Καλοκαίρι, διακοπές, νησί. Το ίδιο ηλιοβασίλεμα, όπως κάθε Αύγουστο που άφηνα πίσω μου την πόλη. Οι ίδιες παραλίες, η παρέα, η αλητεία, τα γέλια, τα χαζοφλερτάκια. Όμως εκείνη τη χρονιά, όλα θα άλλαζαν. Είχα μόλις χωρίσει μετά από πέντε χρόνια. Σχέση του σχολείου, άβγαλτοι και οι δύο, άγαρμπο το σεξ, αγγαρεία. Επιτέλους ήμουν ελεύθερη. Επιτέλους θα γινόμουν γυναίκα. Μόνο που δε το ήξερα ακόμα, δεν είχα ιδέα.

Όλα ξεκίνησαν σε ένα τραπέζι μπιλιάρδου. Εκείνος προσφέρθηκε να με μάθει να παίζω. ΕΚΕΙΝΟΣ. Captain Morgan σε σφηνοπότηρο, Old Holborn blue, «Damn your eyes…for taking my breath away…». Τόσο σοβαρός, τόσο διαφορετικός, τόσο ακατάλληλος. Πήρε τη στέκα στα χέρια και με τράβηξε κοντά του. Κόλλησε το σώμα του πάνω στο δικό μου. Πανικοβλήθηκα. Δεν ήθελα να καταλάβει τους σφυγμούς μου να ανεβαίνουν επικίνδυνα. «Τώρα θα πρέπει να σκύψεις λίγο…». Μου ψιθύρισε στο αυτί και το σώμα μου πλέον του ανήκε σε μία παρτίδα που μόλις είχε αρχίσει.

Εκείνος ήξερε το επόμενο βήμα. Μπάνιο στη θάλασσα με την παρέα. Θα προσφερθεί να με πάει με τη μηχανή, οι δυο μας. Τόσο δυνατή και άγρια, σαν Εκείνον. Χάσιμο σε κάθε άνοιγμα του γκαζιού, ζαλάδα σε κάθε φρενάρισμα, όταν το στήθος μου ακουμπούσε πάνω του. Πόσο δύσκολο ήταν να κρατήσω τα χείλη μου μακριά από τον λαιμό του. Δε ξέρω, ίσως και να μη το κατάφερα. Είχα μεθύσει από το άρωμά του.

Βράδυ, στο στέκι το γνωστό, το δικό του, παλεύω να μην καταλάβει κανείς από την παρέα το παραμικρό. Τον περιμένουμε να τελειώσει τη δουλειά, το δικό του μπαρ έκλεισε για απόψε. Με την άκρη του ματιού μου, τον βλέπω να βγάζει το πουκάμισό του, έπρεπε να καθαρίσει. Καθώς απομακρύνεται, σκύβω, έχουν κολλήσει τα μάτια μου πάνω στο κορμί του, πέφτω κάτω από την καρέκλα, ρεζίλι, εντάξει Εκείνος δε με είδε. Και τότε εκείνη μπήκε μέσα. Δε το ήξερα, είχε κοπέλα. Στιγμιαία κατάθλιψη. Αγγλίδα. Τους άκουσα να μιλάνε δυνατά, μαλώνανε. Την ώρα που έφυγε, την άκουσα να λέει “you fuckin’ bastard!” . Yes, indeed he was!

Σε δυο μέρες έφευγα, θα επέστρεφα στην πόλη. Δεν είχα καμία ελπίδα μαζί του, δεν υπήρχε χρόνος να τον ερωτευτώ, δεν ήταν σωστό. Όμως ήθελα όσο τίποτα άλλο . Ήθελα να μάθω, να δοκιμάσω, να νιώσω. Πώς όμως; Φοβόμουν. Ντρεπόμουν. Τον ήθελα. Εκείνος ήξερε. «Τι έχεις κορίτσι μου;». Θεέ μου, τι να απαντήσω για να μη γελάσει; «Μου αρέσει κάποιος από την παρέα» και γελάω, ενώ με μουντζώνω μέσα στο μυαλό μου. Το παίζει καλά το παιχνίδι, με χαλαρώνει όλο το βράδυ με αστεία και χορό, ενώ μου αναφέρει έναν έναν τους πιθανούς αντίζηλους. Εκείνος ξέρει. Το ένα «Μήπως είναι ο…» διαδέχεται το άλλο μαζί με γέλια και σφηνάκια. Μουσική, ιδρώτας, άρωμα. Σαν να ήμασταν φίλοι από πάντα. Εκείνος όμως ξέρει. Ξέρει πότε είναι η κατάλληλη στιγμή να με ρωτήσει «Μήπως είμαι εγώ;» Απλά πάγωσε ο χρόνος και αβίαστα χωρίς δεύτερη σκέψη του απάντησα «Μήπως;»

Τότε ήταν που ένιωσα το δάχτυλό του να κατεβαίνει από την πλάτη μου χαμηλά στη μέση μου τόσο απαλά και διακριτικά, που σχεδόν νόμιζα ότι ήταν απλά μία στιγμιαία φαντασίωση… Τα επόμενα λεπτά θολά, ζαλισμένα, γρήγορα πάνω στην μηχανή του μέχρι να βρεθούμε μόνοι στο σκοτεινό του δωμάτιο. Είναι έμπειρος, είναι μεγαλύτερος, είναι κωλόπαιδο, είναι αβάσταχτα ερωτικός. Είμαι τόσο αγχωμένη. Είμαι τόσο ερεθισμένη. Είμαι δική του. Το ξέρει. «Λοιπόν κορίτσι μου, τώρα είναι η στιγμή που βγάζουμε τα ρούχα μας…» μου λέει, μου γελά και με ξαπλώνει απαλά στο κρεβάτι. Μόλις που μπορώ να διακρίνω το πρόσωπό του στο μοναδικό φως του δωματίου, πράσινο νομίζω ήταν, από ένα παλιό ραδιόφωνο. Καίω. Παντού. Αρχίζει να με μυρίζει. Παντού. Νιώθω τα γένια του πάνω στις θηλές μου. Τα χείλη του. Η γλώσσα του ένα με τη γλώσσα μου. Τα χέρια του, τόσο δυνατά, το σώμα μου δίχως δισταγμό τα υπακούει. Μου ανοίγει τα πόδια, θέλει να βλέπει πόσο υγρή είμαι μόνο για Εκείνον. Ανασαίνει τη μυρωδιά μου. Αναστενάζει. Βυθίζει τη γλώσσα του αργά μέσα μου. Χάνομαι… Ακούω ένα απόκοσμο «Μελένια μου…»Η στιγμή που τον ερωτεύτηκα… Τρέμω από ηδονή πάνω στα χείλη του. «for taking my breath away» ακούγεται η Etta από το ραδιόφωνο. Εκείνος όμως ξέρει. Ξέρει πότε είναι η κατάλληλη στιγμή να μπει μέσα μου. Σκληρός. Ξέρει πόσο χρειαζόμαστε και οι δύο να με πονέσει για να χαθούμε μαζί. Αναστενάζει. Χανόμαστε… Μένουμε μία αιωνιότητα αγκαλιά. Old Holborn blue. «Διψάς;» Τρέμω ακόμα ολόκληρη. Ψιθυρίζω «θέλω κι άλλο..». «Ήσυχα μικρή μου, ηρέμησε. Έχουμε δύο μέρες ακόμα πριν γυρίσεις στην πόλη!».

Δε γύρισα ποτέ.

 

Ρενάτα Τζαμάου