Το Zastava φορτωμένο μέχρι εκεί που δεν παίρνει και πάντα η μαμά στην θέση του οδηγού. Ο μπαμπάς πάντα δίπλα στην θέση του συνοδηγού να δίνει οδηγίες. Αυτό δεν το κατάλαβα ποτέ, άνθρωπος που δεν έχει πιάσει τιμόνι στα χέρια του να δίνει οδηγίες πώς να οδηγείς. Το καλύτερο σημείο του ταξιδιού ήταν το πέρασμα του Ρίου – Αντιρίου με το φέρυ μποτ. Το ότι μπαίναμε σε πλοίο για να φτάσουμε στον προορισμό μας το έκανε το ταξίδι να μοιάζει μοναδικό. Μόνο μια φορά δεν είχε και πολύ πλάκα που είχαν απεργία οι εργαζόμενοι των φέρυ και μείναμε εγκλωβισμένοι για ώρες μέσα στα αυτοκίνητά στην μέση της Εθνικής. Αν και εκεί εμείς τα παιδιά βρήκαμε τρόπο να περάσουμε καλά παίζοντας μπάλα και άλλα παιχνίδια.

Μετά από μια μακρινή διαδρομή φτάναμε επιτέλους στο χωριό λίγο έξω από το Αγρίνιο. Η γιαγιά μας περίμενε με ασβεστωμένες τις αυλές γύρω γύρω από το σπίτι. Τα κουλουράκια ψημένα στον ξυλόφουρνο και τα κόκκινα αυγά έτοιμα στην πασχαλινή πιατέλα. Καμία πολυτέλεια στο παλιό πέτρινο σπίτι με τα πάτερα και την τουαλέτα στην άλλη άκρη της αυλής αλλά στα παιδικά μας ματιά φάνταζε παλάτι. Την φοβόμουν αυτή την τουαλέτα, ήταν αυτές οι τουρκικές που λένε και από κάτω η πόρτα είχε ένα μεγάλο κενό. Φοβόμουν ότι κάτι θα πέρναγε κάτω από την πόρτα και δεν θα μπορούσα να αντιδράσω εκεί μέσα κλεισμένη. Ευτυχώς ο αυτοσχέδιος κουβάς τουαλέτα που βρισκόταν πάντα πάνω στο σπίτι ήταν ιδανικότερη λύση. Όταν πλησίαζε η μέρα για τον επιτάφιο και την Ανάσταση κάναμε μπάνιο στην σκάφη και με το κατσαρολάκι να μας ξεβγάζει η μαμά. Πόσες αναμνήσεις σε αυτό το σπίτι με τα δύο δωμάτια όλα κι όλα αλλά στην καρδιά μου έμοιαζε τεράστιο αφού χωρούσε άνετα δύο οικογένειες με τέσσερα παιδιά την γιαγιά και τον ανύπαντρο θείο.
Πάντα οι δύο οικογένειες μαζί. Η δική μας και η οικογένεια του αδερφού της μαμάς μου που ήταν και νονοί μου. Που μου έφερναν πάντα τα καλύτερα δώρα. Τα γυαλιστερά παπούτσια, το φόρεμα και την φανταχτερή λαμπάδα που με καμάρι κρατούσα το βράδυ της Ανάστασης. Τα παιδιά του χωριού πάντα κοιτούσαν την λαμπάδα μου που ήταν από κατάστημα των Αθηνών στολισμένη με τα καλύτερα στολίδια. Το κουτσομπολιό μέσα στην εκκλησία έδινε και έπαιρνε και όλοι σχολίαζαν τους επισκέπτες από την πρωτεύουσα που κάθε χρόνο έδιναν το παρόν στο χωριό. Και η νύχτα γινόταν μέρα με τα βεγγαλικά υπό τον ήχο του Χριστός Ανέστη και η κατάνυξη έφτανε στο αποκορύφωμα της. Η αυλή του σχολείου δίπλα από την εκκλησία γέμιζε άδεια βαρελότα και όλοι σιγά σιγά επέστρεφαν στα σπίτια τους για την παραδοσιακή μαγειρίτσα και το σπάσιμο των κόκκινων αυγών. Πολλές φορές κρύβαμε και ένα ο καθένας στην τσέπη μας και τσουγκρίζαμε εκεί στο προαύλιο της εκκλησίας. Πέφταμε κουρασμένοι στα κρεβάτια μας και μετράγαμε τα αυτοκίνητα που περνούσαν από τον δρόμο και άφηναν μια σκιά στο παράθυρο στο πέρασμα τους.

Η επόμενη μέρα μας έβρισκε όλους στην αυλή με το αρνί να γυρίζει στην σούβλα και οι γυναίκες να ετοιμάζουν το γιορτινό τραπέζι. Η γιαγιά μας εκεί σε μια γωνιά παρατηρούσε τις ετοιμασίες και έδινε εντολές για να γίνουν όλα όπως πρέπει. Όταν το αρνί ήταν πια έτοιμο είχε την τιμητική του στο κέντρο του τραπεζιού και όλοι χαρούμενα τσουγκρίζαμε και ανταλλάσσαμε ευχές. Στην συνέχεια σειρά είχε ο χορός και το τραγούδι με όλη την οικογένεια σύσσωμη να χορεύει μέχρι να πονέσουν τα πόδια μας. Μετά τον χορό ήταν η στιγμή που περιμέναμε τα παιδιά όλη την μεγάλη εβδομάδα. Επίσκεψη στο καφενείο – μπακάλικο του χωριού για το καθιερωμένο παγωτό που συνήθως ήταν και το πρώτο της χρονιάς. Μετά παιχνίδι στην πλατεία του χωριού με τα υπόλοιπα παιδιά μέχρι ο ήλιος να αρχίσει να δύει. Στο ίδιο μοτίβο ακολουθούσαν και οι υπόλοιπες μέρες με πολύ φαγητό, παιχνίδι και γέλιο μέχρι να πάρουμε τον δρόμο της επιστροφής για την Αθήνα.

Είμαι από τα παιδιά που έκαναν πάντα Πάσχα σε χωριό και μέχρι και σήμερα στα 41 μου δεν ξέρω πως είναι το Πάσχα στην Αθήνα. Μπορεί για μένα τα πρόσωπα και τα μέρη να άλλαξαν πλέον που έχω δική μου οικογένεια, αλλά το Πάσχα θα είναι πάντα στο χωριό.