Πατέρα σου είπα ψέματα…
Σου είπα ψέματα όταν έσπασα με την μπάλα την τζαμαρία του μπαλκονιού. Κατηγόρησα τα γειτονόπουλα κι εσύ βγήκες και τους μάλωσες. Εμένα έπρεπε να μαλώσεις, πατέρα…

Σου είπα ψέματα όταν γύρισα ματωμένος μια μέρα με το ποδήλατο και σου’ πα ότι δεν έπιασαν τα φρένα στην κατηφόρα. Είχα βγει στη λεωφόρο – ενώ μου το απαγόρευες – και πήγα να περάσω απέναντι. Αν έτρεχε λίγο πιο γρήγορα εκείνος ο οδηγός, θα με κλαίγατε κι εσύ κι η μαμά…

Σου είπα ψέματα όταν γύρισα κατάχλωμος και παραπατώντας εκείνο το βράδυ απ’ το πάρτυ του Λυκείου. Είπα δήθεν ότι είχε πολύ κάπνα και ζαλίστηκα. Είχα καπνίσει μισό πακέτο όμως από πείσμα να το μάθω το ρημαδοτσίγαρο. Αυτό που ουρλιάζει τώρα ο γιατρός σου, ο γιατρός μου πια, να το κόψω για να μην πάθω ό,τι κι εσύ. Κι είχα πιει ούτε που θυμάμαι πόσες μπύρες για να μην με πουν φλώρο, πατέρα, και τις μισές τις ξέρασα στην τουαλέτα λίγο πριν έρθεις να με πάρεις…

Σου είπα ψέματα ότι η πρώτη μου φορά ήταν με την συμμαθήτρια μου στην Γ’ Λυκείου, όταν ήρθε σπίτι μας να διαβάσουμε και λείπατε στο χωριό. Πού να βρω το κουράγιο… Με άλλη ήταν, που σαν κόρη σου την είχες από όταν πέθανε ο κουμπάρος σου, ο κολλητός σου (ακόμα θυμάμαι το κλάμα σου στην κηδεία), «σαν αδερφή σου θα την έχεις» αυτό μου έλεγες. Αλλά μεγαλώναμε μαζί από παιδιά και δεν καταλάβαμε πώς μας βγήκε αυτή η οικειότητα. Κι εκείνα τα λεφτά που σου λείπανε… Εγώ στα βούτηξα απ’το συρτάρι για να πληρώσω τον γυναικολόγο της. Δεν ήμουν έτοιμος να γίνω πατέρας στα 17 μου. Δεν ήμουν σαν εσένα, που πήγαινες στο νυχτερινό και δούλευες και στην οικοδομή για να μη λείψει κάτι στη μάνα μου. Κι εσύ 17 ήσουν πατέρα. Αλλά δεν ήμουν εσύ…

Σου είπα ψέματα, πιο μετά, φοιτητής στην Ξάνθη, ότι πέρναγα τα μαθήματα και μου έφταναν τα λεφτά που έστελνες. Ούτε απ’ έξω δεν είχα περάσει απ’ τη σχολή τα πρώτα χρόνια, πατέρα. Μπουζούκια, γκόμενες και χαβαλές ήταν η ζωή μου. Και με τα λεφτά που έστελνες με το ζόρι έβγαζα βδομάδα. Να’ ναι καλά το οργανάκι που μου πήρες δώρο όταν μπήκα στο Πολυτεχνείο, που με τάιζε όταν δούλευα νύχτα στα ρεμπετάδικα. Κι ας τη μισούσες τη νύχτα, γιατί ήξερες. Το έμαθα κι εγώ όταν μου έσπασε το όργανο στο κεφάλι εκείνος ο μεθυσμένος ο μάγκας κι ήμουν πόσες μέρες στο νοσοκομείο. Σου’ χα πει τότε ότι ήμουν με ίωση στο σπίτι και το όργανο είχε σκεβρώσει απ’ την υγρασία και το ’δωσα δανεικό κι αγύριστο. Κι εκεί ψέματα, πατέρα…

