«Τίναξε το κεφάλι κι ολομεμιάς θυμήθηκε πού βρίσκουνταν, ποιος ήταν και γιατί πονούσε. Άγρια αδάμαστη χαρά τον συνεπήρε, όχι, όχι δεν ήταν άναντρος, λιποτάχτης, προδότης, όχι, όχι, ήταν καρφωμένος στον σταυρό, τίμια στάθηκε ως το τέλος, κράτησε το λόγο του, μια αστραπή, τη στιγμή που φώναξε «Ηλί! Ηλί !» και λιποθύμησε, τον άρπαξε ο Πειρασμός και τον πλάνεσε, ψέματα οι χαρές, οι παντρειές, τα παιδιά. Ψέματα τα χούφταλα, ξευτιλισμένα γεροντάκια, που τον φώναζαν άναντρο, λιποτάχτη, προδότη. Όλα, όλα, φαντάσματα του Πονηρού! Ζουν και βασιλεύουν οι Μαθητές του, πήραν τις στεριές και τις θάλασσες και διαλαλούν το Καλό Μαντάτο. Τα πάντα έγιναν όπως πρέπει, δόξα σοι ο Θεός!

Έσυρε φωνή θριαμβευτικιά:

– Τετέλεσται!

Κι ήταν σα να ‘λεγε: Όλα αρχίζουν.»

Ν. Καζαντζάκης, Ο Τελευταίος Πειρασμός

 

Πάνε πάρα πολλά χρόνια από τότε που διάβασες τον Τελευταίο Πειρασμό, 18 χρονών μόλις κι ήταν η πρώτη φορά που το τέλος ενός βιβλίου σου έφερε τόσο πολύ δάκρυ και συγκίνηση. Οι τελευταίες γραμμές ενός βιβλίου έμειναν έτσι ανάμνηση μέσα στα χρόνια, κουβαλώντας ευγνωμοσύνη  για την ελπίδα που μπορεί να σου δώσει η σκέψη και η διάνοια ενός άλλου. Δεν χρειαζόταν ωριμότητα, πείρα, μόρφωση ή βιώματα από αυτά που σου αλλάζουν τη ζωή και την κοσμοθεωρία. Ήταν οι πρώτες στιγμές της ενηλικίωσης που κουβαλούσε ακόμη ένα παιδί, στο σώμα μιας νεαρής κοπέλας.

Δεν είχες διαβάσει ποτέ αναλύσεις και κριτικές για το έργο, δεν είχες εμβαθύνει στο νόημα της δυαδικότητας του Χριστού, δεν είχες αναλύσει το δόγμα ή τις παραμέτρους που το διαμόρφωσαν, δεν είχες αναπτύξει δική σου άποψη για το ορθό ή το λάθος. Η πίστη δεν ήταν μια συνειδητή διαδικασία άρνησης ή αποδοχής. Ήταν πολύ πρόσφατα τα χρόνια που έβλεπες τον μικρό Χριστούλη στη φάτνη με όλα τα ζώα γύρω του, χωρίς δέος και κατάνυξη, αλλά σαν ένα παιδάκι σαν εσένα που ζητάει μόνο λίγη ζεστασιά κι αγάπη. Ήταν μια όμορφη ιστορία γεμάτη περιπέτεια και θαύματα, όπως σε όλες τις αγαπημένες ιστορίες των παιδικών χρόνων. Το αστέρι των Χριστουγέννων δεν ήταν ούτε το ουράνιο φαινόμενο που απασχολεί τους αστροφυσικούς, ούτε το υπέρτατο μεταφυσικό θαύμα που σηματοδότησε ένα μεγαλύτερο. Ήταν φτιαγμένο από χοντρό χαρτόνι και ζωγραφισμένο από τα χέρια σου, για να στολίσει την τάξη του σχολείου, τα μπλοκ της ζωγραφικής σου, ή αυτοκόλλητο που αντιστέκεται ακόμη σθεναρά στην πάροδο του χρόνου και παραμένει αναλλοίωτο πάνω στο παιδικό σου γραφείο.  

Το Πάσχα σε γέμιζε χαρά και προσδοκία. Στο χωριό του παππού είχες μάθει να ακολουθείς το εθιμοτυπικό των ημερών, να συμμετέχεις στο τελετουργικό και να ακολουθείς αναγκαστικά τους κανόνες που όριζε. Ο εκκλησιασμός κάθε μέρα, το στόλισμα του Επιταφίου όπου διάλεγαν μόνο μικρά κορίτσια σαν εσένα, η υποχρεωτική νηστεία της Μεγάλης Εβδομάδας για να πας νωρίς το πρωί της Μεγάλης Πέμπτης να μεταλάβεις μαζί με όλα τα άλλα παιδιά, οι κανόνες για να είσαι ευπρεπής και σοβαρός τις πένθιμες μέρες που ήταν κοινές για όλους. Όμως ήσουν χαρούμενη και ενθουσιασμένη, ακόμη και μέσα σε τόσα «πρέπει» και «μη». Θα ερχόταν η νονά σου από το Βόλο να σου φέρει τη λαμπάδα σου και τα δώρα σου. Θα σου έλεγε πάλι πόσο μεγάλωσες κι ομόρφυνες, αφού μόνο μια φορά το χρόνο σε έβλεπε. Θα ερχόταν τα ξαδέρφια σου, θα έβλεπες όλα τα άλλα παιδιά που συναντούσες μόνο σε γιορτές και διακοπές, θα σας έπαιρνε ο θείος για βόλτα, μη δείτε τον παππού να σφάζει το αρνάκι που πηγαίνατε μαζί να το ταΐσετε και θα σας έλεγε για άλλη μια χρονιά πως μεγάλωσε και το έχει σε ένα άλλο μέρος για να βοσκάει.

