Βατικανό, Βασιλική του Αγίου Πέτρου.
Η Άννα στέκεται στην είσοδο και σφίγγει τις γροθιές της. Για μία ακόμα φορά πιέζει τον εαυτό της και προχωρά. Όπως τον πίεσε για να μπει σ’ εκείνο το αεροπλάνο και να κάνει ετούτο το ταξίδι. Όπως τον πιέζει για να ακολουθεί το γκρουπ και να ακούει τον ξεναγό να μιλάει ακατάπαυστα για τόσα ανούσια για εκείνη πράγματα. Την ώρα που το μόνο που θέλει είναι να κουλουριαστεί σ’ ένα σκοτεινό δωμάτιο μόνη της και να κλάψει, να ξεσπάσει την φουρτούνα της ψυχής της. Μα όχι, δεν κάνει τίποτα από αυτά που θέλει. Ποτέ δεν έκανε αυτά που ήθελε…

Λίγα μόνο βήματα χρειάστηκαν και βρήκε αυτό που αναζητούσε. Μαγεμένη παρατηρεί ένα γλυπτό από μάρμαρο, προστατευμένο από αλεξίσφαιρο γυαλί. Η Πιετά του Μιχαήλ Άγγελου!
«Pietá στα ιταλικά σημαίνει “Αποκαθήλωση”. Είναι το μοναδικό υπογεγραμμένο έργο του Μιχαήλ Άγγελου…» ακούει για πρώτη φορά γοητευμένη τα λόγια του ξεναγού. Δεν συγκρατεί ονόματα, ορολογίες, χρονολογίες. Με μια πρώτη ματιά είναι το σώμα του Χριστού στην ποδιά στης Παναγίας μετά την Σταύρωση και την Αποκαθήλωση. Μα τελικά είναι πολλά περισσότερα από αυτό…

Η Άννα κοιτάζει, παρατηρεί, ακούει και σκέφτεται. Η μάνα όλων των μανάδων κρατά στην αγκαλιά της το άψυχο σώμα του παιδιού της. Συγκλονιστικό από μόνο του, σαν θέαμα, σαν σκέψη, σαν γεγονός. Οι συμβολισμοί πολλοί και οι ερμηνείες περισσότερες. Το σώμα της μάνας μεγαλύτερο από του γιου της. Κάποιοι λένε πως οι πλάτες της ήταν φτιαγμένες έτσι για να σηκώνουν τους καημους όλων των ανθρώπων. Το πρόσωπό της είναι νεανικό και ήρεμο. Μια ερμηνεία λέει πως, ουσιαστικά, δεν είναι η Παναγία που κρατά το άψυχο σώμα του Χριστού, αλλά η Παναγία που κρατά το Θείο βρέφος σε στάση θηλασμού κι απλά ο θεατής βλέπει μια εικόνα από το μέλλον. Ναι, είναι ήρεμο, μα είναι και θλιμμένο…

Δύο λεπτομέρειες της τραβούν την προσοχή… Το αριστερό πόδι του Ιησού που είναι ελαφρώς ανασηκωμένο. Κοιτάζει λίγο πιο προσεκτικά και της φαίνεται λες και το σώμα του αιωρείται στην αγκαλιά της Μαρίας, σα να ετοιμάζεται για την Ανάσταση. Κι αυτό απαλύνει τον πόνο, την οργή, το άδικο. Δίνει ελπίδα και φως. Δεν είναι εδώ το τέλος! Κοντοστέκεται και σκέφτεται λίγο καλύτερα, συνειδητοποιεί. Τίποτα δεν τελειώνει εδώ. Πάντα υπάρχει μια μικρή χαραμάδα που οδηγεί στο φως. Αρκεί να την προσέξουμε, αρκεί να θέλουμε να την δούμε. Ακόμα και στο μεγαλύτερο δράμα, στον πιο φριχτό πόνο, υπάρχει ελπίδα. Μπορεί να μην την βλέπεις την ώρα που τα μάτια σου είναι πλημμυρισμένα από τα δάκρυα της απελπισίας, μα υπάρχει, θα την δεις μόλις καθαρίσει το βλέμμα σου!

