Σπούδαζα στην Ιταλία και είχα το προνόμιο να βρίσκομαι πολύ κοντά στην διάσημη Βενετία! Στο μέσο μιας λιμνοθάλασσας στο Β.Δ άκρο της Αδριατικής σχηματίστηκε ένα σύμπλεγμα 118 νησιών. Ποτάμια προερχόμενα από τις Άλπεις εναπόθεταν τεράστιες ποσότητες λάσπης στα ρηχά παράκτια νερά. Τον 6ο και 7ο αιώνα κύματα βαρβάρων έκαναν επιδρομές από το βορρά καίγοντας και λεηλατώντας. Οι κάτοικοι της ενδοχώρας για να προστατευτούν κατέλυσαν στα νησιά αυτά χτίζοντας τας πρώτα σπίτια πάνω σε πασσάλους βυθισμένους στη λάσπη. Μεταγενέστερα οι Βενετοί θεμελίωσαν πάνω σε χιλιάδες ξύλινους στύλους με πέτρες λαμπρά οικοδομήματα. Κάπως έτσι γύρω στον 13ο αιώνα η Γαληνοτάτη Δημοκρατία της Βενετίας αναδείχθηκε στην η κατεξοχήν ηγεμονική εμπορική δύναμη της Μεσογείου.

Πρωτοετής, την επισκέφτηκα ένα βροχερό απόγευμα του Νοέμβρη μαζί με μια παρέα συμφοιτητών. Αργότερα και για τα επόμενα δύο χρόνια την επισκέφτηκα άλλες 4-5 φορές. Σε reunion συμμαθητών από το φροντιστήριο Ιταλικών στο Καρναβάλι έμεινα φιλοξενούμενος σε σπίτι 3 μέρες! Όταν ήρθε να με δει η αδερφή μου με μια φίλη της πήγαμε εκδρομή μια ανοιξιάτικη μέρα. Ξανά το καλοκαίρι με μια φίλη που φιλοξένησα για λίγες μέρες και σπούδαζε σε μια μακρινή πόλη του Νότου! Είχε γίνει θεσμός για όλους μας πλέον, κάθε φορά που κάποιος συγγενής ή φίλος από Ελλάδα μας επισκεπτόταν, εκτός από μια ξενάγηση στην πόλη που κατοικούσαμε, επισκεπτόμασταν και την κοντινή Βενετία.

Το Φλεβάρη του 1997, με επισκέφτηκε ένας ξάδερφός μου. Έμεινε σπίτι μου για μία εβδομάδα! Τα είδαμε όλα στην πόλη που σπούδαζα. Κτίρια, μαγαζιά, καφέ, pub, πιτσαρίες. Όλα τα ιστορικά αξιοθέατα, τα μουσεία τα κάστρα τις πλατείες. Μέχρι και το Πανεπιστήμιο, τις βιβλιοθήκες και το φοιτητικό εστιατόριο. Δεν είχε μείνει άλλο από την καθιερωμένη εκδρομή στη Βενετία!

Ξεκινήσαμε πρωί, στις 8:00 ήμασταν στο τρένο, μετά από μία ώρα και πενήντα λεπτά είχαμε φτάσει στο σταθμό Venezia S.Lucia. Γραμμή για την πλατεία San Marco. Πήγαμε γρήγορα με το Vaporetto, είναι κάτι σαν «λεωφορείο» και διασχίζει το Μεγάλο Κανάλι με πολλές στάσεις. Βγήκαμε μπροστά από την θαυμάσια πλατεία με τον ομώνυμο ναό με τα λείψανα του Ευαγγελιστή Μάρκου που πήραν οι Ενετοί από την Αίγυπτο. Κατασκευή σε σχήμα σταυρού με 5 τρούλους και δομή όμοια με τον ναό των Αγίων Αποστόλων στην Κωνσταντινούπολη. Το μεγαλύτερο παλάτι της πόλης είναι αυτό των Δόγηδων, εξαιρετικής γοτθικής αρχιτεκτονικής και κατοικίας των ηγετών της Βενετίας. Χρειαζόταν πάνω από μία ώρα να το δεις από μέσα, ενώ όταν πλησίαζες κανένα παράθυρο είχες θέα προς την πλατεία ή το Μεγάλο Κανάλι.

