«Άει στο διάολο, μαλακισμένο!»
Το καλύτερο πράγμα στο να βρίζεις άψυχα αντικείμενα είναι ότι δεν μπορούν να σου απαντήσουν. Δέχονται στωικά ότι τους λες, χωρίς κλάματα, χωρίς μουρμούρες, χωρίς αντιρρήσεις. Έτσι κι αυτός ο μεγάλος, παχύς φάκελος κάθεται και τ’ ακούει τώρα. Μα τι ήθελα κι εγώ να τον ανοίξω χωρίς μαχαίρι; Και πόσο τσούζει το διαολεμένο κόψιμο!
Όσο κι αν το γλείφω, ο πόνος δεν υποχωρεί καθόλου. Χαζεύω τον αποστολέα στην κάτω γωνία του φακέλου, η οποία πλέον φιλοξενεί και λίγες σταγόνες από το αίμα μου.
«Παναγιώτης Ράμμος, Διεύθυνση τάδε, Πόλη τάδε»
Η τελευταία φορά που είδα το όνομά του ήταν στο κουδούνι της εξώπορτας όταν την έκλεινα με δύναμη πίσω μου. Πέρασαν επτά χρόνια, επτά γαμημένα, κακάσχημα, σκατένια χρόνια. Τι θέλει πάλι από την ζωή μου;

Τυλίγω το δάκτυλο μου με λίγο βαμβάκι και σκέφτομαι αν πρέπει να τον ανοίξω περισσότερο ή όχι. Τελικά, η αθάνατη περιέργεια μου με νίκησε. Ο φάκελος περιέχει τρεις λευκές κόλλες Α4. Τίποτα περισσότερο. Ούτε δακρύβρεχτη αφιέρωση, ούτε ξεχασμένο ενθύμιο, ούτε ένα CD με αγαπημένα τραγούδια βρε αδερφέ! Τίποτα!
Εκνευρισμένη που γι ακόμα μία φορά τον κάνω να γελάει πίσω από την πλάτη μου, πετάω τον φάκελο στην γωνία και πάω στο μπάνιο. Βγάζω το βαμβάκι και κοιτάω την πληγή. Το δέρμα μου μοιάζει σαν να προσπαθεί να κλείσει το σκίσιμο αλλά κάτι να το εμποδίζει. Το αίμα τρέχει ακόμα, πιο αργά βέβαια, αλλά η ροή του είναι ακαθόριστη. Η όλη εικόνα με απορροφάει τόσο πολύ που στην αρχή δεν ακούω τον ήχο από τα πλήκτρα.
Μετά τ’ αυτιά μου άρχισαν να ταρακουνάν το μυαλό μου και να το προειδοποιούν ότι κάτι περίεργο συμβαίνει. Σε ένα άδειο σπίτι, άκουγα κάποιον να πληκτρολογεί. Τρομοκρατημένη, βγαίνω από το μπάνιο με την πληγή ανοιχτή και τρέχω στην κουζίνα. Ο φάκελος με τα χαρτιά είναι στο τραπέζι (μα στο πάτωμα τον είχα πετάξει!) και στην πρώτη σελίδα είναι γραμμένη μία παράγραφος (μα ήταν κενή!)

Και τότε, απρόσεκτη, άνοιξε τον φάκελο.
Το δάκτυλο κόπηκε, ράγισε, άνοιξε.
Το βαμβάκι τίποτα δεν κάλυψε κι η καρδιά της σκίρτησε.
Από τα νεύρα της, πέταξε τον φάκελο στην γωνία…

Το στόμα μου χάσκει ορθάνοιχτο και το χέρι μου τρέμει. Η πληγή ξεκίνησε να τρέχει πάλι, δύο σταγόνες αίμα κυλάνε πάνω στην σελίδα κι αυτόματα τις απορροφάει το χαρτί. Το αίμα γίνεται γραμμές, οι γραμμές γράμματα και τα γράμματα λέξεις. Τα μάτια μου διαβάζουν αυτό που το μυαλό μου δεν μπορεί να διανοηθεί.

Το αίμα κύλησε πάλι, έγραψε, αποτύπωσε.
Πότε θα πιστέψει επιτέλους αυτό που βλέπει;
Πότε θα αποφασίσει να σταματήσει να αποφεύγει το παρελθόν;

Νοκ, νοκ.
Χτυπάει η πόρτα. Αφήνω το χαρτί στο γραφείο και με τρεμάμενα βήματα πλησιάζω.
«Π… ποιος είναι;»
Μία παιδική φωνή, τσιριχτή, χαρούμενη μου παραλύει τα γόνατα.
«Εγώ είμαι μανούλα. Άνοιξε μου».

Δεν μπορεί να συμβαίνει αυτό, σκέφτομαι και κάνω τρομαγμένη μερικά βήματα πίσω. Κάποιος μου κάνει φάρσα! Κάποιος παίζει σίγουρα με τη ψυχική μου υγεία. Πριν προλάβω όμως να τελειώσω τις σκέψεις μου, το δάχτυλο αρχίζει να αιμορραγεί και πάλι. Αυτή τη φορά έχοντας οικειοποιηθεί τη διαδικασία δεν καθυστερώ, τρέχω να διαβάσω την καινούργια παράγραφο στο χαρτί.

