Είναι κάτι μέρες, που λες “δε βγαίνει. Απλά δε βγαίνει”.

Τα βάζεις κάτω, τα μετράς, τα ξαναμετράς δε βγαίνει.

Ένας μισθός, πάντα ο ίδιος! Προς τα κάτω μπορεί, προς τα πάνω, ποτέ. Δεν βγαίνει με αυτόν τον μισθό να πληρωθεί νοίκι, ρεύμα, ασφάλεια αυτοκινήτου, τηλέφωνο, βενζίνες, δε γίνεται να φας, να πάρεις του παιδιού σου ένα παγωτό, να το ντύσεις, δε βγαίνει να επιδιορθώσεις μια ζημιά, να αντικαταστήσεις μια φθορά, δε βγαίνει για να πληρώσεις ένα φάρμακο, να πας επίσκεψη σε έναν φίλο, να βγεις μια βόλτα, να πάρεις 2 ανάσες, δε βγαίνει πολύ απλά, να ζήσεις.

Ο διπλανός σου είναι στα ίδια, ο παραδίπλα επίσης. Λίγοι δεν είναι έτσι, μαγκιά τους οι άνθρωποι. Μα, σε παίρνει το παράπονο, κάθεσαι και σκέφτεσαι “τι έκανα λάθος, ποτέ δε μεγαλοπιάστηκα, ποτέ μου δεν ξανοίχτηκα, μ’ αρέσει και μένα η μεγάλη η ζωή, μα ποτέ μου δεν την έζησα. Ταξίδια μακρινά δεν πήγα, στα μπουζούκια δεν άνοιξα ποτέ σαμπάνιες, στο Κολωνάκι δεν ψώνισα ποτέ.

Δουλειά. Μόνο δουλειά.

Τι έκανα λάθος;

Με πνίγει η μιζέρια μου και η στεναχώρια, βουλιάζω στην πραγματική, αυθεντική μου φτώχια. Οι ειδήσεις με αναφέρουν ως νούμερο, είμαι στατιστική – ανάμεσα σ’ εκείνους που χρωστάνε, στα κόκκινα νοικοκυριά, στα άδεια καλάθια της νοικοκυράς, στο φτωχικό οικογενειακό τραπέζι.

Οι ξένοι με βρίζουν, με κοροϊδεύουν, είμαι ο Έλληνας ο ξυπόλυτος, ο υπερ-χρεωμένος, ο κακομοίρης, ο ζητιάνος.

Έχω γίνει meme στο ίντερνετ, παράδειγμα προς αποφυγή σε όλον τον κόσμο, ο Έλληνας που πεινάει.

Στην αρχή με πείραζε, ίσως με πειράζει ακόμα, μα πιο πολύ μου τσιτσιρίζει την καρδιά που το παιδί φοράει περσινά σαγιοναράκια και η φτερνούλα του περισσεύει λίγο έξω. 3 ευρώ κάνει να του πάρω καινούργια, ίσως αύριο. Ίσως μεθαύριο.

Μου ζητάει ένα τοστ, λέω “έχω τυράκι μόνο”, μου λέει “δεν πειράζει”. Το παιδί , λέει “δεν πειράζει” Το παιδί, με τα περσινά σαγιοναράκια που του περισσεύει η φτερνούλα λίγο έξω. Το παιδί, λέει “δεν πειράζει”. Και μου χαμογελάει. Και γω πάω στο μπάνιο λίγο, λέω “πάω να κατουρήσω λίγο κι έρχομαι” και πάω και κλαίω. Και ανοίγω το παράθυρο στο μπάνιο γιατί τελειώνει ο αέρας και με πονάνε τα πνευμόνια χωρίς σταλιά ανάσα.

Και το μισώ το καλοκαίρι, γιατί το καλοκαίρι θέλει βόλτες και μπάνια και διακοπές και γέλια και μένα δε μου φτάνει ο μισθός για να αγοράσω λίγο γέλιο.

Η μιζέρια μου με πνίγει, δεν είμαι εγώ αυτή η φιγούρα που ψάχνει κέρματα στον καναπέ και τσέπες από μπουφάν και ξεχασμένες τσάντες. Δεν είμαι εγώ, αυτό το άτομο που κρατάει κακία στον φίλο που κάποτε δανείστηκε 2 δεκάρες και δεν έχει ο δόλιος να τις επιστρέψει – μα τις έχω ανάγκη, είμαι 2 δεκάρες μείον από μισό κιλό κιμά!

Και αφήνω το παιδί να φάει πατατάκια για απογευματινό και γω είμαι πια ένας υπέρβαρος άνθρωπος. Γιατί το άμυλο, τα μακαρόνια, το αλεύρι, η ζάχαρη είναι πιο φτηνά από το καλό κρέας, τα βιολογικά λαχανικά και τη στέβια. Και δεν έχω 50 ευρώ να πληρώσω ψυχολόγο να με κρατήσει από το να πηδήξω από τον 3ο και βάζω στο στόμα σκέτο ψωμί αντί για αντικαταθληπτικά. Να σκάσει επιτέλους το μυαλό να ουρλιάζει και να θολώσουνε τα μάτια να μην βλέπουνε την ένδειξη της βενζίνης στο αμάξι, με 5 ευρώ πάλι στο κόκκινο μένει η γαμημένη.

Χτες μπήκε ο μισθός. Μου λείπουν άλλα τόσα για να πληρώσω βασικές υποχρεώσεις. Μου λείπουν κι άλλα τόσα για να πάρω σαγιοναράκια στο παιδί, λίγες μπανάνες, λάστιχα στο αυτοκίνητο, ένα βιβλίο, 2 μπάλες παγωτό, μια μπίρα. Να χαρίσω στον φίλο τα πούστικα τα δανεικά, να πάρω στη μάνα ένα δωράκι, λαχταρώ κι ένα ωραίο άρωμα. Πόσο κοστίζει να πάρω μια ανάσα, να μην κλαίω κάθε μέρα, να μην είμαι μια μίζερη καρικατούρα;

Είναι κάτι μέρες…

 

Someone