Ο Λεωνίδας βγήκε από το τζιπ όταν του αφαίρεσαν το κάλυμμα από τα μάτια. Οι τρεις μπράβοι που τον συνόδευσαν στέκονταν απέναντί του και τον κοιτούσαν χαμογελαστοί. Του είχαν δέσει και τα χέρια. Η βίλα του Πουρσόπουλου θεωρούνταν μυστική -όσοι την επισκέπτονταν είχαν πάντα καλυμμένα τα μάτια τους.
Είχε νυχτώσει και έκανε ψύχρα και ο Λεωνίδας ήταν ελαφρά ντυμένος: παλιά φόρμα, μπλούζα, μια ζακέτα και τα σπορτέξ του.
«Έλα», του είπε ένας μπράβος. Ήταν φαλακρός, γυμνασμένος και φορούσε γυαλιά ηλίου, όπως και οι υπόλοιποι.
Οι άλλοι δύο μπράβοι ήρθαν πίσω από τον Λεωνίδα.
Ο Λεωνίδας τους ακολούθησε. Διέσχισαν τον κήπο ενός σπιτιού που ούτε στα πιο τρελά του όνειρα δεν θα μπορούσε να το έχει. Τεράστιο, αχανές, βαμμένο και περιποιημένο στην τρίχα. Σαν να είχε φτιαχτεί για ταινία δράσης όπου επρόκειτο να γίνει διάρρηξη.
Βέβαια, ανά δέκα με είκοσι μέτρα στεκόταν και ένας μπράβος σαν ανθρώπινο ρομπότ. Αν τους έβαζες στη σειρά, είχες ένα μικρό στρατό. Ο Πουρσόπουλος δεν είχε να φοβηθεί κάτι.
Εκτός από τα κέρατα που θα είχαν φυτρώσει στο κεφάλι του. Δυστυχώς, ο Λεωνίδας είχε παίξει ένα μικρό ρόλο ως προς αυτό και, υπέθετε τώρα, αυτός πρέπει να ήταν ο λόγος που τον άρπαξαν. Το κακό εδώ, για τον Λεωνίδα, ήταν το γεγονός πως δεν ήξερε ότι η Φανή ήταν παντρεμένη. Και μάλιστα με κάποιον σαν τον Αριστείδη Πουρσόπουλο. Προσπάθησε να το εξηγήσει στους μπράβους, όμως αυτοί δεν τον άκουσαν. Ή μάλλον τον άκουσαν, αλλά δεν έδωσαν σημασία. Αυτές θα ήταν οι διαταγές τους, σίγουρα.
Όμως, τι θα συνέβαινε; Ως προς αυτό δεν έπαιρνε όρκο, αν και δεν είχε καλό προαίσθημα.
Ο Λεωνίδας καθάρισε το λαιμό του. «Πού πάμε;» ρώτησε. Την ίδια ερώτηση είχε θέσει και στο τζιπ.
Ο επικεφαλής γέλασε. «Να παίξεις», απάντησε. «Σου αρέσει το ποδόσφαιρο;»
«Ναι».
«Τότε θα περάσεις καλά. Για λίγο».
Οι άλλοι μπράβοι γέλασαν κι αυτοί.
Έφτασαν εν τέλει σ’ έναν ανοιχτό χώρο σαν λιβάδι. Μόνο που στο κέντρο του, που περιστοιχιζόταν από δέντρα, υπήρχε ένα μικρό γήπεδο ποδοσφαίρου με κερκίδες. Τρία άτομα διακρίνονταν να παίζουν. Μπράβοι ολόγυρα, φυσικά.
Τα τέσσερα άτομα πήγαν στις κερκίδες. Κι άλλοι μπράβοι, αλλά όχι μόνο. Ήταν άλλοι τρεις νέοι άντρες, φοβισμένοι και με δεμένα χέρια. Λίγο πιο μακριά από αυτούς, ήταν ο Αριστείδης Πουρσόπουλος, ντυμένος με κοστούμι. Κάπνιζε πούρο και παρακολουθούσε τον αγώνα.
Οι τρεις μπράβοι έφεραν τον Λεωνίδα κοντά του.
Ο Πουρσόπουλος, παχουλός με άσπρα μαλλιά, τον κοίταξε από πάνω μέχρι κάτω. «Σαν τους άλλους κι εσύ, ε;» Έδειξε τους τρεις με τα δεμένα χέρια. «Πήγαινε στη σειρά».
