Κατέβαινε θολωμένος την Εθνική. Άλλο ένα βράδυ αϋπνίας. Ούτε που θυμόταν πότε ήταν η τελευταία φορά που παραδόθηκε στην αγκαλιά του Μορφέα. Ίσως ήταν το προηγούμενο βράδυ, το τελευταίο βράδυ που ήταν μαζί της. Μετά μόνο θολούρα και σύγχυση. Μια μηχανική κι ακατανόητη αναπαραγωγή εικόνων, λέξεων κι ανθρώπων…

Αργόσβηνε το τσιγάρο στα χείλη του κι ο καπνός έφτιαχνε το σχήμα του προσώπου της, τα μαλλιά, τα μάτια, το στόμα. Λες και δεν υπήρξε, λες και δεν ζήσανε 1 χρόνο μαζί, λες και ήταν η ζωή κάποιου άλλου. Ένα τίποτα, ένα ψέμα. Όλα ένα ψέμα. Ψέμα η αγάπη της, ψέμα τα χάδια της, τα φιλιά της, η αγκαλιά της, τα «σ’αγαπώ» της. Και με πόση ευκολία τα έλεγε. Και πόσο πειστικά.

Από τότε κάθε βράδυ διαδρομές ατελείωτες. Σχιστό, Πέραμα, Δραπετσώνα, Νίκαια. Καταγώγια, μπαρ, μπουζούκια, μπουρδέλα και ξανά απ’ την αρχή. Μέσα στον καπνό και τις παραφωνίες των σκυλοτράγουδων, τις λουλουδούδες, τα γκαρσόνια, η εικόνα της. Στην αγκαλιά του άλλου. Και μετά σκοτάδι πηχτό. Άλλες φορές τον πήγαιναν σηκωτό στο αμάξι όπου τον ξύπναγε ο ήλιος το ξημέρωμα. Άλλες τον άφηναν να ξεσουρώσει πίσω από τη μπάρα. Μια φορά ξύπνησε στο γραφειάκι του παρκαδόρου σ’ ένα μπουζουξίδικο στην Πέτρου Ράλλη. Σπίτι του μία στο τόσο. Η μάνα είχε σπάσει τα τηλέφωνα, «πού χάνεσαι παιδάκι μου, να με πεθάνεις θέλεις»; «Όλα ένα ψέμα, μάνα» μόνο αυτό είχε να της πει και το’κλεινε. Τί να της πει άλλωστε και τί να καταλάβει γριά γυναίκα…

Δεν κατάλαβε πώς έφτασε έξω απ’ το μαγαζί. Χρόνια είχε να περάσει. Άλλο όνομα, άλλη φάτσα. Χρυσό τον είχε κάνει ο παλιόφιλος του να περάσει να πιουν ένα μπουκάλι για τα καλορίζικα. «Για να παν καλά οι δουλειές ρε συ Νικόλα, αφού είσαι γουρλής, μη μου τη χαλάς, έλα γάμησε την την τσουλάρα που θα κάτσεις να σκάσεις κιόλας, κι εγώ για πάρτη σου έχω κάτι κόμματους σπέσιαλ». Άντε καλά έκατσε, θα βγάλει και την υποχρέωση, άλλη όρεξη δεν είχε να τον φάει στη μάπα, εντάξει παλιόφιλος είπαμε αλλά τα ίδια και τα ίδια κάθε φορά, «πήδηξα ένα γκομενάκι σπέσιαλ, πήρα ένα τούρμπο ντίζελ σπέσιαλ, άνοιξα ένα μαγαζάκι σπέσιαλ» όλα σπέσιαλ για τον Κώστα, ΟΚ άνθρωπος της νύχτας ήταν, όχι της Φιλοσοφικής, αλλά δεν τον άντεχε μετά το μισάωρο, δε γαμιέται, θα πιω ένα ουισκάκι σκέφτηκε και την κάνω. Άλλωστε κι απόψε έπρεπε να κάψει χιλιόμετρα. Μπας κι έκαιγε και την ανάμνηση της μαζί…

