Αγχωμένη κοίταξε το ρολόι στον καρπό της. Οριακά θα προλάβαινε να σβήσει τον φούρνο και να φύγει για τη λειτουργία. Της είχε πει ο Παναγιώτης να μην μαγειρέψει, αλλά εκείνη το θεωρούσε ντροπή. Κυριακή και να ταΐσουν τον κόσμο έτοιμο φαγητό, δεν το δεχόταν η συνείδηση της. Έτσι ξύπνησε από τις 4 το πρωί και τώρα ο μουσακάς κόντευε να γίνει. Τα πιροσκί θα τα ετοίμαζε αφού γυρνούσε από την εκκλησία. Θα έφτιαχνε και μια σαλάτα και θα έβγαινε ασπροπρόσωπη.
Κοντοστάθηκε μπροστά στον καθρέφτη και προσπάθησε με δύο τσιμπιδάκια να στερεώσει μια ξανθιά τούφα, που ατίθαση είχε διαφύγει από τον σφιχτό κότσο της. Μύρισε λίγο την μπλούζα της και δυσανασχέτησε. Τηγανίλα μύριζαν τα ρούχα της και χρόνο να τα αλλάξει δεν είχε. Βιαστικά πήγε προς το μπάνιο και σχεδόν έπεσε πάνω στο μεγάλο γιο της, που έβγαινε εκείνη την ώρα νυσταγμένος από μέσα.

«Γιατί παιδί μου ξύπνησες κυριακάτικα τόσο νωρίς; Άρρωστος είσαι;», τον ρώτησε ενώ έριχνε λίγο άρωμα πάνω της.
«Άσε μας ρε μάνα. Μια εργασία πρέπει να γράψω για το σχολείο», απάντησε εκείνος και απρόθυμα προχώρησε προς την κουζίνα.
«Αμάν ρε μαμά. Εφτά το πρωί και εδώ μέσα μυρίζει σαν μαγειρείο. Έλεος, νέφτι σου βάλανε πρωινιάτικα;», διαμαρτυρήθηκε ενώ έβαζε πάνω στο γκαζάκι το μπρίκι για τον καφέ.
«Περιμένουμε κόσμο το μεσημέρι και εγώ θέλω να πάω στην εκκλησία. Τι εργασία έχεις να γράψεις;», τον ρώτησε παίρνοντας του το μπρίκι από το χέρι. Ο μουσακάς ήθελε τουλάχιστον δέκα λεπτά ακόμα. Προλάβαινε να του φτιάξει ένα γρήγορο πρωινό.
«Τι να σου εξηγώ. Λες και θα καταλάβεις. Για το trafficking έχω να γράψω. Ξέρεις τι είναι trafficking; Βασικά μάνα θα έπρεπε να ξέρεις. Συμπατριώτισσες σου υποφέρουν από δαύτο. Αλλά που να ξέρεις. Όταν εσύ έφυγες από εκεί, ήσουν μωρό και τότε δεν γίνονταν τέτοια πράγματα», είπε ο νεαρός αδιάφορα και έκατσε σε μια καρέκλα.
«Ξέρω τι είναι», αποκρίθηκε εκείνη κοφτά και έβαλε μπροστά του το φλιτζάνι με το καφέ και μερικά κουλουράκια.
«Άτσα το Ολγάκι. Ε, γι’ αυτό πρέπει να γράψω μια εργασία. Άντε, φεύγα τώρα. Πήγαινε προσευχήσου για τις ψυχές μας τις ακόλαστες , να πιω και εγώ τον καφέ μου, να ξυπνήσω σαν άνθρωπος», της είπε και της έσκασε ένα πεταχτό φιλί στο μάγουλο.
Και βγήκε η Όλγα από το σπίτι, με τη μαύρη δερμάτινη τσάντα της περασμένη στον δεξί της αγκώνα, σκυφτή και προβληματισμένη, και ξεκίνησε να περπατάει αφηρημένα προς την εκκλησία.

