Σήκωσε το βλέμμα του, φανερά απορροφημένος από το βιβλίο που είχε μπροστά του. Η ματιά του έπεσε στον έφηβο που στεκόταν στην πόρτα. Φευγαλέα σκέφτηκε ότι ήταν εκεί και την προηγούμενη φορά που είχε κοιτάξει. Άραγε πόση ώρα είχε περάσει; Πόση ώρα στεκόταν εκεί, ακίνητος, αμίλητος, υπομονετικός. Δεν μπορούσε να ξέρει. Η μελέτη της συγκεκριμένης παρτίδας τον είχε κάνει να χάσει τελείως την αίσθηση του χρόνου. Έκλεισε το βιβλίο και έκανε νόημα με το χέρι στον νεαρό. Εκείνος μόνο τότε κινήθηκε, και ένα χαμόγελο ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό του. Άρχισε ανυπόμονα, αλλά με σταθερές κινήσεις να στήνει τα πιόνια πάνω στην σκακιέρα.

Ακόμα θυμόταν εκείνο το απόγευμα που είχαν πρωτοσυναντηθεί. Τον είχε φέρει η μητέρα του, μικρό παιδάκι, για να ξεκινήσει μαθήματα. Ο δάσκαλος ήταν αρνητικός. Ήταν πολύ μικρός ακόμα, δεν υπήρχε νόημα να ξεκινήσει τόσο νωρίς. Ίσως σε δύο – τρία χρόνια. Η μητέρα επέμενε. Το παιδί ήταν εύστροφο, αλλά υπερκινητικό. Πίστευε ακράδαντα ότι ένα παιχνίδι σαν το σκάκι, που απαιτούσε συγκέντρωση και υπομονή, μόνο καλό θα έκανε στον γιο της. Δέχτηκε διστακτικά, αλλά της διευκρίνισε ότι θα ξεκινούσαν δοκιμαστικά, κι αν έβλεπε ότι το παιδί ήταν ανώριμο, θα σταματούσαν. Τα πρώτα μαθήματα ήταν δύσκολα. Το παιδί είχε αντίληψη, και πολύ γρήγορα έμαθε τους κανόνες και τις κινήσεις των πιονιών. Όμως δεν μπορούσε να μείνει πολύ ώρα καθισμένος. Ανά τακτά χρονικά διαστήματα σηκωνόταν για να πιει νερό, να πάει στην τουαλέτα, να δει ένα βιβλίο στα ράφια πίσω από το γραφείο. Ο δάσκαλος είχε αποφασίσει να πει στην μητέρα να διακόψουν τα μαθήματα. Θα της το έλεγε τέλος του μήνα, αφού ήδη τον είχε πληρώσει. Κι εκείνη ακριβώς την μέρα, ο μαθητής του έκανε την κίνηση ματ. Στο τέλος του μαθήματος του ζήτησε να πάρει μαζί του τον αξιωματικό. «Γιατί;» τον ρώτησε. Και η απάντηση τον συγκλόνισε. «Για να τον βάλω κάτω από το μαξιλάρι μου, να με προστατεύει από τους κακούς. Κάθε βράδυ βλέπω στον ύπνο μου εφιάλτες, και μόνο όταν σκέφτομαι ότι είμαι πάνω σε μια σκακιέρα νιώθω αρκετά δυνατός για να πολεμήσω το κακό, ώστε να μην συμβεί τίποτα στην μητέρα μου και σε μένα».

Ο δάσκαλος εκείνη την ημέρα του έδωσε το πιόνι, αλλά μαζί του έδωσε κι ένα κομμάτι από την καρδιά του. Άρχισε να δείχνει ενδιαφέρον για το μικρό αυτό παλικαράκι, και εντόπισε κάποιες λεπτομέρειες που μέχρι τότε δεν τους είχε δώσει σημασία, όπως για παράδειγμα ότι το παιδί μιλούσε μόνο για τη μαμά του, και ποτέ δεν είχε αναφέρει τον πατέρα του. Σαν να μην υπήρχε καθόλου πατρική φιγούρα μέσα στην ψυχή του, ούτε ως παιδί χωρισμένων γονιών, αλλά ούτε κι ως ορφανό. Επιπλέον έβλεπε ότι ο μικρός είχε πείσμα και θέληση. Ερχόταν πάντα με την μητέρα του στην ώρα του, και κάθε φορά είχε μελετήσει τις ασκήσεις που του είχε βάλει για εξάσκηση στο σπίτι. Διέκρινε μια αγάπη και ένα πάθος για το σκάκι, που ίσως και να του θύμιζε λίγο τον εαυτό του, πριν πολλά χρόνια.