Κατέβηκε τα σκαλιά του υπογείου σιγά σιγά και περπάτησε μέχρι τα πρώτα τραπέζια. Ο παλιόφιλος χοροπήδηξε απ’ την χαρά του, «αδερφέ μου άντε επιτέλους μαύρα μάτια κάναμε, ε ρε μακελειό θα γίνει απόψε, φέρτε ρε το σπέσιαλ το Blue Label για τον αδερφό μου, κι εσείς σαύρες εδώ μπροστά τα θέλω τα πανέρια, να πα να γαμηθούν οι υπόλοιποι απόψε, ας πετάξουν τσίχλες, χέστηκα, εδώ για τον φίλο μου όλα απόψε» σταματημό δεν είχε. Έκατσε ανόρεχτα στο τραπέζι, άναψε το τσιγάρο, ήπιε ένα ποτήρι, κι ένα δεύτερο, κι ένα τρίτο, σαν νεράκι κατέβαινε το ρημάδι από κείνο το βράδυ, ούρλιαζαν οι σκυλούδες, φάλτσοι κι οι μουσικοί, θόλωσε το βλέμμα του, άρχισε πάλι να βυθίζεται, πάλι η μορφή της μπροστά του, τα μαλλιά, το στόμα, τα μάτια…

Ξαφνικά περίεργη ησυχία και σκοτάδι. Μισάνοιξε κάπως τα μάτια του κι είδε έναν μαυροντυμένο στην πίστα, «καλησπέρα και καλή βραδιά» και μετά κάτι σαν τραγούδι.

Κοίτα το φεγγάρι να με δεις
βγες μες στην βροχή να με αγγίξεις
φέρ’τα πάνω κάτω να χαρείς
μες στην μοναξιά μου μην μ’ αφήσεις

Όλα ένα ψέμα ένα τέρμα
μία πόλη δίχως ρεύμα
ξέρεις φοβάμαι το σκοτάδι
δεν μπορώ

Όλα ένα ψέμα ένα τέρμα
μία πόλη δίχως ρεύμα
μία ζωή δίχως εσένα
πως να ζω.

Έμεινε να κοιτάει για ώρα το κενό και να ακούει. Σαν να μαλάκωσε απότομα όλο αυτό το βάρος που κουβάλαγε τόσο καιρό. Σαν να ήταν ένα σκληρό στρείδι η καρδιά του όλες αυτές τις μέρες και τώρα άνοιξε. Το πρώτο δάκρυ έφερε το δεύτερο και μετά το τρίτο κι έγινε πλημμύρα στα μάτια που δεν μπορούσε να τη σταματήσει. Όλα πέρασαν από μπροστά του σε ένα δευτερόλεπτο, η εικόνα της, τα μαλλιά της, τα μάτια της, η αγκαλιά με τον άλλον, η προδοσία της. Ένα λυτρωτικό ξέσπασμα που παρέσερνε όλο το δηλητήριο που του φύτεψε.

Σηκώθηκε αργά και φόρεσε το σακάκι του, «πού πας αδερφέ μου από τώρα, τώρα αρχίζει το καλό, κάτσε να φέρω ένα μπουκάλι ακόμα, είναι μεγάλη η νύχτα», δεν του απάντησε, άφησε ένα πενηντάρικο στο τραπέζι και περπάτησε προς τα έξω, «μισό λεπτό να φέρω το αμάξι σας κύριε». Όσο περίμενε, μπροστά του σταμάτησε μια μαύρη κούρσα. Άνοιξε η πόρτα του συνοδηγού και βγήκε. Αυτή. Η ίδια εικόνα, τα ίδια μαλλιά, το ίδιο στόμα, τα ίδια μάτια. Μόλις τον είδε χλώμιασε. Την κοίταξε ψυχρά, σταθερά. Δεν ένιωσε τίποτα. Τίποτα. Πόνο, μίσος, οργή. Τίποτα. «Πάμε αγάπη μου;» η φωνή του άλλου, σαν να μην την άκουσε, δεν έγραψε καθόλου, προχώρησαν προς τα μέσα, του έριξε ένα τελευταίο βλέμμα, κάτι σαν «συγνώμη», κάτι σαν «συγχώρεσέ με», δεν ένιωσε τίποτα, «το αμάξι σας κύριε, καληνύχτα».

«Αυτή ήτανε; Καλά για αυτό το μπάζο σκας, έλα βρε πασάκα μου και σου ’χω κάτι κόμματους μέσα. Ξέρεις εσύ, σπέσιαλ!»

Μπήκε στ’αμάξι κι άναψε τσιγάρο. «Όλα ένα ψέμα, Κώστα». «Έτσι αδερφέ μου, εμείς να ’μαστε καλά».

Ξημέρωνε στο Πέραμα. Πάτησε γκάζι κι έφυγε. Έπρεπε να κάψει τα χιλιόμετρα. Και την ανάμνηση…