Πάντα με τα μάτια του προσώπου γύρευε την αλήθεια
και αγνοούσε εκείνα της ψυχής
Να που τώρα όλα έδειχναν το ίδιο.

Ή τώρα ή ποτέ αποφασίζω και τρέχω προς την πόρτα, τελευταία στιγμή όμως δειλιάζω και κοντοστέκομαι. Τόσα χρόνια μέσα στις απορίες , τόσα χρόνια μέσα στις αμφιβολίες, τόσα χρόνια χαμένα! Δεν είναι ζωή αυτή όταν δεν μπορείς να προχωρήσεις μπροστά. Σε εκείνο το βράδυ πάγωσε ο χρόνος. Σε εκείνο το βράδυ εφτά χρόνια πριν που έφυγε από τον κόσμο το κοινό μας δημιούργημα. Και ήταν λες και μόνο αυτό μας έδενε. Μόλις χάθηκε, σαν τραπουλόχαρτα κατέρρευσαν τα πάντα. Και να που τώρα εκείνη γυρίζει. Μου χτυπάει την πόρτα. Το μόνο που έχω να κάνω είναι να της ανοίξω. Μα γιατί διστάζω; αναρωτιέμαι και σφίγγω νευρικά το πόμολο της πόρτας κάνοντας μερικές ακόμα σταγόνες αίμα να τρέξουν. Και νέες αράδες αρχίζουν να εμφανίζονται πάνω στο χαρτί.

Είναι γλυκιά η ζωή και τώρα το καταλαβαίνει…
Είναι μεγάλο πράγμα να τρέχει ακόμα στις φλέβες σου ζεστό αίμα…
Ζωή ή Θάνατος; Μνήμη ή Λησμονιά; Μαζί ή Χώρια;

Πλέον δυσκολεύομαι να ανασάνω. Λες και οι σταγόνες αίμα που τρέχουν από το κομμένο μου δάχτυλο παίρνουν μαζί τους και όλο το οξυγόνο από τους πνεύμονες μου. Και το μωρό μου, το κοριτσάκι μου, είναι έξω από την πόρτα. Μπορώ επιτέλους να το αγκαλιάσω και πάλι. Μπορώ να το σφίξω ξανά στην αγκαλιά μου. Μπορώ να μυρίσω τα μαλλάκια του. Πόσο ανόητη είμαι. Χαμένο το παιχνίδι ήταν εξαρχής. Ψευτοδιλήμματα τόσα χρόνια. Τακτοποιώ τα χαρτιά πάνω στο γραφείο. Κοιτάζω το πληγωμένο μου δάχτυλο. Όσο και να το πιέζω πλέον στάλα αίμα δεν στάζει. Χαμογελάω ευτυχισμένη και αποφασιστικά ανοίγω διάπλατα την πόρτα. Ένα λαμπερό φως με καταπίνει.

Δύο μέρες μετά τη βρήκαν νεκρή, δίπλα στο γραφείο, περιτριγυρισμένη από μερικά λευκά χαρτιά και έναν φάκελο. Ο ιατροδικαστής η μόνη πληγή που βρήκε πάνω της, ήταν ένα κόψιμο από χαρτί, κι όμως το σώμα της ήταν στραγγισμένο από κάθε ίχνος αίματος. Απελπισμένος δήλωνε πως ήταν επιστημονικά αδύνατο να φύγουν τόσα λίτρα αίμα από μια τόσο μικρή πληγή. Αλλά ακόμα και έτσι, τόσο αίμα που σκατά είχε πάει; Στο σπίτι δεν βρέθηκε ούτε σταγόνα. Και να ήταν αυτό το μόνο παράδοξο της υπόθεσης… Ψάχνοντας τον αποστολέα του φακέλου, η αστυνομία βρέθηκε έκπληκτη μπροστά σ’ ένα πανομοιότυπο σκηνικό. Ο άντρας νεκρός μ’ ένα κόψιμο από χαρτί στο δάχτυλό του, χωρίς ίχνος αίμα μέσα στις φλέβες και τις αρτηρίες του, και με μερικά λευκά χαρτιά και ένα φάκελο με το όνομα της δίπλα του. Μέρες μετά οι εφημερίδες έγραψαν με ψιλά γράμματα: “Χωρισμένο ζευγάρι βρέθηκε νεκρό υπό ανεξιχνίαστες κοινές συνθήκες σε διαφορετικές πόλεις. Το τραγικό της υπόθεσης ήταν πως εφτά χρόνια πριν σε τροχαίο ατύχημα είχαν χάσει και το πεντάχρονο κοριτσάκι τους.”

 

 

Ιωάννα Puccarina Δαμαλίτη – Γιάννης Σιδέρης