«Σ’ αγαπάω Όλγκα. Είσαι το φως της ζωής μου. Έλα να φύγουμε παρέα. Πάμε να ξεκολλήσουμε από αυτόν τον τόπο της πείνας και της στέρησης. Θα πάμε στην Ευρώπη. Θα ζήσουμε σαν άνθρωποι. Ελεύθεροι. Χωρίς να φοβόμαστε. Πες μου ότι θα έρθεις μαζί μου, γλυκιά μου Όλγκα!», της έλεγε τριάντα χρόνια πριν ο Αντρέι, δίπλα στις παγωμένες όχθες του Νέβα. Και η ξανθιά Όλγκα με τα καταπράσινα μάτια, που ήταν μόλις δεκαεφτά χρόνων, ήξερε ήδη πως θα ακολουθούσε τον ψηλό Αντρέι ακόμα και στην κόλαση. Αυτός ο άντρας δεν έμοιαζε με όλους όσους είχε γνωρίσει. Δεν έπινε, δεν φώναζε και το βασικότερο δεν είχε σηκώσει ποτέ χέρι πάνω της για να την πονέσει. Με τα τεράστια χέρια του, το μόνο που προκαλούσε στο αδύνατο κορμί της, ήταν συναισθήματα πόθου. Ένα μόνο γράμμα όμως αλλάζει τον πόθο σε πόνο και αυτό δεν θα αργούσε να το καταλάβει.
Το τρένο καλά – καλά δεν είχε βγει από τα σοβιετικά εδάφη, όταν διαισθάνθηκε πως κάτι δεν πήγαινε καλά. Κάτι στο βλέμμα του Αντρέι είχε αλλάξει. Αλλά η καρδιά της δεν δεχόταν αυτό για το οποίο ο εγκέφαλός της προσπαθούσε να την προειδοποιήσει. Και όταν η αμφιβολία πήγαινε να φυτρώσει μέσα της, ερχόταν εκείνος με χάδια, αγκαλιές και φιλιά και τα έσβηνε όλα.

«Καλύτερα να κρατάω εγώ το διαβατήριο και τα χαρτιά σου», της είπε στο λιμάνι της Οδησσού, όσο περίμεναν να επιβιβαστούν στο πλοίο και εκείνη του τα είχε δώσει, χωρίς να πάει καν το μυαλό της σε αυτά που θα ακολουθούσαν. Η κούραση του ταξιδιού ήταν που έκανε το Αντρέι σκυθρωπό και νευρικό. Μόλις έφταναν στο Παρίσι, όλα θα άλλαζαν. Γιατί στο Παρίσι την πήγαινε ο Αντρέι της. Στην πόλη του έρωτα και της τέχνης, να φτιάξουν μαζί μια καινούργια ζωή. Μια ζωή μακριά από το κρύο και την καταπίεση που πλάκωναν τα νεανικά τους όνειρα.
Της άρεσε η Θεσσαλονίκη της Όλγκας και ας ήταν νύχτα όταν έφτασαν. Και όταν ο Αντρέι της είπε πως θα έμεναν εκεί σε κάτι γνωστούς για μερικά βράδια, για να ανακτήσουν τις δυνάμεις τους από το ατελείωτο ταξίδι, χάρηκε που θα έβλεπε και λίγο την Ελλάδα. Τόσα είχε ακούσει στο σχολείο γι αυτή τη μικρή φιλόξενη χώρα. Οι μέρες όμως έγιναν εβδομάδες. Ο Αντρέι όλο έφευγε και την άφηνε μόνη της. Και όταν γυρνούσε, μύριζε αλκοόλ. Αυτός ο άντρας, που ποτέ της δεν τον είχε δει να πίνει, μύριζε πλέον όπως ο πατέρας της. Και όταν τόλμησε να τον πιέσει να προχωρήσουν επιτέλους το ταξίδι τους, για να φτάσουν στον τελικό προορισμό τους, εκείνος της έδωσε ένα χαστούκι τόσο δυνατό, που έχασε την ακοή της από το αριστερό αυτί για μερικές μέρες. Αυτό το πρώτο χαστούκι ήταν και εκείνο, που την είχε πονέσει περισσότερο από όλα. Ακόμα όμως και τότε, ο νους της αρνιόταν να δεχτεί την προδοσία που της ετοίμαζε.
