«Αχ, αγάπη μου, πάμε Παρίσι; Βρήκα σούπερ προσφορά, αεροπορική Καρδίτσα ερ λάινς, χόστελ κοντά στην πλατεία της Βαστίλης, 5 μερούλες, θα περάσουμε και γκαμώ!»
Πώς της λες όχι τώρα; Καινούργια σχέση, όμορφη σχέση, τέλεια μάτια, σκάσε Γιαννάκη και απάντησε.
«Ναι, μωρέ, πάμε. Να δούμε κι αυτόν τον πύργο πια τι σόι πράμα είναι».
Δύο χεράκια αγκάλιασαν μία αναδυόμενη καράφλα και μετά από λίγα λεπτά ο τραπεζικός μου λογαριασμός άδειασε κατά “200” φθηνά ευρώ.
Μωρέ μπράβο προσφορά η Καρδίτσα ερ λάινς…

«Αγάπη μου, να πάρουμε και ομπρέλα, Νοέμβριος είναι θα βρέχει».
«Σιγά μωρέ, θα πάρουμε από εκεί μία αν χρειαστεί, πού να την κουβαλάμε τώρα».
ΓΚΑΑΑΑΝΓΚ! Πρώτο τραγικό λάθος.
Γιατί μόλις προσγειωθήκαμε στο αεροδρόμιο του Ορλύ, και πατήσαμε Παριζιάνικο έδαφος, να σου οι πρώτες ψιχάλες να προσγειώνονται στο κούτελό μας. Η κοπελιά να με κοιτάει με ύφος στα λεγα κι εγώ να ξεφυσάω και να ψάχνω για ομπρέλα μέσα στο αχανές αεροδρόμιο.
«Τεν γιουρος σιλ βου πλε» μου είπε ο λακαμάς μπροστά μου, κουνώντας την ομπρέλα στη βρεγμένη μούρη μου σαν εκκρεμές τρελογιατρού.
«Της μάνας σου, παρντόν» απάντησα και του ακούμπησα το δεκάευρω. Ψυχραιμία, Γιαννάκη, μη χαλάς το ταξίδι από τώρα. Με το που φας τη πρώτη σου κρέπα θα στρώσεις.
Μπαίνουμε στο λεωφορείο, φτάνουμε στο hostel χαρούμενοι (ακόμα έβρεχε). Μπαίνουμε στο hostel, ανεβαίνουμε κάτι σκάλες που έτριζαν σαν το κοριτσάκι στον Εξορκιστή, μπαίνουμε σε ένα δωμάτιο που χωρούσα εγώ, η κοιλιά μου κι ο σκύλος μου.
«Εντάξει, βρε μωρό μου, θα κοιμόμαστε αγκαλίτσα».
«Ναι, ναι, φοβερό», απάντησα εγώ και κοίταξα από το παράθυρο (ακόμα έβρεχε).
Πού να πάμε λοιπόν σαν πρώτη βόλτα;
«ΜΑΚ ΝΤΟΝΑΑΑΑΛΤΣ», φώναξα εγώ κι έφαγα ένα σκαμπίλι όλο δικό μου.
«Τι μακ ντόναλτς, ρε γύφτο (αγάπη παντοτινή), θα πάμε να φάμε κάτι Γαλλικό, να σπαρταράει! (κυριολεκτούσε)».
Βγαίνουμε λοιπόν έξω (σας το είπα ότι έβρεχε ακόμα;) και πάμε βόλτα downtown. Ωραία η Παναγιά των Παρισίων, ψηλή, λυγερόκορμη, σαν το κάστρο της Ντενέρυς. Περπατάμε, περπατάμε, ωραία κι η πλατεία της Βαστίλλης (έβρεχε ακόμα), φαί όμως πουθενά. Μόνο κάτι μπαγκέτες (όχι αυτές που βαράμε τα τύμπανα), κάτι ωμά κρέτα να κρέμονται έξω από τις “Μπουσερί” και πολλά καφέ. ΠΟΛΛΑ ΠΟΛΛΑ ΚΑΦΕ (στα οποία έβρεχε). Φτάνουμε έξω από ένα εστιατόριο και λέει “Μενού ντε σεφ, 15 ευρώ”. Δε γαμιέται, λέω, πάμε. Πόσο χάλια μπορεί να είναι;
Κρασί ξερό σαν λάσπη που δεν πινόταν… τσεκ.
Μοσχάρι που κολυμπούσε στο αίμα… τσεκ
Τετράγωνο, κίτρινο, γουατέβερ “τυρί” που έμοιαζε με σόλα παπουτσιού… τσεκ.
Το μοναδικό που φάγαμε τελικά ήταν το τιραμισού.
15 ευρώ Γιαννάκη. ΠΟΥ ΔΕΝ ΗΘΕΛΕ Η ΚΟΠΕΛΙΑ ΜΑΚ ΝΤΟΝΑΛΤΣ ΓΙΑΝΝΑΚΗ.
Πεινασμένοι, νευριασμένοι και βρεγμένοι (ναι ακόμα έβρεχε) φτάνουμε σε έναν πεζόδρομο όπου το αετίσιο, Ελληνικό μάτι μου, βλέπει ένα μαγαζί με όνομα “μεζόν ντε γυρός”.
Μπροστά, στον πάγκο, τυπάρας με μπούκλα μαλλί, μουστάκι Κολοκοτρώνης και τη λαδόπιτα στη μασχάλη να σερβίρει γύρο… ΓΥΡΟΟΟΟΟΟΟ φώναξα κι έτρεξα.
Ποιος ήταν ο μάστορας; Μιχάλης από το Αγρίνιο, γνώρισε Γαλλίδα, ανέβηκε Παρίσι για χάρη της, τη χώρισε, έκανε μαγαζάρα κι έχει χεστεί στο τάλιρο.
«Ρε συ, Μάικ, πιάσε μου ένα πιτόγυρο από τα δικά μας, τα καλά, να στανιάρω».
Μου ξηγιέται πιτογυράρα ο Μιχάλης, να ξεχειλίζει το κρέας από το τραπέζι. Τρώω δύο μπουκιές, όλα καλά. Τρώω τρίτη μπουκιά, κάτι αρχίζω και νιώθω. Τρώω τέταρτη μπουκιά, ένα βουητό ακούγεται από την κοιλιά μου σαν κινητήρας αεροπλάνου. Τρώω πεμπτ-
«ΣΙΛ ΒΟΥ ΠΛΕΤ, ΙΜΕΡΤΖΕΝΣΥ, ΑΜΟΛΑΩ ΑΜΟΛΑΩ, ΦΥΓΕΤΕ, ΠΑΡΝΤΟΝ ΓΑΜΩ», ο Γιαννάκης φώναζε κι έτρεχε να βρει τουαλέτα να βγάλει τα σκυλίσια πιτόγυρα. Μπαίνω σε ένα haagen danz, ορμάω στο υπόγειο που είναι η τουαλέτα, μπουφάν στο πάτωμα, κινητό στον νιπτήρα, παντελόνι στο φωτιστικό και ΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΧ… στάνιαρα (άσε που το φως στην τουαλέτα λειτουργούσε με φωτοκύτταρο και κάθε τόσο χοροπήδαγα στη λεκάνη σαν ελατήριο για να βλέπω τι αμολάω και πού).
Βγαίνουμε έξω, στραβοκοιτάω το κορίτσι, μου λέει «ό,τι θες» και τρώμε mac σαν πολιτισμένοι άνθρωποι.
Πού θα πάμε μετά; Πάμε Μονμάρτη να δούμε το καφέ της Αμελί (έβρεχε), ας ανέβουμε στον Πύργο του Άιφελ να δούμε το σπίτι της γιαγιάς μας στην Κωλοπετινίτσα (έβρεχε), ας πάμε στις Βερσαλίες να θαυμάσουμε τους κήπους της Αντουανέτας (έβρεχε και φύσαγε τόσο που βρεθήκαμε κάπου στο Λίβερπουλ), πάμε να κάνουμε και βόλτα στο Σηκουάνα (ΕΒΡΕΧΕ ΓΑΜΩ) και μετά στο χόστελ ορεξάτοι, φευγάτοι, χορτάτοι για πολύ σε…ζζζζζζζζ.

