Η Ζωή, γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Η μοναδική κόρη ενός στρατιωτικού και μιας νοικοκυράς, υπόδειγμα σε όλους. Μια οικογένεια με έντονο το χριστιανικό αίσθημα. Μετρίου αναστήματος, αδύνατη, με μακριά μαλλιά και πράσινα μάτια. Την εμφάνιση της, συμπλήρωνε ένας χαμηλός κότσος και το καθωσπρέπει ντύσιμο της. Το χέρι της, στόλιζαν μαύρα κομποσκοίνια και τον λαιμό της, ένας μακρύς, χρυσός σταυρός. Στο κομοδίνο της, υπήρχαν αμέτρητες ξύλινες εικονίτσες και στοιβαγμένα βιβλία από Βίους Αγίων και ‘κει στην άκρη, ένα μικρό καντήλι να σιγοκαίει κάθε μέρα, όλη μέρα.
Όλα, κυλούσαν βάσει προγραμματισμού. Τα λεπτά, οι μέρες, οι βδομάδες.

μέχρι που παντρεύτηκε…

….τον Ηλία. Πολιτικός μηχανικός, πολύ επιτυχημένος στον κλάδο του. Η Ζωή, έγινε η φωτοτυπία της μητέρας της. Αξιοθαύμαστη για τις ικανότητες της στην οικοκυρική, κάτι που δεν ενόχλησε ποτέ τον Ηλία, αφού έψαχνε καιρό τώρα «ένα κορίτσι για σπίτι»!
Οι κανόνες του πατέρα της, τρύπωσαν στις πιο βαθιές χαραμάδες του μυαλού της, τόσο πολύ που ώρες ώρες ασφυκτιούσε. «Όμως ο πατέρας γνώριζε πως κρατιέται μια οικογένεια»! σκέφτονταν και ηρεμούσε τους φόβους της.

Νωρίς νωρίς έθεσε τους κανόνες της, τους οποίους ακολουθούσε με ευλάβεια.

Κάθε πρωί που ξημέρωνε κάθονταν στο πλάι του κρεβατιού, μπροστά στις ξύλινες εικόνες και έκανε τον σταυρό της που για ακόμη μια μέρα ο Θεός τους ευλόγησε να ανοίξουν τα μάτια τους και να δουν την ανατολή. Σειρά είχε το καντήλι που κρέμονταν στο χωλάκι, να κοιτά πάντα προς την ανατολή με δύο σειρές εικόνες και ακριβώς από κάτω το θυμιατό, που έδινε και το τέλος της ιεροτελεστίας καθώς οι μυρωδιές του πλημμύριζαν το σπίτι. Με γοργά βήματα έφτανε στην κουζίνα για να ετοιμάσει το κολατσιό του Ηλία. Πρωινό δεν έτρωγε. «Πως αντέχεις όλη μέρα με ένα σάντουιτς Ηλία μου; Θα αρρωστήσεις έτσι όπως πας» και ο Ηλίας χαμογελώντας της έλεγε: «Βιάζομαι Ζωή μου, φεύγω»! Έριχνε ένα βλέμμα γύρω της και ήταν τόσο περήφανη για όσα κατάφερε ο άντρας της δουλεύοντας σκληρά μεν, με υψηλές αποδοχές δε.

Γρήγορα συνήλθε απ’ την χαρά καθώς χτύπησε το τηλέφωνο. Κάθε πρωί, την ίδια ώρα, την έπαιρνε ο πατέρας της. Κάθε πρωί, λίγη ώρα μετά το τηλεφώνημα, η Ζωή έτρεχε στην εκκλησία να ανάψει το κερί της, να πει μια καλημέρα στον πνευματικό της και να καταλήξει στο σούπερ μάρκετ όπου ψώνιζε τρόφιμα για την μικρή αποθήκη που είχε στήσει στο υπόγειο. Πράσινα σαπούνια, όσπρια, άλευρα, λάδια.

Ο πνευματικός της, ήταν ένας άνθρωπος που γνώριζε απ’ τα παιδικά της χρόνια. Σε κάθε εξομολόγηση τόνιζε στην Ζωή, την σημασία της ταπεινότητας, της βοήθειας και της αγάπης. Τόσο που είχε γεμίσει την ψυχή της ενοχές αλλά και περισσότερους κανόνες.

Έρωτα έκανε με τον Ηλία μόνο Δευτέρες, Τρίτες και Πέμπτες. Τετάρτη και Παρασκευή κρατούσε την νηστεία και κάθε Σάββατο προετοιμάζονταν για την Θεία Κοινωνία. Κρέας έτρωγαν μια φορά την εβδομάδα, κάθε Τρίτη. Δεν ήθελε η μυρωδιά του ψημένου κρέατος να φτάσει στο απέναντι σπίτι. Η οικογένεια ήταν φτωχή με τρία παιδιά, το ένα εκ των οποίων, άρρωστο. Κάθε Τρίτη έφευγαν όλοι μαζί για το νοσοκομείο όπου παρέμεναν σχεδόν όλη μέρα για την θεραπεία του μικρού Κωστάκη.
«Τι μεγάλα μάτια έχει αυτό το παιδί»! σκέφτονταν, κάθε φορά που τον έβλεπε να γυρίζει καταπονημένο. Για να τον ευχαριστήσει του έπαιρνε ένα σακούλι απ’ τις αγαπημένες του καραμέλες. Τα χείλη του φώτιζαν με χαμόγελο καθώς γυρνοβολούσε την καραμέλα στο στόμα του.

