Περπατούσε αργά στο κέντρο της πόλης. Ήταν αρχές Δεκέμβρη και το κρύο ήταν τσουχτερό. Είχε νυχτώσει και εκείνος ήταν κουρασμένος, αλλά το μεροκάματο είχε βγει και σήμερα. Το μόνο που ήθελε ήταν να πάει σπίτι, να κάνει μπάνιο και να κοιμηθεί. Το σώμα του δεν ήταν πλέον νέο για να αντέχει.

Τα χέρια του άρχισαν να ιδρώνουν παρά το κρύο και η καρδιά του να χτυπάει πιο γρήγορα. Ήξερε τον λόγο. Αν έπαιρνε εκείνη τη στροφή θα την έβλεπε. Δύο μήνες τώρα την έβλεπε κάθε βράδυ στο ίδιο καφέ. Δεν την έκανε πάνω από 25. Ντυμένη πάντα απλά, βαμμένη απαλά, καθισμένη πάντα στο ίδιο σημείο. Πολλές φορές είχε μπει στο καφέ και καθισμένος σε μια σκοτεινή γωνία την παρατηρούσε στις σκιές. Είχε πιάσει το αυτί του τη λέξη καθηγήτρια. Ένιωσε δέος και μια μικρή ντροπή. Εκείνος με το ζόρι είχε τελειώσει το δημοτικό. Ένιωθε αγράμματος, αμόρφωτος και άξεστος μπροστά σε τούτο το πλάσμα. Στάθηκε έξω από το καφέ και την είδε ξανά. Θαύμασε την ομορφιά της και η καρδιά του χτύπησε δυνατά. Ένιωθε πως ήταν ξανά έφηβος. Η ζωή του ήταν σκληρή και ένας διαρκής αγώνας για επιβίωση. Οι ελάχιστες γυναίκες που πέρασαν από την καρδιά και το κρεβάτι του δεν τον έκαναν ποτέ να νιώσει όπως ένιωθε για εκείνο το πλάσμα.

Έβγαλε έναν αναστεναγμό και ετοιμάστηκε να φύγει. Αλλά γύρισε απότομα. Το αποφάσισε. Ήθελε να την γνωρίσει. Απλά μια γνωριμία. Οπλίστηκε με θάρρος, μπήκε στο καφέ και παρά την ντροπή του για την ενδυμασία του την πλησίασε. Συστήθηκε ευγενικά και την ρώτησε αν είναι καθηγήτρια και αν κάνει ιδιαίτερα μαθήματα. Δεν ήξερε το αντικείμενο της και δεν τον ενδιέφερε. Χρόνο ήθελε μαζί της. Απλά να την γνωρίσει.

Εκείνη τον κοίταξε εξονυχιστικά, του χαμογέλασε γλυκά και τον ρώτησε αν θέλει ιδιαίτερα μαθήματα. Εκείνος τρέμοντας που την έβλεπε απάντησε με ενθουσιασμό ναι.

Είμαι πολύ ακριβή του είπε εκείνη σοβαρά. Ναι το είχε σκεφτεί αυτό αλλά δεν τον πείραζε. Όσα και αν του ζητούσε θα τα έβρισκε αρκεί να περνούσε λίγο χρόνο μαζί της. Τον κοίταξε ξανά, έβγαλε ένα χαρτί από την τσάντα της, έγραψε πάνω κάτι, του το έδωσε λέγοντας του δουλεύω με την ώρα και έφυγε.

Την παρατηρούσε να φεύγει και να χάνεται στο δρόμο. Άνοιξε το χαρτάκι. Πάνω είχε γραμμένο το τηλέφωνο της και ένα ποσό. Μεγάλο ποσό. Απόρησε και ο ίδιος με την τιμή. Με αυτό το ποσό θα πλήρωνε το σχεδόν το ενοίκιο του. Αλλά ήταν αποφασισμένος.

Τις υπόλοιπες μέρες δούλευε μέρα και νύχτα για να μαζέψει τα χρήματα. Όχι μόνο για το μάθημα. Με το μυαλό του έφτιαχνε σενάρια. Ίσως πρώτα την κερνούσε ένα ταπεινό γεύμα ή έναν καφέ. Ίσως έμεναν μαζί παραπάνω από ώρα. Ίσως εκείνη να έκανε κέφι με την συντροφιά του. Όχι πως είχε αξιώσεις. Δεν περίμενε κάτι παραπάνω . Για τα δικά της μάτια εκείνος θα ήταν γέρος. Όχι δεν περίμενε τίποτα παραπάνω. Ήταν 60 χρονών και εκείνη 25.

