Είναι Σάββατο βράδυ και είμαι ξαπλωμένη στον καναπέ φορώντας χνουδωτές πιτζάμες και πολύχρωμες κάλτσες χαζεύοντας ένα βίντεο από το youtube που ανέβασε μία φίλη στο φουμπού. Στο βίντεο μία κοπελιά με τα πιο σφιχτά οπίσθια έβερ τρέχει σε μία παραλία και γελάει. Κοιτάω τα οπίσθια και την επίπεδη κοιλιά της και ταυτόχρονα κοιτάω το τεράστιο κομμάτι πίτσας που έχω χώσει στο στόμα και αγωνίζομαι να το καταπιώ. Για μία ακόμα φορά σιχτιρίζω τον εαυτό μου που δεν μπορώ να σταματήσω να τρώω σαν να μην υπάρχει αύριο και ψάχνω από τώρα τη δικαιολογία που θα πω στο διαιτολόγο τη Δευτέρα που έχω ραντεβού για τα τρία κιλά που πήρα μέσα στο Πάσχα.

Ξαναπαίζω το διάλογο που έχουμε κάνει ουκ ολίγες φορές μετά από Χριστούγεννα, Πάσχα, διακοπές, επέτειο αναπαραγωγής των ορνιθόρυγχων κλπ.
«Μα τρία κιλά ρε κοπελιά; Πως τα κατάφερες ρε παιδί μου;»
«Άστα Γιώργο μου, τι να σου πρωτοπώ, λίγο που με κοίταζε το τσουρέκι, λίγο που μου μύρισε το σουφλέ, ε, άνθρωπος είμαι, δεν μπόρεσα να κρατηθώ!»
«Καλά λοιπόν, το μενού έχει βραστά κολοκυθάκια για ένα μήνα, τώρα θα δούμε αν μπορείς να κρατηθείς….»
(ειρωνικό βλέμμα, τίτλοι τέλους).

Κατεβάζω αργά το χέρι από το στόμα μου (έχοντας χώσει όλο το κομμάτι της πίτσας μέσα του) και ξαναπαίρνω την απόφαση να αρχίσω δίαιτα από εκείνη κιόλας τη στιγμή. Αποφασίζω να πετάξω αμέσως κιόλας την σοκολατόπιτα που έχω στο ψυγείο και με περιμένει εναγωνίως, όπως επίσης και την υπόλοιπη πίτσα που βρίσκεται πάνω στο τραπέζι. Λέω στον εαυτό μου «Είσαι δυνατή κοπελιά, μπορείς να κάνεις τα πάντα, μπορείς να αποκτήσεις το σώμα που ονειρεύεσαι, ένα χρόνο τώρα πηγαίνεις στο διαιτολόγο και κάνεις υπεράνθρωπες προσπάθειες να αδυνατίσεις, μπορείς και θα το κάνεις». Για λίγο αισθάνομαι ότι πετυχαίνει, ναι ρε φίλε, μπορώ να το κάνω, δεν είναι δύσκολο, πριν λίγο διάβασα για την κοπελιά που σε πέντε μήνες έχασε 20 κιλά και δεν ήταν και πιτσιρίκα, αφού μπόρεσε αυτή, μπορείς κι εσύ.
Και μετά κοιτάζω τον τοίχο απέναντι.

Θυμάμαι όλες εκείνες τις φορές που κόλλησε η ζυγαριά ενώ ακολουθούσα τη δίαιτα ευλαβικά.
Θυμάμαι όλες εκείνες τις φορές που έχασα 10, 15, 20 κιλά και τα ξαναπήρα πανηγυρικά μετά από λίγο καιρό.
Θυμάμαι όλες εκείνες τις φορές που, αδύνατη πλέον, ξάπλωσα στο πλάι πάνω σε μία πετσέτα στην παραλία και ξαφνικά διαπίστωσα ότι εκείνο το πράγμα μπροστά μου που είχε γύρει σαν ξεφούσκωτο μπαλόνι πάνω στην πετσέτα ήταν η χαλαρωμένη κοιλιά μου, γεμάτη ραγάδες και χωρίς ποτέ να έχω γίνει μάνα για να έχω μια καλή δικαιολογία γι’ αυτές.