Στη Λαμία για να επισκεφτούν κάτι συμπατριώτες τους, της είπε πως θα πήγαιναν εκείνο το πρωινό. Και η Όλγκα έβαλε το πράσινο φόρεμα που της είχε πάρει δώρο ο Αντρέι στην Οδησσό και μπήκε στο δανεικό Λάντα όλο χαρά. Άνοιξη ήταν και όλα ήταν ανθισμένα. Βαθιά μέσα της πλέον ήξερε πως η στάση στην Ελλάδα θα κρατούσε περισσότερο από όσο είχε αρχικά εκτιμήσει. Ήδη στον σχεδόν ένα μήνα που ζούσαν στην Ελλάδα, είχε μάθει μερικές λεξούλες και ας ακουγόταν αστεία, όταν τις έλεγε με τη βαριά προφορά της. Ο Αντρέι συνέχιζε να πίνει και να γίνεται βίαιος κάποιες φορές, ακόμα και όταν κάνανε έρωτα. Αλλά και τι με αυτό; Πάντα στο τέλος την έκλεινε τρυφερά στην αγκαλιά του και γινόταν ξανά ο Αντρέι εκείνος που ερχόταν κάτω από το σπίτι της στο Λένινγκραντ και περίμενε μέσα στο χιόνι, να βγει για να του χαμογελάσει. Όλα καλά θα πήγαιναν. Ήταν νέοι, ήταν υγιείς, ήταν επιτέλους ελεύθεροι. Θα έβρισκαν δουλειές, θα έφτιαχναν ένα σπίτι με αυλή και μετά θα το γέμιζαν παιδιά. Αυτά σκεφτόταν όσο το αυτοκίνητο διέσχιζε τον Θεσσαλικό κάμπο. Ναι, θα μπορούσαν να φτιάξουν τη ζωή τους και στην Ελλάδα. Παρίσι δεν ήταν. Και αυτός ο ήλιος παραήταν δυνατός για το λευκό της δέρμα. Αλλά θα μπορούσαν…

Μπαίνοντας στο νυχτερινό μαγαζί, που αν και μέρα μεσημέρι ήταν θεοσκότεινο, μια «κλωτσιά» ένιωσε στο στομάχι της από τη μυρωδιά και τη βρώμα που επικρατούσε. Διστακτικά, έκατσε δίπλα στον Αντρέι και αρνήθηκε ευγενικά τη βότκα που ένας περίεργος άντρας της πρόσφερε. Κάτι συζητούσαν με τον Αντρέι στα αγγλικά και εκείνη ελάχιστα καταλάβαινε. Σκόρπιες λέξεις. Σαν να διαφωνούσαν για κάποιο ποσό. Μα γιατί δεν της είχε πει πως θα πήγαιναν για δουλειές; Θα τον μάλωνε αργότερα. Που είχε μπλέξει άραγε; Και ύστερα ο περίεργος άντρας έδωσε στον Αντρέι ένα χοντρό φάκελο και ο Αντρέι του έδωσε πίσω έναν πιο μικρό. Και τσουγκρίζοντας τα βρώμικα ποτήρια τους, κατέβασαν το διαυγές περιεχόμενο γελώντας. Μάλλον είχαν καταλήξει σε συμφωνία, σκέφτηκε ανακουφισμένη, που έστω και έτσι, θα έφευγαν από εκεί μέσα.
«Πάω στην τουαλέτα και φύγαμε», της είπε και τη φίλησε. Αυτά ήταν τα τελευταία λόγια που άκουσε από εκείνον. Αυτή ήταν η τελευταία φορά που τον είδε. Με ένα πεταχτό βιαστικό φιλί την είχε πουλήσει. Πότε της δεν ρώτησε να μάθει το αντίτιμο που ο Έλληνας είχε δώσει για να την αγοράσει. Κανένα νούμερο δεν θα μπορούσε να γλυκάνει την απελπισία που είχε νιώσει μέσα της, όταν κατάλαβε τι είχε συμβεί. Σχεδόν σέρνοντάς την, την είχαν πάει στο σπίτι που θα περνούσε τα επόμενα πέντε χρόνια της ζωής της και το πράσινο φόρεμα σκίστηκε καθώς πάλευε να ελευθερωθεί. Και έμεινε μόνο ένα πράσινο κομμάτι ύφασμα που το έκρυβε στον κόρφο της για μέρες, περιμένοντας τον Αντρέι να έρθει να την πάρει από εκεί μέσα.