Η συγκεκριμένη οικογένεια του Κωστάκη δεν ήταν η μοναδική οικογένεια που βοηθούσε εξάλλου. Σε καθημερινή βάση τάιζε άλλες έξι οικογένειες και είχε αναλάβει και τα έξοδα ανακατασκευής του ναού. Ο Ηλίας δεν γνώριζε το ελάχιστο. Δεν είχε ιδέα που πήγαιναν τα χρήματα του οικογενειακού τους προϋπολογισμού. Του αρκούσε να την βλέπει στην ρουτίνα της. Έτσι υπέθετε ότι όλα είναι καλά.

Μέχρι που πέρασαν εννιά μήνες, μέχρι που γέννησε ένα υγιέστατο κοριτσάκι με ξανθά μαλλάκια κι ένα χαμόγελο τόσο φωτεινό, σαν την πιο λαμπρή αχτίδα.

Η λύπη την είχε στοιχειώσει. “Όχι, όχι δεν έπρεπε να γεννηθεί κορίτσι! Αγόρι ήθελα, αγόρι! Θα γίνει σαν και μένα! Θα τυραννιέται από τη μεγαλοκαρδία και τα πρέπει της! Όχι! Δεν θέλω να γίνει σαν κ μένα»! Αυτές τις φράσεις μονολογούσε συνέχεια και σιγά σιγά έπαψε να βλέπει το φωτεινό χαμόγελο της κόρης της, έπαψε να νιώθει περήφανη για τον Ηλία, έπαψε να βοηθά τους γείτονες.

Η μοναδική της παρηγοριά, ο πνευματικός της. Η επαφή τους έγινε, όχι απλά καθημερινή, αλλά κρατούσε ώρες την ημέρα. Τόσες πολλές που χάνονταν απ’ το σπίτι. Χαμογέλασε όταν οι εργασίες του ναού τελείωσαν και ο πάτερ στην Κυριακάτικη λειτουργία την ευχαρίστησε μπροστά στο ποίμνιό του για την τόσο μεγάλη προσφορά της. Ο Ηλίας γύρισε, την κοίταξε απογοητευμένος και σηκώθηκε απότομα απ’ το στασίδι.

Το βήμα του έγινε ακόμα πιο γρήγορο καθώς οι σκέψεις πλημμύριζαν το κεφάλι του. Φτάνει στον καφενέ της γειτονιάς όπου από μοίρας θέλημα, συναντά τον Νίκο. Τον υπάλληλο της τράπεζας που τους εξυπηρετούσε χρόνια.
«Ωπ! Νίκο! Καλημέρα. Αύριο θα περνούσα μια βόλτα! Θέλω να δω τις κινήσεις του λογαριασμού»! «Κάτσε να πιούμε μια γουλιά καφέ πρώτα!”
«Ξέρεις θέλω να μεταφέρω όλα τα χρήματα σε νέο λογαριασμό»!
«Ποια χρήματα βρε Ηλία»; Η κυρά Ζωή τα έχει σηκώσει όλα. Δεν υπάρχουν χρήματα!”
Σάστισε. Έφυγε απ’ το καφενείο ζαλισμένος. Έφτασε σπίτι, βρήκε το παιδί μόνο του. Το έντυσε, ετοίμασε τις βαλίτσες τους και έκλεισε για πάντα την πόρτα του σπιτιού τους. Μόλις είχαν αρχίσει οι πρώτες βροχές…

Πέρασαν χρόνια όταν η Ζωή μόνη πια, αγνάντευε τα χρώματα του ουρανού που σκοτείνιασαν την ψυχή της, κοίταζε τα σύννεφα, αυτή την ένωση του μαύρου με το άσπρο που έφτιαχνε ένα βαθύ γκρι και την έκλεινε μέρες στο σπίτι κοιτώντας απ’ το παραθύρι της. Ο άντρας της δεν της συγχώρεσε ποτέ όλα τα μυστικά της.

Πήρε ένα παλιό τετράδιο χωρίς εξώφυλλο, μόνο φύλλα. Το είχε σκίσει κι αυτό μαζί με όλα όσα θύμιζαν ότι αυτό το σπίτι είχε κάποτε ζωή. Άρχισε να γράφει αραδιασμένες λέξεις. «Δύο σώματα που παλεύουν», » Δύο σώματα έτοιμα για μάχη», «Τέσσερα μάτια να κοιτούν», «Μια γυναίκα μόνη», «Ένα σύννεφο που κλαίει», «Δύο αστραπές».Η θλίψη, φτάνει στα μάτια της και γίνεται ορμητικό ποτάμι. Ο πόνος, κάνει την καρδιά της να χτυπά ασυντόνιστα. Κρύος ιδρώτας την λούζει και χάνει τις αισθήσεις της…

Λίγες μέρες αργότερα, η μυρωδιά οδηγεί τους αστυνομικούς στην πόρτα της.