Κάπως έτσι πέρασαν τα χρόνια. Και μια μέρα ήρθε και τον βρήκε η μητέρα. Του ανακοίνωσε με σκυφτό το κεφάλι ότι ήρθε η ώρα να σταματήσουν τα μαθήματα. Τον τελευταίο καιρό είχε στριμωχτεί πολύ οικονομικά, και δυστυχώς ήταν αδύνατο να πληρώνει, έστω και αυτό το μικρό ποσό που έδινε ως τώρα. Ο δάσκαλος, δεν δίστασε στιγμή. Την έπιασε από τον ώμο, την κοίταξε στα μάτια και είδε τον πόνο της μάνας που υποχρεώνεται να στερήσει από το παιδί της την μεγάλη του αγάπη. «Κυρία Ματίνα, της είπε με σοβαρό ύφος, ήθελα εδώ και καιρό να σου μιλήσω για αυτό. Ο Αποστόλης έχει πια μεγαλώσει, και το επίπεδο της εκπαίδευσής του είναι τέτοιο που πρέπει πια να αρχίσει να κατεβαίνει σε αγώνες. Από δω και πέρα δεν θα είμαι δάσκαλός του, αλλά προπονητής του, και αυτό σημαίνει ότι δεν θα με πληρώνετε.» Τα δάκρυα που με τρόπο σκούπισε από τα μάτια της, τον έπεισαν ότι αυτό που έκανε ήταν το σωστό. Και ο Αποστόλης ξεκίνησε να κατεβαίνει σε τουρνουά. Και φυσικά όλα τα έξοδα για την συμμετοχή του τα κάλυπτε ο ίδιος. Ο μικρός τα πήγαινε εξαιρετικά, και έφτασαν μέχρι το εξωτερικό. Στην μητέρα που τον ρωτούσε αγχωμένη, έδινε πάντα την ίδια απάντηση. Όλα τα έξοδα είναι πληρωμένα από χορηγούς. Ποτέ δεν την άφησε να υποψιαστεί ότι ο μοναδικός χορηγός ήταν αυτός.

Αύριο ήταν η πιο σημαντική μέρα της έως τώρα καριέρας του Αποστόλη. Έπαιρνε μέρος στο παγκόσμιο πρωτάθλημα, και με πολύ καλά προγνωστικά. Είχε καταφέρει σταδιακά, νίκη με τη νίκη να θεωρείται ένας δύσκολος αντίπαλος, παρόλο το νεαρό της ηλικίας του. Η οξυδέρκειά του, αλλά και οι ατελείωτες ώρες προπόνησης με τον δάσκαλό του, τον είχαν φέρει ψηλά στην παγκόσμια κατάταξη. Σήμερα λοιπόν δεν θα κουραζόταν. Θα έπαιζαν απλά μια παρτίδα, και θα κοιμόντουσαν νωρίς. Ο δάσκαλος κοίταξε την σκακιέρα. Και τόλμησε ένα άνοιγμα Ρέτι, γνωρίζοντας ότι ο αντίπαλος του ήταν πολύ καλά εξασκημένος. Τα πιόνια άλλαζαν θέση αργά και αποφασιστικά. Κανείς δεν βιαζόταν. Οι ώρες περνούσαν και οι δύο σκακιστές προσπαθούσαν να προβλέψουν τις επόμενες κινήσεις. Όταν ο βασιλιάς έπεσε, κοίταξαν ο ένας τον άλλον. Με έκπληξη, με θαυμασμό. Ήταν η πρώτη φορά που ο μαθητής νικούσε τον δάσκαλο. Και η ανταμοιβή του ήταν μια μεγάλη, ζεστή, σχεδόν πατρική αγκαλιά.