«Μωρό μου, σήκω, πέρασαν οι 5 μέρες ταξιδιού μας, πρέπει να επιστρέψουμε!»
Πετάγεται ο Γιαννάκης, φοράει βρεγμένο παντελόνι, βρεγμένες μπότες, βρεγμένα μποξεράκια, βρεγμένες κάλτσες και βγαίνει στον… ήλιο; ΗΛΙΟ;;; ΤΗ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΜΕΡΑ, ΣΟΒΑΡΑ, ΗΛΙΟ;;;;
Φτάνουμε στο Ορλύ, πετάω την ομπρέλα στα σκουπίδια, κωλοδάχτυλο στον πύργο του Άιφελ και αντίο σας.
Επιστροφή σπίτι. Χτυπάω πιτόγυρα κομπλέ από τον Θανάση τον Μερακλή, ξαπλώνω στο κρεβάτι και το μωρό έρχεται να με πάρει αγκαλιά.
«Αχ, ωραία περάσαμε. Σκέφτομαι επόμενο ταξίδι στο Βερ-»
«Στο εξοχικό της θείας σου στη Λούτσα κι αν σ’ αρέσει. Με ντάλα ήλιο. 50 βαθμούς. Να αλλάξω δέρμα».

Παρίσια Τέλος. La Fin.