Ο ήλιος την τύφλωνε και ο ιδρώτας έτρεχε ποτάμι στην πλάτη της. Ανυπόμονα κοίταξε για ακόμα μια φορά την ώρα στον κινητό της και απηυδισμένη, έβγαλε τα ακουστικά μέσα από την τσάντα της. Σχεδόν μια ώρα είχε περάσει και το μόνο λεωφορείο που είχε φανεί, ήταν τόσο γεμάτο, που δεν μπήκε καν στον κόπο να σταματήσει. Ένας Θεός ήξερε πότε θα έφτανε στη δουλειά της. Δυο γερόντια δίπλα της διαπληκτίζονταν έντονα. Ο ένας έβριζε τον Τσίπρα και ο άλλος τον Κάρολο της Αγγλίας. Κούμπωσε τα ακουστικά στο κινητό της και έβαλε τη μουσική να παίζει τέρμα. Μάταια όμως. Ακόμα και η φωνή του τραγουδιστή των Imagine Dragons, που τραγουδούσε στη διαπασών “Whatever it takes”, δεν μπορούσε να καλύψει την ηχορύπανση του ανώφελου καυγά που διαδραματιζόταν σε ασφυκτική απόσταση από την ίδια. Νευριασμένη, έσπρωξε μαλακά μια κυρία που κρατούσε πολλές σακούλες με ψώνια και προσπάθησε να απομακρυνθεί λιγάκι. Ήξερε πως αυτό ίσως να σήμαινε και την απώλεια της πολύτιμης θέσης της στο επόμενο λεωφορείο, που σαν κονσέρβα με σαρδέλες, θα την πήγαινε στον προορισμό της, αλλά δεν άντεχε άλλο τις φωνές. Βέβαιη πλέον πως θα καθυστερούσε, έβγαλε από τη τσάντα της τον καπνό και έστριψε ένα κακοφτιαγμένο τσιγάρο. Τα ιδρωμένα της χέρια δεν της επέτρεπαν ιδιαίτερες καλλιτεχνίες.
«Μου δίνεις λίγο τον αναπτήρα σου;» της ζήτησε μια νεαρή κοπέλα που στεκόταν λίγο πιο πίσω και εκείνη φιλικά της τον έδωσε.
«Δεν μας φτάνει η ζέστη και η αναμονή, θα μας μπαφιάσετε τώρα και με αυτούς τους διαβόλους;» διαμαρτυρήθηκε ενοχλημένη η φορτωμένη κυρία και προκειμένου να γλιτώσει ένα νέο αντικαπνιστικό κύμα, που ήταν έτοιμο να σηκωθεί και να την πνίξει, σπρώχνοντας, βγήκε εντελώς από το σημείο της στάσης με τη νεαρή κοπέλα να ακολουθεί το παράδειγμα της.
«Και για ένα τσιγάρο, μόλις χάσαμε κάθε ελπίδα να μπούμε στο επόμενο που θα έρθει», διαπίστωσε συνωμοτικά η άλλη που της επέστρεφε τον αναπτήρα.
«Λες και θα χωρούσαμε… Και δεν περνάει και ένα ταξί το φελέκι μου!» είπε εκείνη και με το δάχτυλο της απομάκρυνε ένα μικρό κομματάκι καπνού που είχε κολλήσει στα χείλη της.
«Πλάκα μου κάνεις; Ποιο ταξί; Εδώ έχει παραλύσει το σύμπαν. Ακόμα και να βρεις άδειο, με τόση κίνηση, θα χρειαστεί να πουλήσεις ένα νεφρό για να το πληρώσεις. Εγώ κάνω το τσιγάρο μου και θα το κόψω με το πόδι. Σύνταγμα πάω, αν θες έλα παρέα», πρότεινε και τίναξε τα μακριά ξανθά μαλλιά της, που από τη ζέστη κολλούσαν πάνω στους ώμους της.
«Και εγώ προς τα εκεί πάω. Λες ε; Από το να καθόμαστε μέσα στο λιοπύρι, ας χάσουμε καμία θερμίδα τουλάχιστον. Φως εδώ δεν βλέπω» παραδέχτηκε και πετώντας τη γόπα στην καυτή άσφαλτο, άρχισε να ακολουθεί την κοπέλα.
«Κάτι μου θυμίζεις ρε συ. Δεν μπορώ να θυμηθώ όμως τι…» της είπε μόλις κοντοστάθηκαν σ’ ένα φανάρι.
«Μπα, αποκλείεται. Δεν ζω στην Αθήνα. Για μια δουλειά έχω έρθει. Πρόβα νυφικού έχω σε μία ώρα σε έναν γνωστό οίκο».
