Σήμερα είδα επιτέλους μέσα μου, είδα καθαρά. Πέθανα. Μη δακρύσεις μωρό μου, είναι πολύ αργά. Δεν πέθανα σήμερα, ούτε χθες, πέθανα θαρρώ εκείνο το βράδυ του Φλεβάρη. Τότε που επέστρεψες από τη δουλειά αργά το βράδυ στο σπίτι μας στη Θεσσαλονίκη, με τα μάγουλα κόκκινα, τα μάτια να λάμπουν, χαρούμενη, γεμάτη από έναν σχεδόν εφηβικό ενθουσιασμό, για αυτόν. Μάζεψα τα κομμάτια μου ένα κουβάρι, μαζί με την κουβέρτα και το μαξιλάρι μου και κατέβηκα στο σαλόνι. Από εκείνο το τελευταίο μου βράδυ, δωμάτιο μου έγινε το σαλόνι μας και κρεβάτι μου ο καναπές. Πολλές νύχτες δάκρυζα δίπλα σου την ώρα που βλέπαμε τηλεόραση, όμως εσύ δεν με έβλεπες, η χαρά σου δεν σε άφηνε να προσέξεις τίποτα δυσάρεστο. Άλλες φορές προλάβαινα να πάω μέχρι το μπάνιο και να επιστρέψω διαλυμένος. Έφτασα να κοιμάμαι τρεις ώρες κάθε βράδυ, τις υπόλοιπες βούρκωνα μέχρι που τα μάτια μου έγινα μόνιμα κόκκινα, αλλά πώς να τα προσέξεις αγάπη μου, δεν είχες μάτια παρά μόνο για αυτόν. Έσβησαν οι χτύποι της καρδιάς μου, το αίμα μου, από κόκκινο χρώμα έγινε μαύρο και όλα μέσα μου άδειασαν. Σήμερα το πρωί αρχές Οκτωβρίου κοίταξα το στήθος μου, σαν να έχω μια μαγική δύναμη είδα μέσα από το δέρμα μου. Αλλά δεν κατάφερα να δω τίποτα, το απόλυτο κενό.

Ας πιάσουμε την ιστορία από εκείνο το βράδυ. Τον μίσησα, σου το ζήτησα αρκετές φορές, να πάψεις να ασχολείσαι μαζί του κι εσύ τον υποστήριζες, σαν να ήταν ο άνθρωπός σου. Οι επαφές μας ήταν σαν να πήγαινα σε οίκο ανοχής, χωρίς φιλιά, χωρίς αγκαλιές, χωρίς αγγίγματα, ακόμη και κάθε φορά που προσπαθούσα να χορέψω μαζί σου με πάσαρες στην κόρη σου (παιδί από τον πρώην σύζυγό σου). Κάναμε ένα απλό πήδημα την εβδομάδα, είχα χάσει πια το ταίρι μου. Εγώ υπήρχα μόνο για να λειτουργώ ως πατέρας στο παιδί σου, να σε στηρίζω όταν είχες προβλήματα, δικαστικά ή με τον πρώην. Τέλη Απριλίου διαλύθηκε το σπιτικό μας και επέστρεψες στην Αθήνα, στους γονείς σου. Τρεις εβδομάδες αργότερα επέστρεψες Θεσσαλονίκη, όχι για να με δεις, αλλά για να του αφιερώσεις ένα Σαββατοκύριακο. Γιατί αγάπη μου; Αρχές Ιουνίου ήρθες δεύτερη φορά Θεσσαλονίκη, αυτή τη φορά για να παραστείς σε δικαστήριο. Δίπλα σου όπως πάντα, εγώ. Δεν θα μπορούσε τίποτα να με κρατήσει μακριά σου, ούτε το ότι ήμουν μέσα στο νοσοκομείο ως ασθενής, ούτε το ότι δεν ήμασταν ζευγάρι, ούτε η σκέψη ότι θα μπορούσε να έρθει κι αυτός εκεί. Ήμουν δίπλα σου όπως πάντα.

Κατέβηκα τρεις φορές στην Αθήνα να σε δω, όμως ήσουν νευρική, ψυχρή και χωρίς επιθυμία για εμένα. Μου έλεγες να περιμένω να νιώσεις πάλι όπως πριν κι εγώ να χαλαρώσω και να γίνω όπως παλιά. Πότε με βοήθησες να γίνω όπως παλιά; Οι μήνες όμως περνούσαν, ελάχιστες οι αλλαγές σου, τα φιλιά σου σπάνια, οι αγκαλιές σου χαλαρές και άψυχες, καμία όρεξη να χορέψεις μαζί μου και το κρεβάτι μας κρύο, ένιωθα σαν ένας πρόστυχος πορνόγερος που ασελγούσε πάνω σου. Τον Αύγουστο κάναμε όλοι μαζί διακοπές (εγώ, εσύ, η κόρη σου και ο γιος μου) αλλά οι λύπες και καβγάδες πολλοί, ενώ χαρά καμία. Μετά έφυγες πίσω στην Αθήνα, ήρθα δύο φορές αλλά δεν κατάφερα να νιώσω ότι με θέλεις, έστω και λίγο. Δεν θα ξεχάσω μάλιστα μία φορά σε ένα πάρκο, όταν αγγίζοντας σε στον ωμό σου, έλεγα κάτι γλυκό (δεν θυμάμαι πια τι) και δάκρυζα, τότε ήρθε ένα μήνυμα στο messenger. Ένα μήνυμα που σε έσωσε, με άφησες γλυκιά μου για να διαβάσεις τι λέει και να απαντήσεις, σε κάποια φίλη σου.

