Μεσάνυχτα και η πόλη κοιμάται κάτω από το άγρυπνο βλέμμα της αστυνομίας και του νόμου. Ο Μάρκο μπαίνοντας με φόρα στο γραφείο του, το πρώτο πράγμα που αντικρίζει είναι τα μακριά λεπτεπίλεπτα πόδια της, πάνω στο γραφείο του. Κοντοστέκεται, αφήνει το βλέμμα του να ταξιδέψει στο αλαβάστρινο λευκό της δέρμα, ξεκινώντας από της μαύρες γόβες στιλέτο που πάντα φορούσε μέχρι τα γαλάζια σαν ωκεανούς μάτια της, που τον κοιτούσαν επίμονα. Δεν μπορεί να καταλάβει, γιατί αυτή η αστυνομικός του προκαλεί τόσο μεγάλη δυσφορία. Και μόνο η παρουσία της, τον αναστατώνει. Ή μάλλον ξέρει, είναι αυτός ο ατίθασος χαρακτήρας της, η ικανότητά της να του πηγαίνει πάντα κόντρα και να τον κάνει φαντάζεται πως θα ήταν να την κρατάει στα χέρια του έστω και για μια στιγμή, να την κάνει δική του έστω και για μια νύχτα. Η Ειρήνη προσπαθώντας να καταπνίξει αυτήν την φλόγα που νιώθει μόλις τον αισθάνεται δίπλα της, βρίσκει την αυτοκυριαρχία της και του λέει με αυστηρό ύφος.
Δυστυχώς, έχουμε ακόμη έναν φόνο με τον ίδιο τρόπο, όπως οι άλλοι τρεις. Σου έχω πει να με αφήσεις να παρουσιαστώ εγώ ως πόρνη. Δεν με ξέρουν, έχω δουλέψει για αρκετά χρόνια μυστική με μεγάλη επιτυχία και όπως βλέπεις τα έχω καταφέρει μια χαρά!
Καταρχάς κατέβασε τα πόδια σου από το γραφείο μου! Τι θέλεις τέτοια ώρα στην υπηρεσία; Είναι μεσάνυχτα. Δεν έχεις κάτι καλύτερο να κάνεις από το να τριγυρνάς σαν το φάντασμα;
Κατεβάζοντας τα πόδια της με έναν μορφασμό, σηκώνεται για να του παραχωρήσει την θέση με μια υπόκλιση και συνεχίζει την συζήτηση σχετικά με τον φόνο που έγινε σήμερα το πρωί.
Μπορείς έστω για μια φορά να με ακούσεις και να μην κάνεις του κεφαλιού σου; Προσπαθούμε να πιάσουμε έναν τρελό που βιάζει και δολοφονεί πόρνες. Άσε με να πάω σου λέω το έχω ξανακάνει, θα είναι πιο εύκολο να τον πιάσουμε.
– Σου είπα όχι! Έχουμε αρκετά στοιχεία και μην ξεχνάς ό, τι είμαστε στα ίχνη του. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να διακινδυνέψεις και να χαθεί άλλη μια γυναίκα.
– Μου κάνεις πλάκα, έτσι; Εδώ έχω δουλέψει μυστική κόντρα στα μεγαλύτερα καρτέλ ναρκωτικών και τα έχω καταφέρει και δεν μ’ αφήνεις τώρα να βγω ως πόρνη στην Αθήνα;
– Δεν θέλω να πάθεις κάτι. Δεν μπορείς να το καταλάβεις;

– Μην αγχώνεσαι και ξέρω να προστατεύω τον εαυτό μου. Δεν περιμένω κάποιον σαν και εσένα να με σώσει από τον «δράκο».
– Άκουσε με κοριτσάκι μου, δεν έχω καμιά όρεξη να κοντραριστώ μαζί σου για άλλη μια φορά. Η πρόταση σου απορρίπτεται. Πάνε σπιτάκι σου να κοιμηθείς και άσε με να εξετάσω τα στοιχεία για τη δολοφονία.
– Έτσι λες; Για να δούμε τι θα πει και ο αρχηγός! Καληνύχτα «σούπερμαν»!

Με έναν σάλτο, ο Μάρκο βρίσκεται κοντά της, κρατώντας την από το μπράτσο και αναγκάζοντας την να μείνει στην θέση της.
Πιστεύεις ότι ο αρχηγός θα δεχτεί την πρόταση σου, ενώ εγώ την αρνήθηκα; Χα-χα ας γελάσω. Μην είσαι τόσο ανόητη! Ο λόγος σου ενάντια στον δικό μου. Ποιος νομίζεις ότι θα κερδίσει σε αυτήν την αναμέτρηση;
Ωραία, εξυπνάκια. Για πες μου, ποιο είναι το πρόβλημά σου;
Εσύ είσαι το πρόβλημά μου και ο χαρακτήρας σου. Δεν θέλω να διακινδυνέψεις τον εαυτό σου και δεν με νοιάζει πόσος καιρός θα περάσει για να συλλάβουμε αυτό το καθίκι.
Τώρα καταλαβαίνω την επιθετικότητά σου σε μένα. Με γουστάρεις!
Χα-χα ούτε καν! Δεν είναι του γούστου μου τσουλάκια σαν και εσένα!

Και πριν προλάβει να ολοκληρώσει την φράση του, η Ειρήνη τον χαστουκίζει με όλη της την δύναμη. Τότε ο Μάρκο ενστικτωδώς στην αρπάζει και της δίνει ένα παθιασμένο φιλί, σφίγγοντάς την στην αγκαλιά του. Εκείνη αφήνεται παραδομένη στα καλογυμνασμένα μπράτσα του και στην γλύκα του φιλιού του. Μετά από μερικά λεπτά, απομακρύνει το πρόσωπό της από το δικό του, τον κοιτά κατάματα και τον χαστουκίζει ξανά. Ο Μάρκο μέχρι να συνειδητοποιήσει τι έγινε και γιατί τον χαστούκισε, την βλέπει να φεύγει τρέχοντας από το γραφείο του.