«Κύριε Πουρσόπουλε, λυπάμαι πολύ. Αλλά δεν ήξερα…» προσπάθησε ο Λεωνίδας.
«Το ξέρω, νεαρέ». Χαμογέλασε στον Λεωνίδα και έμοιαζε λες και έγινε πιο νέος. «Αλλά δεν έχει σημασία. Βλέπεις, η σύζυγός μου κι εγώ βαριόμαστε ενίοτε και πρέπει να κάνουμε κάτι για να σπάσει η ρουτίνα. Όταν μου είπε την πρώτη φορά ότι πήγε με άλλον, είχα αυτή την ιδέα σχεδόν αμέσως». Έδειξε το γήπεδο. «Τους φέρνουμε εδώ το Σάββατο και εκείνη παίζει ποδόσφαιρο μαζί τους. Αν νικήσει η Φανή, το παλικάρι πεθαίνει. Είναι απλό».
«Τι; Όχι! Όχι, δεν θα παίξω με την Φανή».
«Παλικάρι μου, φοβάμαι πως αυτό το έκανες ήδη. Όπως και οι εκείνοι οι τρεις. Όπως και αυτός που αγωνίζεται τώρα. Μπήκες στη λίστα κι εσύ. Συνήθως, έναν-έναν σας φέρνουμε, αλλά είχα όρεξη σήμερα».
Ο Λεωνίδας ρώτησε: «Κι αν τη νικήσω;»
Ο Πουρσόπουλος γέλασε. «Παλικάρι μου, κανείς δεν νικάει τη Φανή». Έκανε νόημα στους μπράβους, που έσπρωξαν τον Λεωνίδα και τον πήγαν στη σειρά που είχε δημιουργηθεί.
«Τη βάψαμε», του είπε αυτός που βρισκόταν μπροστά του. «Ξέρει καλή μπάλα».
Ούτε αυτό το ήξερε ο Λεωνίδας. Η Φανή ήταν πιο αδίστακτη από ό,τι θα μπορούσε ποτέ να υποθέσει. Αν πριν ήταν μια φορά φρικαρισμένος, τώρα ήταν εκατό.
Κοίταξε προς το γήπεδο. Η Φανή είχε την κατοχή. Ο άλλος στεκόταν απέναντί της και την κοιτούσε με προσήλωση. Η Φανή έκανε μια προσποίηση ότι θα πήγαινε δεξιά, αλλά κινήθηκε αντίθετα, βρέθηκε πρόσωπο με πρόσωπο με τον τερματοφύλακα, πλάσαρε και σκόραρε.
Κανείς δεν τη χειροκρότησε κι εκείνη, όσο μπορούσε να διακρίνει ο Λεωνίδας, απλά χαμογέλασε. Ο άλλος τύπος έριξε το κεφάλι και ξεφύσησε.
Μετά ακούστηκε το μπαμ και ο άντρας σωριάστηκε στο γήπεδο.
Ο Λεωνίδας είδε έναν από τους μπράβους με μια καραμπίνα, η κάννη της οποίας ακόμα κάπνιζε.
«Επόμενος», διέταξε ο Πουρσόπουλος. Το πτώμα μεταφέρθηκε, η Φανή ήπιε λίγο Gatorade και οι μπράβοι έσυραν τον πρώτο νεαρό της σειράς. Εκείνος διαμαρτυρήθηκε, όμως δεν κατάφερε κάτι, πέραν από το να φοβίσει τους άλλους που θα αγωνίζονταν πιο μετά.
Μία ώρα και τρία πτώματα αργότερα, ο Λεωνίδας οδηγήθηκε στο γήπεδο. Οι χειροπέδες του αφαιρέθηκαν. Αυτά που είχε μάθει μέχρι τώρα ήταν το ότι το κάθε ματς γινόταν μέχρι τα πέντε γκολ, επιτρεπόταν κάθε μαρκάρισμα και… Γαμώτο, η Φανή έμοιαζε σαν να είχε την αντοχή του Σούπερμαν και τις αθλητικές ικανότητες του Μέσι. Κοιτούσε σαρδόνια τον Λεωνίδα.
«Μην έχεις τέτοια μούτρα, Λίο», του είπε. Έτσι τον φώναζε, Λίο. «Παίζεις κι εσύ μπάλα, έτσι δεν είναι; Νίκησέ με και θα είσαι ελεύθερος, αγάπη. Απλά… παίξε καλύτερα απ’ ό,τι πηδάς. Δε θα με νικήσεις, αλλά ίσως το ευχαριστηθείς».