Τέλος θυμάμαι εκείνον τον άντρα προ αμομνημονεύτων χρόνων , τότε που ήμουν 22 χρονών και η κοιλίτσα μου ήταν κάτι που απλά προεξείχε λίγο και σιγά τα λάχανα ρε φίλε, μακάρι τώρα να ήταν έτσι, ο οποίος την πρώτη εβδομάδα της «σχέσης» μας γύρισε και μου είπε «Ρε μωρό δεν σου φαινόταν ότι είσαι παχουλή όταν σε γνώρισα, φορούσες εκείνο το κοντό φορεματάκι και φαίνονταν τα αδύνατα πόδια σου και δεν πρόσεξα ότι έκρυβες μια κοιλάρα πιο πάνω» και όπως καταλαβαίνετε η σχέση τελείωσε αλλά όχι αμέσως, έπρεπε να φάω και το κέρατο μαζί με την προσβολή μετά από κάνα μήνα γιατί δεν κατάλαβα η ηλίθια ότι ένας άντρας που σου μιλάει έτσι από την πρώτη εβδομάδα πρέπει α-μ-ε-σ-ω-ς να φύγει από τη ζωή σου αφού δεν σε θέλει γι’ αυτό που είσαι πραγματικά αλλά μόνο για το θεαθήναι. Αλλά αυτό είναι ένα άλλο θέμα, δεν μπορώ να το σκεφτώ αυτό τώρα, δεν θα το αντέξω.

Είμαι λοιπόν καθισμένη στον καναπέ του σπιτιού μου, κοιτάω τον τοίχο, είναι Σάββατο βράδυ και νιώθω ότι ξεκινάει η κατάθλιψη. Ξέρεις, αυτός ο βουβός πόνος που ξεκινάει από το στομάχι (τυχαίο;) ανεβαίνει στο στήθος και ξαφνικά νιώθεις τα μάτια σου να πλημμυρίζουν. Αρχίζω να βρίζω τον εαυτό μου που δεν μπορεί να έχει αυτοέλεγχο, αρνείται να πειθαρχήσει και να βάλει ένα πρόγραμμα στη ζωή του, που αυτοκαταστρέφεται με σχεδόν σαδιστικό τρόπο. Κοιτάω την αντανάκλαση του σώματος μου στην κλειστή τηλεόραση απέναντι και σιχαίνομαι αυτό που βλέπω, αρνούμαι να δεχτώ ότι εγώ είμαι αυτή, κλείνω τα μάτια πιο σφιχτά για να διώξω την εικόνα, σαν μωρό παιδί που αν δεν βλέπει κάτι, αυτό και δεν υπάρχει. Νιώθω ότι τελικά είμαι ένα τίποτα, μία αποτυχημένη που δεν μπορεί να συγκρατηθεί, καλά το έλεγε η γιαγιά μου όταν ήμουν μικρή «Τίποτα δεν μπορείς να κάνεις σωστά, άχρηστη είσαι» και βυθίζομαι περισσότερο.

Ξαφνικά ακούγεται ήχος μηνύματος.
«Τι κάνεις ομορφιά μου; Πάμε για ένα ποτάκι να γελάσουμε λίγο; Έλα γιατί έχω πέσει στα πατώματα και είσαι το μοναδικό πλάσμα που μπορεί να με σηκώσει ξανά, μόνο εσύ μπορείς να το καταφέρεις αυτό».
Ξανακοιτάω τον τοίχο απέναντι. Δεν είναι πλέον μαύρος, έχει αρχίσει να φωτίζεται. Ξαφνικά συνειδητοποιώ ότι γύρω από τα παραπάνω κιλά μου έχω μία όμορφη αύρα που συνοδεύεται από ένα υπέροχο χαμόγελο, μία αισιόδοξη ματιά της πραγματικότητας και ένα αστείρευτο χιούμορ που μπορεί να φωτίσει κάθε σκοτεινή γωνιά αυτού του κόσμου.
Βγάζω τις πιτζάμες, φοράω μία υπέροχη μπλούζα που κρύβει επιμελώς την κοιλιά και κλείνω την πόρτα πίσω μου.
Πάω να πιω Να γελάσω. Και να ζήσω χωρίς να σκέφτομαι τη μαυρίλα που επικρατεί, να επικεντρωθώ μόνο στη θετική πλευρά της ζωής. Ναι, υπάρχει. Και δεν θα φάω πατατάκια σήμερα, μου το υπόσχομαι.