Το άλλο που την βάζει σε σκέψεις είναι το αριστερό χέρι της Παναγιάς. Της μοιάζει σα να λέει “και τι μπορεί να γίνει τώρα”. Η Μαρία έζησε τον μεγαλύτερο πόνο που μπορεί να ζήσει μια μάνα. Είδε τον μοναχογιό της επάνω στον σταυρό του μαρτυρίου, να υποφέρει, να βασανίζεται φριχτά, να εξευτελίζεται, να ξεψυχά… Μα το δέχεται σα να αναγνωρίζει πως δεν έχει άλλη επιλογή. Σα να γνέφει στους ανθρώπους και να τους παρηγορεί, παρά τον δικό της πόνο. Αυτό το χέρι για την Άννα συμβολίζει την δύναμη της μάνας που δέχεται και αντέχει το χειρότερο, το πιο μεγάλο δράμα.

Γνωρίζει πως υπάρχει και η ισοπεδωτική εξήγηση, πως αυτά τα δύο σημεία του γλυπτού είχαν υποστεί φθορές μέσα στα χρόνια και αποκαταστάθηκαν από άλλον γλύπτη, ο οποίος ίσως έκανε κάποιες αλλαγές που επηρεάζουν την ερμηνεία.
Μα δεν την νοιάζει! Η ερμηνεία της τέχνης είναι και υποκειμενική. Η Άννα επιλέγει να δει και να κρατήσει αυτό που εκείνη θέλει. Και ναι, από αυτό το έργο, του απόλυτου πόνου του υπέρτατου δράματος, εκείνη επέλεξε να κρατήσει τη δύναμη και την ελπίδα. Γιατί αν υπάρχει εκεί, τότε σίγουρα υπάρχει παντού!
Και ακόμα κι όταν όλα καταρρέουν γύρω σου, πάντα υπάρχει κάτι να πιαστείς, να κρατηθείς, να πάρεις κουράγιο. Κι αν δεν το βλέπεις τώρα, στ’ ορκίζομαι θα το δεις! Μόνο να το θέλεις!

Η Άννα ποτέ δεν ήταν βαθιά θρησκευόμενη. Πάντα πίστευε στον Θεό, αλλά με έναν δικό της τρόπο που ποτέ δεν είχε μπει στην διαδικασία να αναλύσει. Έτσι κι αλλιώς ποτέ δεν δεχόταν να μιλά για την πίστη της και για τον τρόπο που εκείνη αντιμετωπίζει την θρησκεία. Θεωρούσε πως η πίστη είναι ότι πιο προσωπικό έχει ένας άνθρωπος. Όχι απλά υποκειμενικό. Προσωπικό! Το κρατούσε για εκείνη και δεν ήθελε να μπαίνει σε τέτοιες κουβέντες. Κανένας δεν μπορούσε να την πείσει για το οτιδήποτε, όπως κι εκείνη δεν προσπαθούσε να πείσει κάποιον. Δεχόταν και σεβόταν τα πιστεύω του κάθε ανθρώπου. Ως εκεί. Τέλος.

Μα αυτό ήταν κάτι άλλο… Ολόκληρη η Μεγάλη Εβδομάδα είναι γεμάτη με τόσους συμβολισμούς κι η Άννα πίστευε πως ακόμα κι αν είσαι αλλόθρησκος, ακόμα κι αν είσαι άθεος, δεν μπορεί, κάποιος απ’ όλους θα σε αγγίξει. Κάπου θα δεις τον εαυτό σου… Κι ας μην το παραδεχτείς ποτέ.

Έκανε δυο βήματα πίσω. Από τα μάτια της έτρεχαν δάκρυα που δεν ένιωθε, δεν μπορούσε να ελέγξει. Μα τα χείλη της σχημάτιζαν ένα χαμόγελο. Το γκρουπ είχε απομακρυνθεί, κι ο ξεναγός συνέχιζε να μιλά για άλλα έργα μέσα στον ναό. Αλλά εκείνη είχε μείνει εκεί, να παρατηρεί αυτό το μαρμάρινο γλυπτό που φωτισε την ψυχή της και προσπάθησε να κρατήσει στο μυαλό της όλα αυτά που εκείνη “είδε” επάνω του.

Έπρεπε να γυρίσει στο ξενοδοχείο, να φτιάξει την βαλίτσα της. Ήρθε η ώρα της επιστροφής, είχε πάρει από τούτο το ταξίδι αυτό που χρειαζόταν…

 

https://el.wikipedia.org/wiki/Πιετά_(Μιχαήλ_Άγγελος)