Άλλα του έλεγε όταν έκαναν σεξ. Ότι ήταν ο πρώτος των πρώτων στις επιδόσεις. Η Φανή βογκούσε τόσο πολύ όταν το έκαναν, που μια φορά οι ηλικιωμένοι γείτονες από απέναντι τους έκαναν παρατήρηση. Και ο Λεωνίδας, όμως, ήταν ανέκαθεν ευχαριστημένος. Η Φανή, σαραντάρα μελαχρινή με κορμί αθλήτριας του μπαλέτου, τα έδινε όλα.
«Τι είσαι;» τη ρώτησε τώρα. «Πουτάνα; Πηδιέσαι με τον ένα και τον άλλο; Και μετά τι;»
Ούτε που την ενόχλησε. «Μου αρέσει το σεξ», είπε. Πλησίασε και στάθηκε μισό μέτρο μακριά του. «Και ο Αριστείδης εκεί πάνω δεν το ’χει πλέον. Όμως, τα έχουμε συμφωνήσει. Εγώ πηδάω τον ένα και τον άλλο, όπως είπες, και μετά ο Αριστείδης έχει τη χαρά να τους βλέπει να πεθαίνουν. Γιατί κανείς δεν με κερδίζει στο ποδόσφαιρο, αγάπη. Και τώρα ήρθε η σειρά σου».
Σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών της και τον φίλησε πεταχτά στο στόμα.
Ο Λεωνίδας δεν ανταπέδωσε.
Η Φανή ήταν τελικά όσο καλή υπονοούσε και όσο είχε δει ο Λεωνίδας πριν λίγο. Έπαιζε σαν επαγγελματίας και ήταν παμπόνηρη. Και χτυπούσε, αν το έκρινε απαραίτητο. Ο Λεωνίδας δεν διαμαρτυρήθηκε, δεν θα της έκανε αυτή τη χάρη. Αντίθετα, το πάλεψε. Μπόρεσε να σκοράρει περισσότερα γκολ απ’ ό,τι οι άλλοι πριν από αυτόν.
Όταν έφτασαν στο 4-4, με τον ιδρώτα να στάζει από κάθε πόρο του κορμιού του, ο Λεωνίδας είχε την κατοχή της μπάλας. Ένα γκολ, αυτό ήθελε. Είχε κουραστεί, αλλά δεν θα εγκατέλειπε, όχι τώρα. Ένα γκολ.
«Έλα, αγάπη», τον παρακίνησε η… ναι, η κουρασμένη -επιτέλους- Φανή. «Έλα».
Εκείνος πήρε φόρα. Έκανε προσποίηση και την πέρασε –υπερβολικά εύκολα; Έτρεξε προς το τέρμα. Όταν κατάλαβε πως δεν τον ακολουθούσε, παραξενεύτηκε, αλλά χάρηκε. Βρέθηκε απέναντι από τον τερματοφύλακα. Και τον πλάσαρε και σκόραρε.
Η Φανή τον χειροκρότησε ειρωνικά. «Μπράβο. Τι κρίμα, όμως, που δεν θα χαρείς τη νίκη σου».
Ο Λεωνίδας την κοίταξε παίρνοντας βαθιές ανάσες.
«Ω, φοβάμαι πως ούτε εσύ θα χαρείς την ήττα σου, αγάπη μου».
Ο Πουρσόπουλος ήταν αυτός που είχε μιλήσει. Είχε κατέβει από τις κερκίδες, μαζί με τρεις μπράβους.
«Τι;» έκανε η Φανή.
Όταν είδε το πιστόλι στο χέρι του, πήγε να διαμαρτυρηθεί, αλλά ο πυροβολισμός της διέλυσε το κεφάλι.
Ο Λεωνίδας κοίταξε αποσβολωμένος τον Πουρσόπουλο.
«Απ’ ό,τι φαίνεται, έπεσα έξω», σχολίασε ο Πουρσόπουλος. «Τη νίκησες».
«Τι θα γίνει με εμένα;» ρώτησε ο Λεωνίδας.
Εκείνος αναστέναξε. «Ό,τι θα γινόταν εξ αρχής, νεαρέ».
Ο Πουρσόπουλος πυροβόλησε τον Λεωνίδα, πριν πει κάτι άλλο.