Είναι Παρασκευή. Ώρα 5 το απόγευμα και οι διάδρομοι στο κτίριο γραφείων σφύζουν από ζωή. Κουρασμένοι εργαζόμενοι βιάζονται να επιστρέψουν στα σπίτια τους. Όλοι ντυμένοι με κομψά κουστούμια ή ταγιέρ, σφίγγοντας τους χαρτοφύλακες τους, περπατούν γρήγορα να προλάβουν το ασανσέρ, να κερδίσουν δευτερόλεπτα ξεκούρασης.

Ένας άντρας κάνοντας ελιγμούς βάζει το χέρι στο μάτι της πόρτας. «κρατήστε την παρακαλώ» φωνάζει. Καταφέρνει τελευταία στιγμή να μπει στο ασφυκτικά γεμάτο ασανσέρ. Στριμώχνεται όπως όπως δίπλα από μια πανέμορφη και γοητευτική γυναίκα. Την κοιτάζει με θαυμασμό. Φαντάζεται τις γραμμές του κορμιού της κάτω από το αυστηρό κουστούμι της. Πάντα του άρεσαν οι γυναίκες με αντρικό ντύσιμο. Κολλά πάνω της παρόλο που δεν είναι και τόσο απαραίτητο. Αυτή τον κοιτά στιγμιαία και μετά αδιαφορεί. Φτάνουν στο ισόγειο. «Με συγχωρείτε» λέει η γυναίκα και τον σπρώχνει να περάσει. Για λίγο αυτός νιώθει το στήθος της να τον αγγίζει στο μπράτσο. Μα μέχρι να σηκώσει το βλέμμα, εκείνη έχει ήδη φτάσει στις αυτόματες πόρτες της εισόδου. Κοντοστέκεται ο άντρας και ψάχνει στις τσέπες του για κάτι. Τότε είναι που συνειδητοποιεί. Λείπει το πορτοφόλι του. Είναι βέβαιος ότι αυτή το πήρε! Ανοίγει το βήμα να την προλάβει. Αλλά αυτή έχει ήδη βγει στο πεζοδρόμιο. Την εντοπίζει μέσα στο πλήθος και αρχίζει να την ακολουθεί. Η γυναίκα σαν να τον κατάλαβε, όλο και επιταχύνει. Το γοργό βήμα είναι πλέον σχεδόν τρέξιμο και οι παλμοί και των δυο έχουν ανέβει κατακόρυφα. Λεπτές στάλες ιδρώτα αρχίζουν να γυαλίζουν στο μέτωπο και οι ανάσες γίνονται γρήγορες και κοφτές.

Περνούν άπειρα σοκάκια, στρίβουν σε γωνίες και δευτερόλεπτα μετά ξανασυναντιούνται. Η γυναίκα τρέχει όλο και πιο αργά. Την δυσκολεύουν και οι γόβες. Να! Τώρα είναι πολύ κοντά! Ένα έτσι να κάνει θα την αγγίξει! Μα δεν το κάνει! Περιμένει την κατάλληλη στιγμή. Η γυναίκα χώνεται σε ένα μικρό αδιέξοδο. Ένα δρόμο με κλειστά μαγαζιά και κανέναν τριγύρω. Τώρα είναι η στιγμή! Ο άντρας την αρπάζει από τον ώμο. «Έλα εδώ κλέφτρα!» της φωνάζει. Η γυναίκα κάνει μια κίνηση να ξεφύγει από τον άντρα αλλά η λαβή του είναι πολύ σταθερή. «Σας παρακαλώ κύριε!» μουρμουρίζει «κάποιο λάθος κάνετε». «Δεν κάνω κανένα λάθος και το ξέρεις! Δώσε μου αμέσως αυτό που μου άρπαξες». Εκείνη χλωμιάζει. Τραβιέται δυνατά με αποτέλεσμα να ανοίξει το κουμπί του πουκαμίσου της. «Άσε με. Άσε με» τον ικετεύει. Αλλά αυτός δεν ακούει. Της φράζει το στόμα με την αριστερή του παλάμη και με το άλλο χέρι ακινητοποιεί τα δικά της πίσω από την πλάτη της. Το χέρι του στο στόμα της μυρίζει καπνό και βαριά κολόνια και της έρχεται λίγωμα. Εκείνος σκύβει τα χείλη του στον εκτεθειμένο της λαιμό. «Θα το πληρώσεις» της ψιθυρίζει και η ανάσα του ανατριχιάζει όλο της το κορμί. Την σπρώχνει προς τον τοίχο. Δίπλα κάτι σκουπιδοτενεκέδες χρησιμεύουν ως κάλυψη στην περίπτωση που κάποιος κοιτάξει προς το έρημο στενό. Ελευθερώνει το στόμα της μόλις για λίγα δευτερόλεπτα. Όσο χρειάζεται για να χώσει την γλώσσα του στο δικό της. Ένας αναστεναγμός βγαίνει από τα χείλη και των δυο. Το ελεύθερο πια χέρι του, μπαίνει μέσα από το παντελόνι της. Αρχίζει να την εξερευνά. Του είναι πια απόλυτα παραδομένη. Το ακούει στις ανάσες της, το βλέπει στα μάτια της, το νιώθει στα υγρά ακροδάχτυλα του. Εκεί που πια καταλαβαίνει πως είναι λίγες μόλις στιγμές πριν λιώσει στα χέρια του, κατεβάζει το δικό του ρούχο και ενώνονται με δύναμη. Τα κορμιά πια ορίζουν το μυαλό τους. Όλα τριγύρω γίνονται θολά και δεν τους νοιάζει ούτε ποιοι είναι ούτε αν κάποιος θα τους δει. Βογγητά, ρυθμικές κινήσεις και ιδρώτας. Φιλιούνται διαρκώς στα χείλη, τον λαιμό, τους ώμους. Σιγοψιθυρίζουν λόγια πάθους. Όλος ο κόσμος μυρίζει από τους χυμούς τους. Τα σώματα συσπώνται. Η ολοκλήρωση. Η έκρηξη. Και σιωπή. Ξέπνοοι και οι δυο αποτραβιούνται. Κοιτιούνται στα μάτια. Αργά αργά ξαναβρίσκουν την ανάσα τους, το οξυγόνο που τόση ώρα τους έλειπε. «Πάμε» της λέει αυτός και την πιάνει από το χέρι.

Περπατούν λίγο και σύντομα βρίσκονται μπροστά από ένα αυτοκίνητο. Της ανοίγει την πόρτα του συνοδηγού και την σπρώχνει απαλά μέσα. Μπαίνει και αυτός. Η γυναίκα γυρνά και τον κοιτάζει χαμογελαστή. Τα μάτια της ακόμα λάμπουν από την συνεύρεση τους. Βγάζει τις γόβες και αρχίζει να τρίβει τα πονεμένα πόδια της. Σκύβει και τον φιλάει τρυφερά στο μάγουλο. «Πόσο υπέροχα ήταν! Τι ένταση! Αλλά αγάπη μου, την επόμενη φορά θα διαλέξω εγώ σενάριο ε; ίσως κάτι με λιγότερο τρέξιμο;» γελούν και βάζουν μπρος για το σπίτι.


Ελένη Σαββαϊδου-Εσώρουχα