Πρώτα Χριστούγεννα χωρίς εσένα. Ταίρι μου. Ψυχή μου. 41 χρόνια μαζί. 41 Χριστούγεννα. Δεν είναι λίγα. Έφυγες πριν 8 μήνες. Δεν με άφησες μόνη, ευτυχώς. Παιδιά, εγγόνια, φίλοι. Δεν είμαι μόνη μου στον κόσμο. Μα είμαι μόνη στην ψυχή.

Σε θυμάμαι να το σκας από το στρατόπεδο, ανήμερα Χριστούγεννα να έρθεις να με δεις, 5 μήνες αρραβωνιασμένοι. Παλικαράκι μου! Καρδιά μου. Ξενυχτισμένος, με άγχος, με τη ψυχή στο στόμα. Μισή ώρα έμεινες κι έφυγες ξανά. Έκανες 11 ώρες ταξίδι να έρθεις και άλλες τόσες ώρες για να πας πίσω μέσα στον χιονιά, για μισή ώρα στην αγκαλιά μου. Ό,τι ζωή μου έχει απομείνει έδινα αυτή τη στιγμή, παλικαράκι μου για μια ώρα ξανά στην αγκαλιά σου!

41 χρόνια. 41 Χριστούγεννα. Και φτώχια και ένα δυαράκι στο Κουκάκι τα πρώτα 5 χρόνια, με 2 παιδιά, χωρίς θέρμανση. Με μαγκάλι τον πρώτο χρόνο και με δυο σόμπες δανεικές από τη μάνα σου όταν έμεινα έγκυος για να μην εισπνέω αναθυμιάσεις. Και ήρθαν και καλά χρόνια. Φτιάξαμε το σπίτι μας, με πολλή δουλειά κάναμε και τα κουμάντα μας, τίποτα δεν μας έλειψε. Μα και στα φτωχά και στα πλούσια, την βαριά σου κουβέντα δεν την άκουσα παλικαράκι μου. Στη στεναχώρια μόνο, έλεγες το “αχ!” και λίγο και πάλι σήκωνες κεφάλι. Και δούλευες και γλένταγες και τις εκδρομούλες σου τις λαχταρούσες. Μου ’λεγες “θα πάρω ένα τροχόσπιτο όταν ξεπαιδιάσουμε και θα γυρίσουμε όλη την Ευρώπη”. Μα ήρθαν τα εγγόνια μετά και το αναβάλλαμε. Μα δεν τα καλοχάρηκες ψυχή μου. Μας έφυγες.

Πρώτα Χριστούγεννα φέτος χωρίς εσένα. Και τα παιδιά και τα εγγόνια είναι σπίτι μας και γελάνε και κλαίνε και σε ζητάμε και σε σκεφτόμαστε και σε αγαπάμε. Είπαν να μη στολίσουμε, μα είπα ΟΧΙ ΟΛΟ ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΟ ΘΕΛΩ ΝΑ ΛΑΜΠΥΡΙΖΕΙ, να φτάσουν τα Χριστούγεννα στον ουρανό να μας δεις, παλικαράκι μου. Να χαρείς ταίρι μου. Είμαστε όλοι καλά και ο Φώτης και η Συμέλα και ο Χάρης και τα δίδυμα και ο Γιωργάκος και το μωρό. Και τα καναρίνια σου και οι πορτοκαλιές και οι μανταρινιές σου. Και το πίσω μπαλκόνι το μονώσαμε που έβγαζε υγρασία στο μπάνιο και το δέντρο που έπεφτε στη μάντρα κλαδέψαμε. Το αμάξι σου το πήρε ο Χάρης, δεν το δίνω το citroen του μπαμπά, είπε. Όλοι είμαστε καλά, αγάπη μου. Και μας λείπεις.

Δε κλαίω. Μα δεν κοιμάμαι στο δωμάτιο μας, στον καναπέ κοιμάμαι 8 μήνες τώρα κάθε βράδυ με αναμμένη τηλεόραση. Καμιά φορά κοιτάω τις παντόφλες σου. Μη σου πω ψέματα καμιά φορά τις φορώ κιόλας παλικαράκι μου. Και ονειρεύομαι πως είμαστε στα Χάνια εκείνη τη χρονιά που αποκλειστήκαμε και κάναμε ρεβεγιόν και χορεύαμε τη νύχτα και γελούσαν τα παιδιά, μικρά τα είχαμε τότε και μας έλεγαν ερωτευμένο ζευγαράκι. Να χόρευα ήθελα λίγο τώρα.

41 χρόνια. Δύσκολο πράμα η συνήθεια. Θα συνηθίσω πάλι, δεν το βάζω κάτω, τα παιδιά και τα εγγόνια με έχουν ανάγκη, τι να κάνω να τα παρατήσω, είμαι νέα ακόμα, έχω να δώσω πολλά. Και στη δουλειά κάθε μέρα πάω, μου λένε “μάνα κάτσε σπίτι να ξεκουραστείς, τι έρχεσαι αχάραγα και κατεβαίνεις στις αποθήκες” και τους λέω “άμα θέλετε να πεθάνω, να μην ξανάρθω. Εγώ 3 παιδιά γέννησα και 2 που έχασα και την 3η μέρα ήμουν στα πόδια μου και δούλευα, τώρα που το έχω ανάγκη δεν θα έρθω; Τι να κάνω, άχρηστη είμαι;”

Αυτές τις μέρες όμως, δύσκολα τα πράγματα. Τη νύχτα ειδικά. Τι να κάνεις; Πως να σταματήσεις το μυαλό από το σκέφτεται. Ε τι να κάνω και γω, λέω δε πειράζει θα σε σκέφτομαι κι ας λιώνει η καρδιά μου. 41 χρόνια παλικάρι μου. Που να έρθω να σε βρω, κι ας κάνω 11 ώρες ταξίδι μέσα στο χιονιά να πάω κι άλλες τόσες να γυρίσω. Για να χορέψουμε μισή ώρα. Ταίρι μου.

 

25/11 Στεριανή Ασημακοπούλου