«Σταμάτα να μυξοκλαίς και παρ’ το απόφαση πως είσαι νεράιδα πλέον», άκουσε στη γλώσσα της μια μεγαλύτερη γυναίκα να της λέει, εκείνο το πρώτο βράδυ. Και κουρασμένη από το κλάμα, γύρισε πλευρό και αποκοιμήθηκε. Η Κάτια θα ήταν αυτή που θα της άνοιγε τα μάτια μέσα στις επόμενες μέρες. Μόλις τρία χρόνια μεγαλύτερη από την ίδια, για κάποιο λόγο τη λυπήθηκε. Και ως η βασική ερωμένη, και κατά συνέπεια ευνοημένη του Σταμάτη, θα φρόντιζε η μετάβαση στη νέα πραγματικότητα της ζωής της, να γίνει πιο ομαλά. Χωρίς την Κάτια, ίσως και να είχε αυτοκτονήσει τις πρώτες εκείνες μέρες.
Σαν μεγάλη αδελφή, της εξήγησε πως τα πράγματα δεν ήταν τόσο σκούρα όσο φαινόντουσαν. Πως θα μπορούσε να είχε καταλήξει σε κάποιο μπουρδέλο της Αθήνας, που οι κοπέλες υπέφεραν κυριολεκτικά. Πως ο Σταμάτης ήταν γνωστός σε όλη την επικράτεια, για το πόσο σωστά και δίκαια φερόταν στα κορίτσια του. Θα είχε ιατρικές εξετάσεις, θα είχε καλό φαγητό και οι πελάτες απλοί αγρότες ήταν, θα της φερόντουσαν καλά. «Το μόνο που έχεις να κάνεις, είναι να σταματήσεις να αντιστέκεσαι στη μοίρα σου, να είσαι καθαρή και να μάθεις να μιλάς ελληνικά όσο πιο γρήγορα γίνεται!», τη συμβούλεψε χτενίζοντας τα μακριά ξανθά μαλλιά της. «Θα το σκάσω Κάτια. Εγώ θα φύγω από εδώ…», ψιθύρισε η Όλγκα χολωμένη. «Ανόητη! Είσαι νεράιδα πλέον και σου κρατάνε το μαντήλι. Πουθενά δεν θα πας! Όσο πιο γρήγορα το πάρεις απόφαση, τόσο το καλύτερο για σένα!», την είχε μαλώσει η Κάτια.

Στον μήνα πάνω η Όλγκα είχε αποδεχτεί πως ο Αντρέι δεν θα επέστρεφε για εκείνη και είχε πετάξει στα σκουπίδια το πράσινο κομμάτι ύφασμα, που της είχε απομείνει να της τον θυμίζει. Στους δύο μήνες είχε διαπιστώσει πως η Κάτια είχε δίκιο σε όλα. Στους τρεις μήνες είχε πάψει να είναι η Όλγκα και είχε γίνει η Όλγα. Στο χρόνο μιλούσε σχεδόν άπταιστα ελληνικά, εκπλήσσοντας ακόμα και τη Κάτια, που παρά τα τόσα χρόνια στην Ελλάδα, ακόμα έκανε λάθη.
«Γιατί μας λες νεράιδες ρε Κάτια; Επειδή έτσι λένε το μαγαζί;», ρώτησε ανάβοντας ένα τσιγάρο και συνέχισε να βάφει τα νύχια του ποδιού της κόκκινα, όπως άρεσαν στον Παναγιώτη. Απόψε θα ερχόταν να τη δει και πάλι. Ο μεσήλικας αγρότης τρελός και παλαβός ήταν με εκείνη, και ευκαιρία δεν έχανε να της το δείχνει. Όλο δώρα της έφερνε. Και ενώ δεν ήταν κανένας γόης, ήταν πάντα τόσο ευγενής και τόσο καθαρός, που η Όλγα έπιανε τον εαυτό της τελευταία να αδημονεί για τις συναντήσεις τους.