Σου είπα ψέματα όταν με στείλανε πίσω μ’ έναν μήνα «αναρρωτική» άδεια απ’ τον Έβρο κι ύστερα μου έβγαλαν μετάθεση για να ‘ρθω κοντά στο σπίτι. Ούτε αρρώστιες ούτε τίποτα, πατέρα. Όμως ο Έβρος έχει πολύ κρύο το χειμώνα και πολύ κουνούπι το καλοκαίρι. Οι απέναντι καραδοκούν και πρέπει να ’σαι συνέχεια στην τσίτα. Και κάθε λίγο και λιγάκι ασκήσεις εκκένωσης στρατοπέδου και ξύπνημα στις 3 το πρωί με φωνές και βρισίδια απ’ τους καραβανάδες. Και μου λείπατε πολύ. Κι εσύ κι η μαμά κι ο μικρός. Και κάπου εκεί νομίζεις ότι χάνεις το μυαλό σου και δεν είσαι ο εαυτός σου. Ποιος λογικός άνθρωπος κολλάει το όπλο στο στήθος του και πιέζει τη σκανδάλη. Αν δεν με προλάβαινε εκείνος ο Καλαματιανός (δεν τους ξανάπα ποτέ «χαμουτζήδες» πατέρα) θα με παίρνατε κλεισμένο σ’ ένα κουτί τυλιγμένο με την σημαία μας. Αλλά δεν ήθελα να ντραπείς για μένα, πατέρα…

Σου είπα ψέματα ότι θα έχω τη γυναίκα μου όπως εσύ τη μάνα μου. Ήμουν αδύναμος και καθόλου εντάξει μαζί της. Υπήρχαν κι άλλες γυναίκες, πατέρα. Είμαι σίγουρος ότι το καταλάβαινε πάντα, αλλά δεν μίλαγε. Ποτέ δεν μου μίλησε άσχημα, ποτέ δεν ύψωσε τη φωνή της, δεν παραπονέθηκε, δεν ήταν ακατάδεχτη μαζί σας. Εγώ όμως τα έκανα όλα αυτά. Ακόμα κι όταν ο εγγονός σου (τι κλάμα έριξες όταν άκουσες το όνομα σου στη βάφτιση, δε θα το ξεχάσω ποτέ αυτό) ήταν μωρό κι έκλαιγε το έρμο όλη τη νύχτα, εγώ τους έβριζα και τους δυο και κλεινόμουν στο δωμάτιο. Κι έμεναν μόνοι τους όλο το βράδυ στο σαλόνι, να κόβουν βόλτες πάνω-κάτω μπας κι ηρεμήσει ο μικρός και κοιμηθεί κι αυτή η έρμη…
(Ποιος πατέρας το κάνει αυτό, ρε πατέρα; Εγώ γιατί το έκανα; Πώς είναι δυνατόν από έναν τόσο τέλειο πατέρα όπως εσύ να βγαίνει ένας τόσο σκάρτος γιος όπως εγώ; Από πού πήρα εγώ τέτοιο παράδειγμα;)

Κι ακόμα και στο τέλος, πατέρα, στο νοσοκομείο, όταν έσβηνες, πάλι ψέματα σου είπα. Ότι όλα πάνε καλά με τη δουλειά. Ότι όλα είναι καλά στο σπίτι. Ότι τα βρήκαμε με τον αδερφό μου για το σπίτι και τα χωράφια στο χωριό – εκεί σου είπε κι αυτός το ίδιο ψέμα – και μιλάμε κανονικά, σαν φυσιολογικά αδέρφια. Όλα σκατά τά’χα κάνει, πατέρα. Αλλά δεν ήθελα να είναι αυτή η τελευταία κουβέντα που θα άκουγες πάνω σ’ αυτή τη γη. Και σίγουρα όχι από μένα.

Μα άκου και μια αλήθεια, πατέρα. Σ’ αγαπώ πολύ. Αυτό στο εγγυώμαι δεν είναι ψέμα. Οικτίρω τον εαυτό μου που δεν στο είπα όσο σε είχα, αλλά σου υποσχέθηκα πριν «φύγεις» ότι θα αλλάξω ότι κακό συμβαίνει στη ζωή μου. Και τώρα – αν με ακούς από εκεί ψηλά – δεν λέω πια ψέματα. Είναι αλήθεια ότι φροντίζω την οικογένεια μου όπως τους αξίζει και είμαι εκεί για αυτούς. Είναι αλήθεια ότι όλα πάνε καλά στη δουλειά, γιατί έφυγα από ένα τοξικό περιβάλλον και κάνω κάτι που με γεμίζει. Είναι αλήθεια ότι έχω και πάλι αδερφό. Δε θα επιτρέψω σε κανένα κωλοχώραφο να με χωρίσει απ’ αυτόν. Είναι αλήθεια ότι φροντίζω τη μάνα να μη της λείψει τίποτα. Όπως τη φρόντιζες κι εσύ. Μέχρι να έρθει να σε συναντήσει…

Σ’ αγαπάμε πατέρα. Να μας προσέχεις από κει πάνω…