Κρατούσε τη ζεστή κούπα στο χέρι της σαν εκείνο, το πρώτο άγγιγμα, που την είχε ανατριχιάσει. Το χέρι του είχε βαθουλωτά σημάδια από το κρύο και νύχια βρώμικα από τη δουλειά. Δεν την ένοιαζε όμως. Εκείνο το χέρι το κράτησε για καιρό, μήνες και χρόνια, που πέρασαν κι έγιναν ανεμοστρόβιλος.
Κάπνιζε και ρουφούσε το άφιλτρο τσιγάρο σαν το πρώτο φιλί που είχε δώσει κάτω από εκείνη τη βροχερή, χειμωνιάτικη νύχτα. Η ομπρέλα είχε χαλάσει από τον αέρα, υπόστεγο δεν έβρισκαν αλλά τα σώματα τους ενώθηκαν κι οι σταγόνες δεν ξεχώριζαν σε ποιο κορμί έπεφταν. Χείλια που έμειναν για ατελείωτες στιγμές ενωμένα μέχρι που η βροχή σταμάτησε, ο ουρανός καθάρισε κι ο ήλιος τους ζέστανε.
Έβλεπε τις φλόγες στο τζάκι μπροστά της, σαν το βλέμμα εκείνου που της μελάνιασε την καρδιά της. Χόρευαν κι έγλειφαν τα καρβουνιασμένα κούτσουρα κι απλώνονταν μέχρι την πέτρινη οροφή. Τίποτα δε μπορούσε να αποσπάσει τα μάτια της απ’ αυτόν τον κόκκινο χορό, ούτε καν το ελαφρύ ροχαλητό του γυμνού άνδρα δίπλα της. Του έριξε ένα βλέφαρο, ίσα ίσα για να θυμηθεί τις προηγούμενες δύο ώρες μαζί του. Ξαναγύρισε το βλέμμα της στη φωτιά κι έσφιξε την κούπα της περισσότερο.
Το σπίτι που βρισκόταν δεν της ήταν άγνωστο. Είχε βρεθεί εδώ αρκετές φορές στο παρελθόν, ψάχνοντας το ίδιο πράγμα, στον ίδιο άνθρωπο. Κάθε φορά που έμενε μόνη της, μπροστά στο τζάκι, ψιθύριζε τα ίδια ακριβώς λόγια.
«Αρκετά. Ποτέ ξανά».
Και κάθε φορά, πατούσε τον όρκο της και έπεφτε στο ίδιο παράπτωμα. Σαν ένα αχόρταγο πιτσιρίκι που δε μπορεί να αντισταθεί στην γεύση του γλυκού, ακουμπούσε τα χείλη της στη σοκολάτα και δεν ξεκολλούσε με τίποτα. Και μετά, τύψεις. Και φλόγες που δε μιλάνε αλλά λένε τις μεγαλύτερες αλήθειες.

Δεν ήταν πάντα έτσι. Της άρεσαν τα χαμογελαστά πρόσωπα που την ακολουθούσαν επίμονα, χαρίζοντάς της ένα τριαντάφυλλο ή πεταχτά γλυκόλογα. Πάντα τραβούσε τα βλέμματα – τα κοκκινωπά μαλλιά της, τα γαλάζια μάτια της και το ιδιαίτερο ντύσιμό της, έφτιαχναν έναν ζηλευτό συνδυασμό. Στη δουλειά ήταν το κορίτσι που θα έδινε τσιγάρο στον συνάδελφο για να περάσει ευχάριστα το διάλειμμά τους. Στον δρόμο θα έκοβε το κουλούρι της στη μέση για να το μοιραστεί με το παιδάκι που της ζητούσε χρήματα με τα ξεχειλωμένα γάντια. Στον εραστή της, θα του χάιδευε απαλά τα μαλλιά για να τον νανουρίσει, τραγουδώντας του στο αυτί το αγαπημένο της κομμάτι.

Είχε να θυμάται απ’ όλους στιγμές, εικόνες, χρώματα κι υποσχέσεις. Κι όλα αυτά, σαν τα κάρβουνα μπροστά της, είχαν καεί. Είχαν γίνει στάχτη, προσάναμμα για άλλες φωτιές, μεγαλύτερες, δυνατότερες. Φωτιές που την κυνηγάν ακόμα, κι όσο κι αν ξεφεύγει κι ορκίζεται ότι δε θα ξαναμπλέξει μαζί τους, τόσο απλώνει τα χέρια της και καίγεται γι άλλη μία φορά.
Παρ’ όλο το νεαρό της ηλικίας της, ένιωθε τα χρόνια να βαραίνουν σαν ένα παχύ στρώμα σκόνης. Ήταν αρκετά ώριμη, περισσότερο από πολλά άλλα συνομήλικα κορίτσια γι’ αυτό κι ένιωθε ότι δεν ταίριαζε πουθενά. Οι μεγάλοι τη σνόμπαραν, οι μικροί τη φοβόντουσαν. Μόνο η μουσική δεν έκανε διακρίσεις κι ήταν ο αιώνιος σύντροφός της. Τις δύσκολες νύχτες χωρίς ανθρώπινη παρουσία, τα κρύα πρωινά χωρίς έναν λόγο να σηκωθεί από το κρεβάτι.

«Όσα λένε οι φλόγες στο τζάκι, κορίτσι μου, δεν τα λέει ολάκερος ο κόσμος», της έλεγε η γιαγιά της. Κι αυτό που πάντα την απασχολούσε είναι όχι τι λένε, αλλά τι δεν λένε. Πόσα μυστικά έχουν κρύψει από ανθρώπους που, αμίλητοι κι ασάλευτοι, κάθισαν για ώρες μπροστά τους. Πόσα μπορούσαν να της πουν τώρα, να την συμβουλέψουν, να την καθησυχάσουν, να της δώσουν μία ελπίδα ότι όλα θα φτιάξουν και θα βρει τον δρόμο της.
Τίποτα. Απόλυτη ησυχία.
Οι φλόγες δεν μιλάνε κι η ίδια το είχε καταλάβει πλέον πολύ καλά.
Το τσιγάρο είχε τελειώσει από ώρα, ο καφές στην κούπα είχε κρυώσει, το παλτό δεν ζέσταινε πια το παγωμένο κορμί της. Μάζεψε τα μαλλιά της κι άρχισε να ντύνεται.
Ο άνδρας δίπλα της σάλεψε, μουρμούρισε, την έψαξε. Του έκλεισε το χέρι, το φίλησε απαλά και του ψιθύρισε να συνεχίσει τον ύπνο του.

Όταν βγήκε στον δρόμο, άρχισε να νιώθει σαν το παραμύθι του Χάνσελ και της Γκρέτελ. Μόνο που η ίδια δεν άφηνε πίσω ψίχουλα για να ξαναβρεί τον δρόμο της.
Αλλά μικρά, ολοκληρωμένα, συντρίμμια της ζωής που έκανε κάποτε. Δεν ήθελε να γυρίσει πίσω, δεν ήθελε να πέσει πάλι στην αγκαλιά της φωτιάς που την έκαιγε και την λύτρωνε την ίδια στιγμή.
Ήθελε ΕΝΑ τζάκι, με ΕΝΑΝ άνθρωπο για ΜΙΑ αιώνια στιγμή.
Οι φλόγες δεν της είπαν τίποτα αλλά, στο τέλος, κατάφεραν να της πουν τα πάντα.

Φωτεινή