Λάρισα, 2009. Εκείνη, 18 χρονών, μόλις είχε περάσει στο Πανεπιστήμιο. Εκείνος στα 24 του σπούδαζε στην Αθήνα. Γνωρίστηκαν μέσω facebook και δεν άργησε να την κερδίσει με το χιούμορ του και το ρομαντισμό του. Ανυπομονούσε να γυρίσει σπίτι μετά τη σχολή για να μιλήσει μαζί του μέχρι το επόμενο πρωί. Ατελείωτες συζητήσεις που τους έδεναν όλο και περισσότερο για κάτι λιγότερο από 3 μήνες. Τόσο άντεξαν, μέχρι που πήρε το τρένο και κατέβηκε Αθήνα για να τον συναντήσει από κοντά. Είχαν φοβερή χημεία και από το πρώτο ραντεβού κατέληξαν σπίτι του. Του δόθηκε ολοκληρωτικά χωρίς πολλά λόγια και χωρίς αναστολές. Τον εμπιστευόταν σαν να τον γνώριζε χρόνια. Οι συνομήλικοι της δεν είχαν κάτι να της προσφέρουν. Ήταν ο άνδρας που ονειρευόταν, τον θαύμαζε και τον ερωτεύτηκε πριν καν τον συναντήσει. Μαζί του έβρισκε την ηρεμία που αναζητούσε.

Τα πρώτα 4 χρόνια η σχέση τους ήταν από απόσταση. Τελειώνοντας τη φοιτητική τους ζωή επέστρεψαν στα πατρικά τους αφού κανένας από τους δύο δεν είχε βρει δουλειά. Ήταν βέβαια πολύ αγαπημένοι και ερωτευμένοι. Όλοι τους θεωρούσαν το ιδανικό ζευγάρι. Μέχρι που εκείνος στα 31 του πλέον βρήκε δουλειά και αποφάσισαν επιτέλους να αρραβωνιαστούν και να συγκατοικήσουν. Ήταν τόσο ευτυχισμένη. Στα 25 της είχε το σπίτι της και τον άντρα της που του μαγείρευε, ασχολούνταν με τις δουλειές του σπιτιού και τα βράδια χανόταν στην αγκαλιά του κάνοντας όνειρα για το μέλλον.

Η ηρεμία αυτή χάθηκε όταν ξεκίνησαν τα προβλήματα στη δουλειά του. Γύριζε σπίτι κάθε μέρα και με περισσότερα νεύρα. Εκεί άρχισαν και οι πρώτοι καβγάδες για ασήμαντα θέματα. Και τότε είδε έναν άλλον άνδρα που τόσα χρόνια ήταν καλά κρυμμένος. Στην παραμικρή διαφωνία τους γινόταν έξαλλος, του γύριζε το μάτι και φώναζε σαν τρελός. Στον τελευταίο καβγά πέταξε το κινητό του στον τοίχο με τόση δύναμη που έγινε θρύψαλα. Εκείνη έτρεξε στην κρεβατοκάμαρα και σαν μικρό κοριτσάκι έπεσε στο κρεβάτι τρέμοντας ολόκληρη με τα δάκρυα της να τρέχουν ποτάμι από τα μάτια της όπως τότε. «Και αν την επόμενη φορά ξεσπάσει πάνω μου και όχι στο κινητό του;», σκέφτηκε μέσα στον πανικό της. Οι άσχημες παιδικές της μνήμες εμφανίστηκαν και πάλι μπροστά της. Ήταν σαν να ζει δεύτερη φορά τους καβγάδες των γονιών της. Δεν θα μπορούσε να το αντέξει αυτό. Πέρασε πολλές φορές από το μυαλό της να ανοίξει την πόρτα και να φύγει, όπως ήλπιζε να είχε κάνει και η μητέρα της τόσα χρόνια, όμως δεν το έκανε ούτε αυτή. Γιατί κάθε φορά μετά από λίγη ώρα εκείνος εμφανιζόταν δίπλα της. «Συγγνώμη, δεν θα ξανασυμβεί. Δεν θέλω να σε κάνω να κλαις. Θα σε κάνω μόνο να χαμογελάς.», της υποσχέθηκε. Και κάθε φορά γινόταν πάλι τα ίδια. Αλλά τον αγαπούσε, δεν ήθελε να τον εγκαταλείψει. Ήταν ο πρώτος της. Αυτός που από κοριτσάκι την έκανε γυναίκα. Αδυνατούσε να φανταστεί τον εαυτό της στην αγκαλιά ενός άλλου άνδρα. Πίστευε ότι θα αλλάξει. Πίστευε ότι θα μπορούσε να ζήσει μαζί του ό,τι είχαν ονειρευτεί στα τόσα χρόνια της σχέσης τους. Πίστευε ότι ο γάμος τους και η γέννηση του παιδιού που είχε στα σπλάχνα της θα τον ηρεμούσαν…

Πίστευε…

 

Μαργαρίτα