Μετά μου είπες ότι ενώ έψαχνες δουλειά για εσένα στην Αθήνα, βρήκες δουλειά στη Θεσσαλονίκη, για το φίλο σου. Αφού δεν σε έστειλα στο διάολο μωρό μου, τι να πω, απορώ με την ψυχραιμία μου, ο κερατάς. Ας κάνω μια αναδρομή στο τι έχω ακούσει από το πανέμορφο στόμα σου αυτό το διάστημα. Από τον πρώτο καιρό «τον έχεις δει;» (πόσο όμορφος είναι). Αρκετές φορές σε διαφορετικές καταστάσεις «Το χιούμορ μου ταιριάζει με το δικό του». Ενώ ήμασταν ακόμη ζευγάρι στη Θεσσαλονίκη «Εσύ με έσπρωξες σε αυτόν». Την πρώτη φορά που κατέβηκα Αθήνα «Ανέβηκα μία φορά Θεσσαλονίκη αφού χωρίσαμε και έκανα σεξ μαζί του, δεν θα σου πω ποιος την έχει μεγαλύτερη, θα σου πω όμως ότι είσαι καλύτερος». Στις διακοπές μας, αμέσως μετά από ένα ωμό πήδημα «Δεν με πήγαινες στην παραλία της Θεσσαλονίκης, που τόσο μου άρεσε και με πήγαινε αυτός». Άλλη φορά στην Αθήνα «Μίλησα μαζί του στο τηλέφωνο, δεν θα πάψω να μιλάω μαζί του».

Πραγματικά δεν έχει σημασία αν είσαι ή όχι ερωτευμένη μαζί του αγάπη μου, ή αν προτιμάς να μιλάς με συναδέλφους σου τις περισσότερες ώρες της ημέρας. Σημασία έχει ότι όταν με κοιτάς, τα μάτια σου δεν λάμπουν, μάλιστα δεν με κοιτάς πια στα μάτια. Σημασία έχει ότι όταν με αγγίζεις, αυτό έχει γίνει κατά λάθος και προσπαθείς αμέσως να το διορθώσεις. Σημασία έχει ότι όταν μου μιλάς στο κινητό, ταυτόχρονα αλληλογραφείς στο messenger ή διαβάζεις κοινοποιήσεις στο facebook. Σημασία έχει ότι όταν μου μιλάς, δεν θέλεις να αναφερόμαστε σε εμάς, ούτε όνειρα, ούτε όμορφες στιγμές, ούτε τι πρέπει να κάνουμε για να διορθώσουμε την υπάρχουσα κατάσταση, μόνο να μονολογείς για τη δουλειά σου κι εγώ είτε να χειροκροτώ στις επιτυχίες σου, είτε να λέω πόσο σε αδικούνε. Σημασία έχει ότι όταν βρισκόμαστε ερωτικά, δεν θέλεις να σου μιλάω, να σε φιλάω, να σε χαϊδεύω, να ιδρώνω, να χύνω πάνω σου. Για να μη λέω πολλά, απλά θέλεις εμένα πατέρα για την γλυκύτατη κορούλα σου, χωρίς να έχω δικαιώματα συντρόφου.

Θα αναρωτηθείς γιατί παρά την κακομαθημένη και απαίσια συμπεριφορά σου, δεν σε μίσησα. Δεν σου κρύβω ότι πολλές φορές έκανα κι εγώ, αγάπη μου, στον εαυτό μου αυτή την ερώτηση. Η απάντηση είναι μία «Σ’ αγαπώ». Μπόρεσα να μισήσω τον άχρηστο αλήτη στον οποίο δόθηκες, όχι όμως εσένα. Μπόρεσα να κατηγορήσω τον εαυτό μου, ότι εγώ σε έσπρωξα σε αυτόν, δεν είσαι εσύ η κατηγορούμενη. Μπόρεσα να κάνω κακό στον εαυτό μου, η αξία μου μικρή, σε σένα δεν κατάφερα να ασκήσω βία. Έσπασα το κινητό μου, δεν σου έκανα ζημιά. Με έχω κατ’ επανάληψη πει, μαλάκα, κερατά, άχρηστο, πορνόγερο, θύμισε μου όμως αγάπη μου, πότε σε έβρισα; Ακόμη και στη συννεφιά, είσαι η ανατολή μου.