«Πέντε χρόνια μωρή εδώ και τώρα σου δημιουργήθηκε η απορία γιατί μας λέω νεράιδες; Όταν πρωτοήρθα, ο Σταμάτης αφού με πήδηξε, μου εξήγησε γιατί έβγαλε το μαγαζί Νεράιδες. Βλέπεις, εγώ μίλαγα και λίγα αγγλικά και κάτι κουτσοκαταλάβαινα. Εδώ στην περιοχή υπάρχει ένας μύθος. Να δεις πως το λένε οι Έλληνες… Ένας λαϊκός θρύλος! Παλιά λέει, υπήρχαν νεράιδες στα δάση, τόσο όμορφες, που όποιος άντρας τις έβλεπε, ήταν καταδικασμένος να υποφέρει στον έρωτα τους για πάντα. Εκείνες τον περιέπαιζαν και μετά τον εγκατέλειπαν. Ο μόνος τρόπος για να κρατήσει κάποιος μια νεράιδα για πάντα δική του, ήταν να της κλέψει το μαντήλι που φορούσε στη μέση. Ένας κάποτε τα κατάφερε να κλέψει μιας νεράιδας το μαντήλι και την παντρεύτηκε. Έκανε μαζί της παιδιά, και όσο εκείνη και αν τον παρακαλούσε να της δώσει πίσω το μαντήλι της, εκείνος αρνιόταν. Την ημέρα λοιπόν που πάντρευαν το πρωτότοκο γιο τους, η νεράιδα παρακάλεσε τον άντρα της και πάλι να της το δώσει. Του είπε πως πλέον δεν είχε νόημα να φύγει. Πως τα παιδιά της και εκείνος ήταν η ζωή της. Πως σύντομα θα γινόταν και γιαγιά. Και εκείνος λύγισε και της το έδεσε στη μέση. Τελειώνοντας ο γάμος και πάνω στο χορό, η νεράιδα φίλησε ένα- ένα τα παιδιά της και τελευταίο τον άντρα της και καθώς έκανε μια στροφή, εξαφανίστηκε για πάντα, εγκαταλείποντας τους και επιστρέφοντας στον κόσμο από όπου είχε έρθει. Κατάλαβες τώρα γιατί μας λέω νεράιδες; Σαν εκείνες και εμείς. Όσο κρατάνε τα χαρτιά μας, πουθενά δεν μπορούμε να πάμε!», είπε η Κάτια κάνοντας την Όλγα να την κοιτάξει μελαγχολικά.
Το βράδυ εκείνο που η Όλγα έμαθε την ιστορία για τις νεράιδες, ο Παναγιώτης της ζήτησε να παντρευτούν. Θα την έπαιρνε κοντά του στο χωριό και θα την έκανε τίμια γυναίκα. Δεν μπορούσε άλλο να σκέφτεται πως την μοιράζεται και με άλλους. Και η Όλγα έδωσε πόλεμο με τον Σταμάτη για να καταφέρει να ξεφύγει από εκεί μέσα. Με σύμμαχο την Κάτια και μ’ ένα παχυλό οικονομικό αντίτιμο, που προέκυψε από την αγοραπωλησία μερικών καρπερών στρεμμάτων γης, κατάφερε το «μαντήλι» της να αλλάξει και πάλι χέρια.
Στο χωριό, φυσικά και έλεγαν αρχικά λόγια για εκείνη. Η πεθερά της ποτέ δεν αποδέχθηκε πως ο γιος της, της είχε κουβαλήσει μια ξένη. Με τα χρόνια όμως η Όλγα κατάφερε να πείσει όλους πως δεν ήταν αυτό που φαινόταν. Και ο Παναγιώτης, που κλειδωμένα κρατούσε μέχρι και σήμερα το χαρτιά της, ποτέ δεν της φέρθηκε άσχημα. Την έκανε μητέρα, την έκανε κυρία του σπιτιού και της καρδιάς του και δεν έχανε ευκαιρία να της δείχνει πόσο πολύτιμη του ήταν.
Ναι, χρόνια τώρα είχε μαλακώσει ο θυμός της Όλγας για τον ρου της ζωής της. Τυχερή μέσα στην ατυχία της είχε τελικά σταθεί. Και αν πήγαινε στην εκκλησία κάθε Κυριακή, δεν το έκανε για να ρίχνει στάχτη στα μάτια του κόσμου. Δεν το έκανε καν για τη σωτηρία της δικής της ψυχής. Το έκανε για τις «νεράιδες» που είχε αφήσει πίσω της.