Την ακολουθεί. Η Ειρήνη κατευθύνεται γρήγορα προς το γραφείο της, παίρνει την τσάντα της και πηγαίνει προς το πάρκινγκ, όπου έχει το αμάξι της. Ο Μάρκο γυρνάει στο γραφείο του. Σε λίγα λεπτά την βλέπει να απομακρύνεται με το μαύρο της Audi, που διαταράσσει την ησυχία της νύχτας. Ξέρει πως δεν πρέπει να την ακολουθήσει, να ενδώσει στα συναισθήματά του, να της δώσει ένα κομμάτι από την ψυχή του. Να κάνει ξανά, το ίδιο λάθος και να υπακούσει στον ασίγαστο πόθο του για μια γυναίκα. Αλλά δεν καταφέρνει να αντισταθεί στην ανάμνηση του φιλιού τους. Η γεύση της είναι ακόμα στα χείλη του, το άγγιγμά της στο στέρνο του και η θέρμη του κορμιού της στα χέρια του. Θα παραδοθεί στον έρωτα της. Θα πάει σπίτι της.

Στη 1 ακριβώς είναι από κάτω. Την βλέπει να τον κοιτάει από το παράθυρο του σαλονιού της. Εκείνος παρκάρει γρήγορα, όπου βρει και τρέχει προς το σπίτι της. Χτυπάει το κουδούνι, ανεβαίνει τρέχοντας τις σκάλες και φτάνει στην μισάνοιχτη πόρτα του σπιτιού της. Μπαίνοντας μέσα, βλέπει μια σειρά από τα ρούχα της που οδηγούν στην κρεβατοκάμαρα της. Τα ακολουθεί και την βλέπει γυμνή πάνω στο κρεβάτι να τον περιμένει. Χωρίς να χάσει καθόλου χρόνο, βγάζει και εκείνος τα δικά του. Πέφτει πάνω της σαν αγρίμι, γεμάτος πόθο και έξαψη.

Της δαγκώνει τον λοβό του αυτιού, ακούγοντάς την να ανασαίνει κοφτά. Τα χέρια του επεξεργάζονται αχόρταγα τις καμπύλες του κορμιού της προσφέροντας της αναστεναγμούς ηδονής και το στόμα του αναζητεί το δικό της για να νιώσει ξανά την γλύκα του φιλιού της. Τα χέρια της χαϊδεύουν τους μυς της πλάτης του αγγίζοντας για πρώτη φορά την ουλή στην αριστερή πλευρά, κάνοντας την να αναρωτιέται πως την απέκτησε. Με μια κίνηση η Ειρήνη ανεβαίνει από πάνω και φιλώντας τον στον λαιμό, με την άκρη του ματιού της βλέπει το τατουάζ στο στήθος του. Καθώς σηκώνεται για να το παρατηρήσει καλύτερα, βρίσκεται ξανά κάτω από το βάρος του κορμιού του. Ο Μάρκο κοιτάζοντας την μέσα στα μάτια, μεθυσμένος από την επιθυμία να την κάνει δική του, να βυθιστεί στη ζεστασιά της και να ξεχάσει για μερικές στιγμές όλα εκείνα, όπου τον έχουν σημαδέψει. Μπαίνει μέσα της.

Το πρώτο φως της ημέρας τους βρίσκει αγκαλιά. Τον Μάρκο να είναι κουλουριασμένος πάνω στην Ειρήνη, ανασαίνοντας το άρωμα των μαλλιών της. Ο ήλιος μπαίνει από το ανοιχτό παντζούρι. Μια αχτίδα πέφτει στο πρόσωπο της Ειρήνης και την ξυπνάει. Ανοίγει τα μάτια της και βλέπει τον Μάρκο να κοιμάται σαν μικρό παιδί στην αγκαλιά της. Τον φιλάει απαλά και σηκώνεται αθόρυβα. Βρίσκει το πουκάμισο του και το φοράει. Πηγαίνει προς την κουζίνα, για να του ετοιμάσει πρωινό.

Μέσα στην ησυχία του σπιτιού, ακούγεται η κραυγή της Ειρήνης να φωνάζει το όνομά του και μια σειρά από γυάλινα αντικείμενα να σπάνε. Ο Μάρκο ξυπνά τρομαγμένος, χωρίς να ξέρει που βρίσκεται. Κατευθύνεται προς την κουζίνα και βλέπει από το παράθυρο, την Ειρήνη να μπαίνει ναρκωμένη σε ένα μεγάλο μαύρο τζιπ και από μπροστά τον συνοδηγό να του κάνει ένα νεύμα. Τον αναγνώρισε αμέσως. Είναι ο μεγάλος του ξάδερφος! Από τότε που ήταν παιδιά, του έπαιρνε ό,τι αγαπούσε και τον ανάγκαζε να εκτελέσει τρεις εντολές, μέχρι να του το δώσει πίσω. Τότε το έβλεπαν και οι δύο σαν παιχνίδι. Ξαφνικά θυμήθηκε την υπόσχεση που είχε δώσει στην Ειρήνη το προηγούμενο βράδυ, ότι θα είναι πάντα δίπλα της και θα την προσέχει.

Πηγαίνει κατευθείαν προς την κρεβατοκάμαρα και αρχίζει να ψάχνει το κινητό του. Πρέπει να κάνει ένα επείγον τηλεφώνημα, σε μια «σκιά» του παρελθόντος.

 

Βασιλική Ιορδανίδου