς οδηγούσες για να μ’ αφήσεις στο σπίτι. Η φωνή της τραγουδίστριας διέκοψε τις σκέψεις μου με τα λόγια της.

«Κλειστά παραθυρόφυλλα, να μ’ αγαπάς πώς το θελα…»

https://www.youtube.com/watch?v=MlcTsQky_58

Σιγοτραγούδησα μαζί της και σε διέκοψα διαδοχικά από τις δικές σου σκέψεις. Με κοίταξες φευγαλέα και προσπέρασες το κόκκινο φανάρι βιαστικός. Τόσο πολύ σ’ ενοχλούσα που δεν άντεχες να μείνεις λίγα λεπτά ακόμη μαζί μου;

Μου πήρε καιρό να σταματήσω να νοιάζομαι. Δε φταις, σε καμία των περιπτώσεων. Δική μου ευθύνη εξ’ ολοκλήρου που πίστεψα τα λόγια σου. Αφού ήξερα πόσο επιπόλαιος είσαι.

Ήξερα πως ήμουν ένα καπρίτσιο σου και μόλις κατάφερες να το πραγματοποιήσεις σταμάτησε να έχει αξία για σένα.

Στο είπα εξ’ αρχής πως θα μπλέξουμε και θα χαλάσουμε την ήδη υπάρχουσα σχέση μας. Απέφυγα πολλές φορές να ενδώσω στα καλέσματά σου. Στην επιθυμία μου για σένα.

Λάκισα όμως. Άνθρωπος είμαι με αισθήματα και κουμπιά που ήξερες να χειρίζεσαι καλύτερα κι από εμένα την ίδια.

Γελούσες όταν μιλούσαμε γι αυτό. Ήξερες πού να ποντάρεις και πόσο. Ζυγισμένα όλα κι υπολογισμένα για να βγαίνεις πάντα νικητής.

Ήρθες, πήρες κι έφυγες κύριος.

Μόνη έμεινα να κλαψουρίζω πάνω από τις παιδικές μας αναμνήσεις. Να χαζεύω φωτογραφίες από εκδρομές, από ξενύχτια. Από το πρώτο μου μεθύσι. Τι θυμήθηκα πάλι…

Να με κρατάς σφιχτά στην αγκαλιά σου και να ορκίζεσαι πως δε θ’ αφήσεις κανέναν να με πληγώσει. Και να με κερνάς το επόμενο ποτό μέχρι να φτάσω σε σημείο να μην νιώθω. Μέχρι που λιποθύμησα στα χέρια σου και με μετέφερες στο κρεβάτι κι έμεινες ξύπνιος να με προσέχεις μην πάθω τίποτα.

Νοιαζόσουν κάποτε. Όσο με είχες στο μυαλό σου σαν φίλη, νοιαζόσουν. Τα προβλήματα άρχισαν όταν τα λόγια των τρίτων τριβέλισαν το μυαλό σου και σ’ έκαναν να πιστέψεις πως θα γινόμασταν το τέλειο ζευγάρι.

Και θα μπορούσαμε. Αν δεν ήσουν τόσο ανόητος κι εγωιστής. Αν δε γούσταρες απλά να επιβεβαιωθείς για το κατόρθωμά σου. Για μια ακόμα κατάκτηση στην πολυπόθητη λίστα σου.

Τόση αξία λοιπόν είχα για σένα όλα αυτά τα χρόνια. Ένα όνομα γραμμένο σ’ ένα βρωμόχαρτο.

Δε θα στο παίξω ιστορία και πως δεν έγινε τίποτα. Με ρήμαξε η φυγή σου. Ο τρόπος που χαθήκαμε. Που σταματήσαμε κάθε επικοινωνία.

Ήξερα πως από τη στιγμή που έγινε κάτι ανάμεσά μας, δε θα μπορούσαμε να βγούμε αλώβητοι απ’ αυτή την ιστορία. Η σχέση μας ποτέ δε θα μπορούσε να είναι όπως πριν. Μα δεν περίμενα να με ξεγράψεις έτσι απλά.
Λες και δεν ήμουνα κανείς.

Με πονούσε κάθε μέρα η απουσία σου. Όχι ερωτικά. Αυτό το ξεπέρασα πολύ γρήγορα. Η παρουσία σου δίπλα μου σαν άνθρωπος, σαν φίλος, σαν συμβουλάτορας. Οι στιγμές της χαζομάρας κι εκείνες της συμπόνιας. Εκείνες της παρηγοριάς. Όλα εκείνα που μόνο οι δυο μας ξέρουμε.

Αυτά μου λείπουν μέχρι σήμερα. Και τ’ άρωμά σου που μου έκαιγε τα ρουθούνια.

Μήνες είχα να σε δω. Η τελευταία μου ανάμνηση, γλυκόπικρη. Η σφιχτή αγκαλιά σου την ώρα που σου έφτιαχνα καφέ και λίγες μέρες μετά το απόλυτο τίποτα.

Καιρό είχα να μιλήσω για σένα. Σε είδα όμως, πέρασες από δίπλα μου, ανταλλάξαμε βλέμματα και δεν είπες ούτε ένα τυπικό «γεια».

Τα μάτια σου όμως… Θύμισαν.
Κι ήταν πολλά εκείνα που δεν έπρεπε να ξαναβγούν στην επιφάνεια.

Ας είναι. Σ’ ευχαριστώ που μ’ έκανες να ξεθάψω κρυμμένα παράπονα και να νιώσω χαζή γι ακόμα μια φορά που ένιωσα έτσι για έναν ανώριμο παραμυθά.

Σ’ ευχαριστώ που μ’ έκανες να θυμηθώ την επόμενη φορά να μην αναλωθώ και να μη λυπηθώ για κανέναν ανάξιο εραστή.

Ένας έρωτας φθηνός ήσουν που δεν άξιζες τα δάκρυα που σπατάλησα για σένα.

Όλα θα ήταν πολύ καλύτερα, όμως, αν ήσουν μόνο αυτό. Το πρόβλημα είναι πως ήσουν πολλά περισσότερα.

Το θυμάμαι εκείνο το «για πάντα» σου και τον όρκο σου να με προσέχεις και να με προστατεύεις από αυτούς που θέλουν να με πληγώσουν.

Πού να ήξερα πως τελικά θα ήσουν εσύ εκείνος που θα με πονούσε πρώτος απ’ όλους. Μα φταίω. Ήξερα. Ποτέ δεν πρέπει να μπλέκεις τον έρωτα με τη φιλία.

Αρκετά γι απόψε. Υπόσχομαι στον εαυτό μου την επόμενη φορά που θα σε δει, να μην πονέσει ούτε να θυμηθεί.

Βάζω στο reply το τραγούδι που έπαιζε εκείνο το βράδυ στο αυτοκίνητο και σιγοτραγουδώ ξανά.

«Θα ρίχνω εκεί που περπατάς, τον όρκο μας να τον πατάς κι ας με πονούν οι μέλισσες κι εσύ που δε με θέλησες…»