«Γυναίκα, γεια στα χέρια σου. Ο Διονύσης και η Γεωργία τρελάθηκαν με το φαγητό», είπε ο Παναγιώτης και ξάπλωσε στον καναπέ του σαλονιού. Τελευταία όλο καταβεβλημένος ένιωθε. Τον ζάλιζε η Όλγα να πάει στο γιατρό και αυτός το έριχνε στην προχωρημένη ηλικία του.
«Παναγιώτη, μετάνιωσες που με παντρεύτηκες;», τον ρώτησε και κάθισε κατάχαμα δίπλα του.
«Τι λες κορίτσι μου! Είσαι ό,τι καλύτερο συνέβη στη ζωή μου. Χωρίς εσένα και τους γιούς μας θα μαράζωνα. Αλλά τι σε έπιασε και ρωτάς τέτοια πράγματα; Μήπως μετάνιωσες εσύ;».
«Εικοσιπέντε χρόνια και ακόμα κλειδωμένα τα έχεις. Εικοσιπέντε χρόνια και ακόμα δεν νιώθεις σίγουρος για μένα…», του είπε προσπαθώντας να κρύψει τον λυγμό στη φωνή της.
«Η εργασία του μεγάλου φταίει γι’ αυτό το ξέσπασμα. Μου ανέφερε το πρωί, που έλειπες στην εκκλησία, για αυτό που έχει να γράψει», είπε και σκυθρώπιασε αμέσως. Ναι, φοβόταν μην τη χάσει. Αυτή ήταν η πικρή αλήθεια. Πάντα ένιωθε λίγος μπροστά της. Αλλά ο γιατρός του το είχε πει ξεκάθαρα. Λίγοι μήνες ζωής του απέμεναν. Δεν της το είχε πει ακόμα και ούτε και σκόπευε να το κάνει. Αν ήθελε να φύγει όμως ήρεμος, με τη συνείδηση του καθαρή, έπρεπε επιτέλους να την ελευθερώσει. Το γνώριζε πως πρακτικά δεν είχαν καμία αξία πλέον τα τότε χαρτιά της. Μέσα στην αφέλειά του όμως, θεωρούσε πως για εκείνη ακόμα συμβόλιζαν τους τίτλους ιδιοκτησίας της ψυχής της. Αν αποφάσιζε να μείνει δίπλα του μέχρι το τέλος, θα έπρεπε να το κάνει ψυχή τε και σώματι. Αρκετά είχε κρυφτεί από την αλήθεια. Με δυσκολία σηκώθηκε και χάθηκε στο υπνοδωμάτιο τους. Και όταν επέστρεψε, κρατούσε στα χέρια του ένα κιτρινισμένο διαβατήριο και μερικά ξεθωριασμένα χαρτιά.
«Παρ’ τα Ολγάκι», είπε και της τα έδωσε.
«Ανόητε άντρα. Τα χαρτιά που κρατάς καμία αξία δεν έχουν και το ξέρεις. Τη στιγμή που με παντρεύτηκες, αυτόματα με ελευθέρωσες. Ανά πάσα στιγμή θα μπορούσα να βγάλω άλλο διαβατήριο και να γίνω καπνός! Δεν με κρατάς φυλακισμένη. Από επιλογή μένω χρόνια τώρα. Δεν είμαι νεράιδα, άντρα μου. Ούτε το κοριτσάκι σε αυτή τη φωτογραφία είμαι πια. Μια γυναίκα είμαι, που ο άντρας της δεν κατάλαβε ποτέ πόσο τον αγάπησε», του εξήγησε τρυφερά και τον έκλεισε στην αγκαλιά της.
Στην ίδια αυτή αγκαλιά πέθανε ο Παναγιώτης, χρόνια μετά. Ιατρικό παράδοξο το αποκάλεσαν οι γιατροί. Και η Όλγα μέσα στην τσέπη του κουστουμιού που του φόρεσαν, έχωσε διακριτικά τα φθαρμένα από το χρόνο διαπιστευτήρια της χαμένης αθωότητάς της.