Ω γιεεεεεεε! Καλοκαιράκι δικέ μου! Τελευταία μέρα γραφείο και το ημερολόγιο δείχνει πάρα κάτι Δεκαπενταύγουστος! Τα παιδιά χαίρονται, ο αντρούλης μου χαίρεται , οι γιαγιάδες – αυτές να δείτε πως χαίρονται – και εγώ επιτέλους γράφω τις τελευταίες μου εκκρεμότητες στο πορτοκαλί εταιριοημερολόγιο και είμαι έτοιμη να τζάσω για άλλη γη κι άλλα μέρη! Φιλάω συναδέλφους σταυρωτά – ποτέ δεν ξέρεις πότε είναι η ώρα σου – τους εύχομαι να περάσουν υπέροχα και το εννοώ και ακόμη και τους πρήχτες τη στιγμή που κοπανάει η πόρτα κλανγκ μπαμ πίσω μου, τους αγαπώ!


Οδηγώ προς το σπίτι και ονειρεύομαι αμμουδερές ακρογιαλιές σε κάποιο Κυκλαδίτικο νησί, εγώ με το μπικίνι μου να λιάζομαι στην ακροθαλασσιά ως άλλη γοργόνα αδελφή του Μεγαλέξαντρου, να έχω τη μπίρα μου αγκαλιά και ο απέναντι μπρατσαράς τριτοξάδερφος του Πιτ (όχι του Μαύρου Πιτ ρε , του Μπραντ, του Μπραντ Πιτ)να με παίζει ανοιχτά. Η θάλασσα να κάνει φλατσα φλουτσα στα μπούτια μου και εγώ τελικά να χω γυρίσει κώλο στον ημιτασιον Πιτ και να ρίχνω κάτι ύπνους τριαξονικούς με σαλάκι τρεχόμενο . Ω ναι , αυτό θα ήταν ακόμη πιο υπέροχο αν μετά από τον πεντάωρο υπνάκο στην ακροθαλασσιά που θα ’χω γίνει Μπραζιλιάνα στανταράκι κ όχι ψητός αστακός, θα καθόμουν στο παραδίπλα ταβερνάκι να φάω κανα ψαράκι, κανα κολοκυθάκι τηγανητό και να πιώ και μία παγωμένη μπύρα για να στανιάρω από την κάψα. Και κάπως έτσι μέσα σε αυτό το υπέροχο συννεφάκι μου φτάνω σπιτιιιι μουυυυ.
Ανοίγω πόρτα και … ΧΑΟΣ! ΠΑΝΤΟΥ!

Τα παιδιά κυνηγιούνται , οι γιαγιάδες κυνηγάνε τα παιδιά , ο σκύλος κυνηγάει τις γιαγιάδες. Ρούχα από εδώ, ρούχα από εκεί, κουβαδάκια, βατραχοπέδιλα, μάσκες, καλάμια ψαρέματος, δολώματα, φαρμακείο, τρόφιμα ,βαλίτσες, ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ!!!!

Παιχνίδια ΠΑΝΤΟΥ! Θυμάμαι ότι πριν να φύγω το πρωί ήταν στα κουτιά τους τα μισά και τα άλλα μισά κρυμμένα. Αλλά όχι! Τώρα κείτονται μπροστά μου και με κοροϊδεύουν προκλητικά που τόλμησα να τα συμμαζέψω, πόσο να τα κρύψω κιόλας! Και έτσι αυτά είναι απλωμένα πάνω στους καναπέδες, κάτω από τους καναπέδες, στα πατώματα, πάνω στον πάγκο της κουζίνας, στη μπανιέρα -στη λεκάνη δεν κοίταξα κάν απλά πάτησα καζανάκι με κλειστά μάτια-στα κρεβάτια , στη βεράντα, στη βεράντα του από κάτω, μέσα στο ψυγείο , μέσα στο πλυντήριο … ακόμη και μέσα στη γυάλα με τα ψάρια. Αλλά όχι, δε θα απογοητευθώ, είμαι σε άδεια ! ΘΑ ΠΑΜΕ ΔΙΑΚΟΠΈΣ ΟΟΟΟ ΓΙΕΕΕΕΕΕΕΕ!!
Δεν έχω προλάβει καν να βγάλω παπούτσι όπου αρχίζει η ατελείωτη γλωσσοδιάρροια .
«Μαμά, να πάρουμε τις κούκλες;»
«Μαμά, να πάρουμε το ποδήλατο;»
«Μαμά, να πάρουμε τα επιτραπέζια; Όλα;»

Κάπου εκεί τους δείχνεις τη βαλίτσα που αναλογεί στα παιχνίδια και ξεκινάει το ΜΑΤΣ! Όχι να πάρουμε τη Μπαρμπι γοργόνα, όχι να πάρουμε το Μπομπ το μάστορα, όχι τα γατιά με τα μεγάλα μαύρα μάτια , αυτά που είναι πιο μεγάλα και από το κεφάλι τους και που με κάνουν και χέζομαι τα βράδια, ΑΥΤΑ! ΤΕΛΟΣΠΑΝΤΩΝ τα χωράνε. Μαζεύονται τα υπόλοιπα παιχνίδια ξανά στη θέση τους τα παιδιά κοιμούνται και επιτέλους ώρα να ετοιμάσω τα υπόλοιπα πράγματα με λίγη ησυχία.