Όσο οι μέρες περνούσαν , τόσο μεγαλύτερο άγχος είχε. Βγήκε στην αγορά και αγόρασε καινούργιο πουκάμισο. Καθάρισε το καλό του σακάκι και το καλό του παντελόνι. Ήθελε να είναι η καλύτερη εκδοχή του εαυτού του όταν θα την έβλεπε ξανά. Έκανε το τηλεφώνημα λίγες μέρες πριν τα Χριστούγεννα. Έκλεισαν ραντεβού στο ίδιο καφέ για την παραμονή καθώς εκείνη δεν είχε πολλές ώρες ελεύθερες. Η μέρα έφτασε και εκείνος ντυμένος, στολισμένος, φρέσκο ξυρισμένος, έφτασε 7 το απόγευμα ακριβώς στο ραντεβού τους. Στο δρόμο πήρε ένα μπουκέτο λουλούδια. Την βρήκε εκεί καθισμένη να πίνει τον καφέ της. Οδυνηρά όμορφη. Με την καρδιά του να πετάει στο στήθος την πλησίασε και την έδωσε τα λουλούδια λέγοντας της χρόνια πολλά. Εκείνη τον κοίταξε ξανά καλά , πήρε τα λουλούδια και χωρίς να τα μυρίσει, αδιάφορα τα πέταξε στην άκρη. Εκείνος την ρώτησε αν θέλει να φάει ή να πιει κάτι αλλά εκείνη αρνήθηκε.

«Τι λες γέρο ; Ήρθε η ώρα να την κάνουμε;»
Στο άκουσμα εκείνος ταράχτηκε. Δεν ήταν μόνο τα λόγια αλλά και η έκφραση της. Δεν ήταν η γλυκιά και αθώα κοπέλα που είχε γνωρίσει. Κάτι δεν του φαινόταν σωστό. Εκείνος ευγενικά της είπε πως υπάρχει χρόνος και εκείνη ψυχρά του απάντησε: «Πληρώνομαι με την ώρα γέρο. Αν θέλεις να την περάσεις στο μπλα μπλα κανένα πρόβλημα καθόμαστε και εδώ αλλιώς το δωμάτιο μου είναι εδώ δίπλα. Μου δίνεις το χρήμα και κάνουμε ότι σου καυλώνει.»

Μόλις την άκουσε ένιωσε πως έχει φάει ξύλο. Η γλυκιά, αθώα καθηγήτρια, αυτό το πλάσμα που είχε πλάσει μέσα του σαν κάτι ηθικό, ιερό, ήταν μια κοινή πόρνη. Ένιωσε ηλίθιος, πληγωμένος, προδομένος. Αλλά την ίδια στιγμή ένιωσε τον πειρασμό να του κλείνει το μάτι. Το σώμα του αντιδρούσε, λαχταρούσε αυτά που χρόνια είχε στερηθεί. Ο ίδιος ένιωθε πως δίνει μια μάχη με τον εαυτό του ώσπου η φωνή της τον ξύπνησε ξανά «Ψιτ γέρο τι θα γίνει;»
Απάντησε ένα ξερό «πάμε» και την ακολούθησε στο δωμάτιο της. «Τα λεφτά πρώτα» είπε εκείνη και εκείνος με χέρια που έτρεμαν της τα έδωσε. Αφού τα μέτρησε άρχισε να βγάζει τα ρούχα της. Εκείνος την έβλεπε σαν υπνωτισμένος να γδύνεται και από τη μία ένιωθε ασυγκράτητο πόθο ενώ από την άλλη ένιωθε αηδία με εκείνον. Ένιωθε πορνόγερος. «Όχι!» φώναξε μια φωνή μέσα του «Δεν είσαι! Πλήρωσες απόλαυσε την!»

Εκείνη πλησίασε αργά και άρχισε να τον χουφτώνει. Έσκυψε να την φιλήσει και εκείνη του γύρισε το κεφάλι. «Δεν γουστάρω φιλιά» του είπε ξερά. Γονάτισε και άρχισε να κουνάει ρυθμικά το όργανο του. Το πήρε στο στόμα της και συνέχισε στον ίδιο ρυθμό. Η ντροπή και το σοκ του όμως ήταν ισχυρότερα της λαχτάρας του. «Τι θα γίνει γέρο; Μήπως ξέχασες κάνα χαπάκι;» του είπε εκείνη και ξάπλωσε στο κρεβάτι ανοίγοντας τα πόδια της. Εκείνος φούντωσε αλλά ένιωθε ανίκανος. «Χμμμ» είπε εκείνη «μήπως γουστάρεις άλλα κόλπα;» Στήθηκε στο ξύλινο πάτωμα μπροστά του στα 4 και άνοιξε με τα χέρια της τα οπίσθια της. «Έλα γέρο πήδα μου τον κώλο δυνατά, αντέχω, μην ανησυχείς» του είπε .
Βλέποντας της έτσι σαν σκυλί στο πάτωμα ένιωσε αηδία, απέχθεια και ντροπή. Δεν μπόρεσε να συγκρατήσει τον εμετό του. Αηδιασμένη εκείνη τον πέταξε στο δρόμο βρίζοντας τον. Σοκαρισμένος ακόμα, με την καρδιά του ραγισμένη, με τα δάκρυα του να τρέχουν πήρε το δρόμο για το σπίτι…