Θα με ρωτήσεις τώρα αφού σε αγαπάω τόσο γιατί θέλω να χωρίσουμε. Εδώ και πέντε μήνες δεν άγγιξα χέρι γυναίκας, δε βγήκα να φλερτάρω σε κάποιο μαγαζί, κάθε πρόταση από γυναίκα απορρίπτεται. Γιατί; Γιατί πέθανα. Μη δακρύσεις μωρό μου, είναι πολύ αργά. Δεν πέθανα σήμερα ούτε χθες, πέθανα θαρρώ εκείνο το βράδυ του Φλεβάρη. Πέθανα γιατί δεν ήμουν εγώ αυτός που έκανε τα μάγουλα σου κόκκινα. Πέθανα γιατί δεν ήμουν εγώ αυτός που έκανε τα μάτια σου να λάμπουν. Πέθανα γιατί δεν ήμουν εγώ αυτός που σε έκανε χαρούμενη. Πέθανα γιατί δεν ήμουν εγώ αυτός που σε γέμιζε από εφηβικό ενθουσιασμό. Πέθανα γιατί έπαψες να με φιλάς. Πέθανα γιατί έπαψες να με αγγίζεις. Πέθανα γιατί έπαψες να με κοιτάς στα μάτια. Πέθανα γιατί έπαψες να μου κάνεις έρωτα. Πέθανα γιατί έπαψες να με χορεύεις. Πέθανα γιατί δεν είσαι δίπλα μου. Πέθανα γιατί δεν δακρύζεις που πέθανα.

Η κηδεία μου διαφορετική, εδώ δεν κλαίει η χήρα, αλλά ο νεκρός, ο μακαρίτης. Κι εσύ ζωντανή, και ξαναμμένη χήρα, που ονειρεύεσαι τον όμορφο και νέο εραστή σου. Αυτός αδιάφορος δεν απαντάει καν στα τηλέφωνά σου, τσατίστηκε που δεν έμεινες από την αρχή του χωρισμού μας στη Θεσσαλονίκη μαζί του, ή δεν ανέβηκες αμέσως μετά να μείνεις Θεσσαλονίκη μαζί του. Χωρίς φυσικά να βάλει στο αφελές μυαλό του τις υποχρεώσεις που θα ακολουθούσαν. Ήθελε να πάρει άμεσα το τρόπαιό του, εσένα. Έτσι είναι οι οδηγοί των αγώνων ταχύτητας, δεν μπορούν να οδηγήσουν τρακαρισμένα αυτοκίνητα, που έχουν χτυπηθεί από όλες τις πλευρές. Παιδί, ματωμένο διαζύγιο, χρέη, δικαστήρια, αυτόφωρα. Δεν κάνεις αγάπη μου για οδηγό ταχύτητας, αλλά για κάποιον πεισματάρη ονειροπόλο, που ανεβάζει την «αμαξάρα» του στις πιο δύσκολες ανηφόρες, στους πιο δύσβατους χωματόδρομους, εκεί που δεν μπορούν να κινηθούν τα αυτοκίνητα ταχύτητας.

Σήμερα είδα επιτέλους μέσα μου, είδα καθαρά. Πέθανα. Μη δακρύσεις μωρό μου, είναι πολύ αργά. Δεν πέθανα σήμερα, ούτε χθες, πέθανα θαρρώ εκείνο το βράδυ του Φλεβάρη. Και μόνο εσύ, μπορείς να με τραβήξεις από το πηγάδι του θανάτου. Αλλά αγάπη μου μη το κάνεις, αν δεν είσαι σίγουρη ότι με αγαπάς, εμένα, όχι τον πατέρα της κόρης μας. Πρόσεχε όμως, η αγάπη αγάπη μου, δεν ζει μέσα στο βούρκο των δεκάδων ψεμάτων, δεν σου αφήνει την ελευθερία που θα είχες με κάποιον, που δεν ενδιαφέρεται να έχει μέλλον μαζί σου, απαιτεί αποκλειστικότητα. Θυμάσαι πόσο δική μου ήσουν το πρώτο μας βράδυ, τότε που γελούσες μαζί μου; Δεν χρειαζόσουν κανέναν φίλο, φίλη, γκομενάκι. Είχες εμένα και με έκανες να νιώθω ο Ηρακλής, που μπορούσε να πραγματοποιήσει κάθε άθλο. Είμαι η Σελήνη αλλά δεν λάμπω αν δεν μου στέλνει φως ο Ήλιος κι ο Ήλιος μου είσαι εσύ.

Σήμερα είδα επιτέλους μέσα μου, είδα καθαρά. Πέθανα. Μη δακρύσεις μωρό μου, είναι πολύ αργά. Δεν πέθανα σήμερα, ούτε χθες, πέθανα θαρρώ εκείνο το βράδυ του Φλεβάρη. Και μόνο εσύ μπορείς να μ’ αναστήσεις. Μα αν δεν θέλεις να με αναστήσεις, άσε με στο θάνατο μου.

 

Βάτραχος