Βγάζω λίστα του Σίντλερ, γιατί είμαι και οργανωτικ-ιά μαδερ, και αρχίζω τα τσεκ!
Και κάπου εκεί έρχεται ο σύζυξ, το στεφάνι μου ντε, τ’ αγόρι μου τ’ αγόρι μου που ναι γλυκό και τραγανό σα καραμέλα… Ε και αρχίζει το παραλήρημα του δεν έχω χώρο να βάλω τα βαλιτσάκια σου, και γιατί μια φορά δεν μπορούμε να πάρουμε δυο πραγματάκια και μου βγάζεις όλα τα προικιά, και με πονάει η μέση μου, και πως θα δέσω τρία ποδήλατα ένα σκυλόσπιτο και το φορητό ενυδρείο, και δε με καταλαβαίνεις και άλλα τέτοια που να σας πω δε τα θυμάμαι γιατί κάνω λογκ όφ, απλά θυμάμαι ανά τρίλεπτο να κουνάω το κεφάλι πάνω κάτω σα τα ψεύτικα σκυλιά που βάζουμε στα παρμπρίζ. Κάντε το και σεις πιάνει!

Φορτώνουμε λοιπόν, ο άντρας φυσάει ξεφυσάει, είπαμε εμείς κεφάλι πάνω κάτω μη ξεχνιέστε στην ανάγκη βάλτε υπενθύμιση…Μπορεί να κοντεύει να ξημερώσει αλλά νταξ κομπλέ τα φορτώσαμε όλα, μόνο τη φοντανιέρα αφήσαμε αλλά νομίζω ότι δε θα τη χρειασθούμε τελικά.

Ο άντρας πάει για ύπνο, αύριο έχει ταξίδι.
Εγώ ; Εγώ όχι καλέ δεν κοιμάμαι ! Α ΠΑ ΠΑ! Γιατί τι Ελληνίδα μάνα θα ήμουνα αν δεν είχα για αύριο κάτι πρόχειρο να φάμε για όταν φτάσουμε. Ένα παστιτσάκι, μία σουβλίτσα κοκορέτσι , μία πιτσούλα βρε αδερφέ. Ίσα να ταΐσουμε το πεινασμένο ασκέρι μας μέχρι να τακτοποιηθούμε. Οπότε στρώνομαι που λέτε, φτιάχνω και ένα γαλακτομπούρεκο χαμένο δεν πάει, βράζω και δυο τρία δέκα αβγουλάκια, φτιάχνω και μία μπόμπα τοστάκια ΓΙΑ ΤΟ ΔΡΟΜΟ και είμαι έτοιμη! Οπότε έχουμε και λέμε :
Ρούχα : τσεκ
Είδη μπάνιου : τσεκ
Θαλασσινά: τσεκ
Παιχνίδια : τσεκ
Φαρμακείο : τσεκ
Φαγητά : καρατσέκ

Και κάπου εκεί βλέπω με φρίκη την τελευταία μου σημείωση! Ω ΝΑΙ!Η ώρα κοντεύει 5 το πρωί και δε βάζει ο νους σας τι έχω ξεχάσει να κάνω! Ε ρε τι πάθαμε και μέσα στη νύχτα την αφέγγαρη τώρα να πρέπει να μαδήσω το χωράφι, να κουρέψω το γκαζόν, να κάνω αποψίλωση, να κάνω ΑΠΟΤΡΙΧΩΣΗΗΗΗΗ πως το λέμεεεε!

Βγάζεις με μισό μάτι τα εργαλεία του μαύρου θανάτου στο νιπτήρα και αποφασίζεις μέσω ποιας οδού θα πορευτείς! Κερί; Μπα θα κάνω εγκαύματα , Σιλκ κ Πιλ; Μπα θα ξυπνήσω τα παιδιά από τα ουρλιαχτά , οπότε βουτάς τη φαλτσέτα και ΧΡΑΤΣ ΧΡΟΥΤΣ σε δεκα λεπτά είσαι κούκλα ! Νταξ μπορεί να τρέχει λίγο αίμα σε καμιά δεκαριά σημεία κ σε ένα παίζει να θες και ράμματα αλλΑΑΑΑΑΑΑ είσαι ΓΥΑΛΙΙΙ ΓΛΟΜΠΟΣ ΑΕΡΟΔΡΟΜΙΑΡΑΑΑΑΑΑ!!!

Πάω να ξεραθώ λίγο σε μία γωνίτσα του καναπέ …. αλλά ΤΟΥ ΛΕΪΤ! Ο ήλιος έφεξε, τα παιδιά ξύπνησαν, και όλοι είμαστε έτοιμοι προς αναχώρηση.
Δε με πειράζει καθόλου όμως ξέρετε γιατί ;
ΓΙΑΤΊΙΙΙΙ! ΠΑΜΕ ΔΙΑΚΟΠΕΕΣ ΠΑΜΕ ΔΙΑΚΟΠΕΕΕΣ ΠΑΜΕ ΔΙαααΧΡΡΡΡΡΖΖΖΖΖΖΖΖΧΡΡΡΡΡζζζζζ

ΠΙ.ΕΣ. ξυπνήστε με σε όταν φτάσουμε …