Είχε μεσημεριάσει, περιπλανηθήκαμε στο δρόμο με τα επώνυμα μαγαζιά, πίσω από την πλατεία του Αγίου Μάρκου, και αφού είδαμε και την ελληνική ορθόδοξη εκκλησία του Αγίου Γεωργίου με το ψηλό καμπαναριό που γέρνει λιγάκι κατευθυνθήκαμε προς το campo S.Margherita για μια pizza. Τελειώνοντας καθώς σκοτείνιαζε πήραμε το δρόμο της επιστροφής προς το σταθμό των τρένων ακολουθώντας τις γνωστές ταμπέλες “to Railway” με το βελάκι. Είχαμε μπροστά μας 1 ώρα περίπου που μου φαινόταν αρκετή γιατί ήμασταν κοντά, έτσι τουλάχιστον πίστευα. Στο σύμπλεγμα των νησιών που απαρτίζουν τη Βενετία υπάρχουν 3 γέφυρες από τις οποίες περνάς απέναντι από το μεγάλο κανάλι. Rialto, Academia και τέλος μπροστά από τον σταθμό των τρένων. Εγώ δεν έβρισκα καμία και είχα ανησυχήσει επειδή δεν καταλάβαινα πια πόσο κοντά είμαστε κι αν προλαβαίνουμε. Από τους λιγοστούς ανθρώπους που περπατούσαν πια στα δρομάκια εντόπισα μια κυρία μέσης ηλικίας που μου φαινόταν ντόπια για να ρωτήσω ποιος θα ήταν ο γρηγορότερος δρόμος για τον σταθμό. Εκείνη αφού κοίταξε και το ρολόι της χωρίς να με ρωτήσει τίποτα για το τρένο με παρότρυνε να μπω σε ένα στενό σοκάκι και να πάρω τη γόνδολα.
«Μα δεν θέλω να πάρω γόνδολα» απάντησα, κι ο ξάδερφος με ρωτούσε «τι λέει ρε;» Μέχρι να του εξηγήσω τι έχει γίνει η κυρία είχε εξαφανιστεί! Κοίταξα κι εγώ το ρολόι μου και απέμεναν περίπου 25 λεπτά. Αποφάσισα λοιπόν να μπω στο στενό για να δω τι συμβαίνει. Περπατήσαμε 30-40 μέτρα περίπου στον σκοτεινό δρόμο και στο βάθος βλέπαμε το μεγάλο κανάλι και τα φωτισμένα κτίρια απέναντι. Υπήρχε μία γόνδολα με δύο τύπους που μας ζήτησαν να κόψουμε εισιτήριο 1000 λίρες (2 ευρώ περίπου) το άτομο. Εγώ είχα εκπλαγεί!! «Και πού θα πάμε;» ρώτησα; Μη πιστεύοντας ότι υπάρχει διαδρομή με τόσα λίγα λεφτά.
«Απέναντι» μου είπε ο ένας, κοφτά.. Κοίταξα γύρω μου, σκοτάδι. Ο ξάδερφος να με ρωτάει τι γίνεται και απέναντι στα 50-60μ μέτρα το φως..
«Πάμε» του είπα.. «μπες!» Μην φαντάζεστε κάτι θεαματικό… Όρθιοι σταθήκαμε και περιμέναμε μήπως έρθουν κι άλλοι! «σε πέντε λεπτά ξεκινάμε» μου είπε ο δεύτερος που κρατούσε και το κουπί. Εκείνη την ώρα φάνηκαν και άλλοι πελάτες.. φαινόντουσαν Βενετσιάνοι! Πλήρωσαν εισιτήριο και μπήκαν. Ξεκινήσαμε, η μετάβαση δεν κράτησε παραπάνω από 7-8 λεπτά, κοιτώντας κάτω από αμηχανία αφού είχαμε στριμωχτεί 6 άτομα όρθιοι Φλεβάρη μήνα σε ένα σκοτεινό και στενό σημείο του Μεγάλου Καναλιού για να το περάσουμε παρατήρησα ότι η γόνδολα αυτή δεν ήταν σαν τις άλλες τις τουριστικές που περιπλανιόντουσαν περήφανες στα κανάλια με τους τουρίστες να κάθονται πολλές φορές σε βελούδινες πολυθρόνες και να ακούνε και το τραγούδι του γονδολιέρη. Ήταν μικρότερη, με το ξύλο φθαρμένο και δεν θα το πιστέψετε έμπαζε και λίγο νερό! Αυτό το παρατήρησε κι ο ξάδερφος «μαλάκα μπάζει» μου είπε έκπληκτος.. «Κουράγιο φτάνουμε» του απάντησα εγώ με ύφος Καββαδία στο «καραντί θα μας μπατάρει!». Φτάσαμε απέναντι βγήκαμε όλοι κι εγώ ούτε που γύρισα να κοιτάξω πίσω. Ακολουθήσαμε απλά τους άλλους μέχρι τον κεντρικό που έγραφε πλέον με μεγάλα γράμματα το “to Railway” και σε λιγότερο από 10 λεπτά ήμασταν στο σταθμό.

Πήγα πολλές φορές στη Βενετία από τότε και ποτέ δεν βρήκα κάτι αντίστοιχο όσο και αν έψαξα. Στο μυαλό μου είχε μείνει σαν το «πειρατικό». Χθες όμως που το θυμήθηκα ήμουν στο σπίτι μου στην Αθήνα και έψαξα στο google. Έβαλα την έκφραση «πέρασμα με γόνδολα-Μεγάλο κανάλι» κι ως διά μαγείας βρήκα site! Δεν ήταν πια πειρατικό, είχε κατά κάποιο τρόπο θεσμοθετηθεί!!

Έβαλα ένα ποτήρι κρασί και βυθίστηκα στην πολυθρόνα μου τραγουδώντας «το πειρατικό του Κάπτεν Τζιμι που μ’ αυτό θα φύγετε κι εσείς είναι φορτωμένο με χασίς κι έχει τα φανάρια του στην πρύμνη!»

 

Ulisse