«Α! Η ώρα η καλή. Δεν είμαι πολύ φαν του γάμου, αλλά με το καλό», ευχήθηκε και ξανακοίταξε την κοπέλα που σίγουρα κάτι της θύμιζε.
«Όταν βρεις το άλλο σου μισό, τότε θα γίνεις φαν. Όταν βρεις τον άνθρωπο που θα κουμπώσεις απόλυτα μαζί του, θα ξέρεις πως είσαι έτοιμη να κάνεις τα πάντα για εκείνον. Προφανώς δεν τον έχεις γνωρίσει ακόμα», δήλωσε κατηγορηματικά και μια περίεργη σπίθα στα μάτια της έκανε την Μαρία να τρομάξει για λίγα δευτερόλεπτα.
«Τόσο καψούρα ε; Τι να σου πω. Για μένα οι ανθρώπινες σχέσεις δεν είναι μαγικές. Για μένα δεν υπάρχει το “άλλο σου μισό”. Οι σχέσεις θέλουν κόπο και προσπάθεια. Οι σχέσεις θέλουν δουλειά. Οι σχέσεις εξελίσσονται και μεταμορφώνονται. Σέβομαι όμως τη δική σου θέση πάνω στο θέμα και ας μην την ενστερνίζομαι. Και αφού βρήκες και κάποιον να συμφωνεί μαζί σου, τότε πάσο.»
«Εσύ μόνη σου είσαι δηλαδή;» ρώτησε και άναψε ακόμα ένα τσιγάρο, ενώ ο βηματισμός της άρχιζε να γίνεται πιο αργός.
«Όχι. Σε σχέση είμαι εδώ και κάποιους μήνες. Δεν ξέρω πως θα προχωρήσει το πράγμα και δεν το σκέφτομαι κιόλας. Βλέπεις εκείνος βγήκε από μια άρρωστη σχέση πρόσφατα. Περνάμε καλά προς το παρόν, δεν κάνουμε ο ένας το δεκανίκι στον άλλο, δεν σκαλίζουμε το παρελθόν και παραδόξως είναι ότι η πιο υγιής σχέση που έχω κάνει. Κάτι απαλλαγμένο από εικονικές προσδοκίες».
«Άρρωστη σχέση;»
«Δεν ξέρω πολλά πάνω σε αυτό το θέμα. Δεν ρωτάω να είμαι και ειλικρινής. Αν ποτέ νιώσει την ανάγκη να μιλήσει, θα τον ακούσω βέβαια. Το μόνο που ξέρω, είναι πως τον “έπνιγε” με κάποιο τρόπο. Γι αυτό μάλλον μαζί μου είναι τόσο ήρεμος. Βλέπεις εμένα η μόνη μου εξάρτηση είναι το γαμημένο το τσιγάρο και μου αρκεί», είπε η Μαρία με ειλικρίνεια νιώθοντας λίγο άβολα που έλεγε τόσο προσωπικά θέματα σε μια άγνωστη. Και όμως γαμώτο, δεν την ένιωθε εντελώς άγνωστη. Στην επόμενη διάβαση πεζών επεξεργάστηκε την νεαρή κοπέλα πιέζοντας το μυαλό της να θυμηθεί που την είχε ξαναδεί.
«Δεν ήμουν ξανθιά. Φαντάσου με μελαχρινή. Έχει αδυναμία στις μελαχρινές προφανώς», είπε κοιτώντας την κατάματα και τότε μια εικόνα φωτίστηκε μέσα στο μυαλό της Μαρίας. Μια φωτογραφία μέσα σε ένα από τα βιβλία του που της είχε δανείσει. Από γυναικεία περιέργεια την είχε κοιτάξει και ύστερα την είχε βάλει στη θέση της, χωρίς να πει κάτι σε εκείνον. Του είχε επιστρέψει το βιβλίο όταν το τελείωσε και έκτοτε το είχε ξεχάσει. Ούτε ένα μήνα δεν έβγαιναν, όταν είχε συμβεί αυτό.
«Τι θες από μένα; Δεν έχουμε κάτι να συζητήσουμε νομίζω. Όπως σου είπα και νωρίτερα δεν με αφορά το παρελθόν!» διαμαρτυρήθηκε καρφωμένη στη διάβαση γιατί το φανάρι των πεζών είχε ανάψει πάλι κόκκινο.
«Δεν είμαι το παρελθόν του, ηλίθια! Είμαι το παρελθόν, είμαι το παρόν και θα είμαι και το μόνο μέλλον του», της είπε ψιθυριστά σκύβοντας προς το μέρος της, και με μια απότομη κίνηση, την έσπρωξε με δύναμη προς το δρόμο τη στιγμή που ένα φορτηγάκι ετοιμαζόταν να περάσει από μπροστά τους.