Κι όταν σιγά σιγά τα χρόνια της παιδικότητας έφυγαν ανεπιστρεπτί, η μετάβαση στον κόσμο των ενηλίκων, ήταν όπως πάντα λίγο βίαιη αλλά και αμήχανη. Δεν ζωγράφιζες πια το άστρο της Βηθλεέμ, ούτε πίστευες πως το αρνάκι του παππού βρισκόταν σε ένα καλύτερο μέρος. Εδώ μιλάει η λογική και η γνώση. Πρέπει να δεις μόνο την ιερότητα και την υπερβατική φύση των ιερών προσώπων. Να αντέξεις την αλήθεια και την πραγματικότητα όποια κι αν είναι αυτή. Μεγάλωσες πια. Έτσι κι αλλιώς βιαζόσουν να μεγαλώσεις και να βάλεις σε εφαρμογή τα όνειρα και τα σχέδια που έκανες ως παιδί. Αλλά τότε καταλαβαίνεις πόσο δύσκολο είναι κάποιες φορές. Πόσο η πραγματικότητα σε προσγείωνε ή σε πλήγωνε. Πόσο η λογική σου περιόριζε τη χαρά και την ελπίδα. Κι όλο να αναζητάς κάπου την πόρτα που θα σε έβαζε πάλι λιγάκι στο όνειρο και την ξενοιασιά. Αλλά τα είχες χάσει όλα. Όχι δεν ήταν άσχημο, δεν ήταν τραυματικό, απλά ήταν αλλιώς.

Γι΄αυτό κι όταν διάβασες τον Τελευταίο Πειρασμό σε πήραν τα κλάματα. Ένας Θεός που πονάει, που νιώθει, που αμφιταλαντεύεται, ένας Θεός με ανθρώπινες αδυναμίες, είναι ο δικός σου Θεός. Η θυσία και ο δύσκολος δρόμος είναι αναπόφευκτα στην πορεία προς τη λύτρωση. Να λυγίζεις και να πονάς τις ώρες και τις μέρες της δοκιμασίας, αλλά να έχεις κατά νου τα ιδανικά και τις ιδέες σου. Να μην σταματάς να παλεύεις, ακόμη κι όταν όλοι γύρω σου σε έχουν ξεχάσει. Ο πόνος βάζει εμπόδια τεράστια στο μυαλό κι η πραγματικότητα θολώνει την προοπτική και την ελπίδα. Λίγες στιγμές πάνω στον σταυρό σου θυμίζουν την αδύναμη και εφήμερη φύση σου.

Όμως το θαύμα είναι πάντα εκεί γύρω. Στα πρόσωπα όσων πίστεψαν σε σένα. Στη σκέψη και την αγάπη που πήρες και έδωσες. Στους δεκάδες όμοιους με σένα που κουβαλούν ίδια καρφιά και πόνο. Που σου δίνουν μια ανάσα τεράστια την ώρα του αφόρητου πόνου, για να ανοίξεις τα μάτια και να πεις πως θα αντέξεις γι΄αυτούς που δεν σε πρόδωσαν. Να νιώσεις εξαιτίας τους ο αγωνιζόμενος άνθρωπος του Καζαντζάκη και να μην υποκύψεις, να μην δειλιάσεις, να μην νικηθείς. Να θυμηθείς για μια έστω φορά, πως ο σταυρός σου είσαι εσύ. Που όταν χρειάστηκε δεν έκανες πίσω, δεν πρόδωσες αυτά που πίστευες, δεν προσκύνησες με αντάλλαγμα το προσωρινό βόλεμα.

Πάνω στο σταυρό άνοιξες τα μάτια, επανήλθε η συνείδηση που σου είχε στερήσει ο πόνος. Άκουσες τη φωνή αγαπημένων προσώπων. Διάβασες λέξεις αγάπης, αγκάλιασες πρόσωπα αγαπημένα που ήρθαν εκεί για σένα. Και δεν έχεις λόγια να πεις ευχαριστώ. Δεν έχεις λέξεις να γράψεις για να εκφράσεις αυτό που σε έκαναν να νιώσεις. Δεν ξέρεις πως ξεπληρώνεται τόση αγάπη. Δεν μπορείς να διανοηθείς πόσο τυχερή είσαι ή τι έχεις κάνει για να το αξίζεις όλο αυτό.

Δεν ξέρεις τι να τους πεις. Μόνο να κλέψεις τις τελευταίες γραμμές του Τελευταίου Πειρασμού. Και να υποσχεθείς σε όλα αυτά τα υπέροχα πλάσματα που έφερε η ζωή κοντά σου, που τα έκανες να αγωνιούν, που τα στενοχώρησες, που τα τρόμαξες, που αξίζει να παλεύεις και γι΄αυτά, πως «Όλα αρχίζουν…..»

Ελένη