Το μεγαλύτερο, το ισχυρότερο το πιο πολύπλοκο όπλο που διαθέτει κάθε άνθρωπος είναι το μυαλό. Το δικό του το μυαλό. Όποιο κι αν είναι, όσο κι αν είναι, αν υπάρχουν ποικιλίες και μεγέθη, το μυαλό που έχει, που καλλιέργησε είναι η δύναμη του, το κλειδί του που ανοίγει τις δικές του πόρτες. Αν και ο Αμερικανός Πρόεδρος Woodrow Wilson είχε πει «Δεν χρησιμοποιώ μόνο όλο το μυαλό που έχω, αλλά και όλο όσο μπορώ να δανειστώ”. Είναι χρήσιμο και όμορφο να δανείζεσαι μυαλό και να υιοθετείς ιδέες και να τις εξελίξεις που στόχο και σκοπό έχουν να κάνουν καλύτερο το είναι σου κι ενδεχομένως και το κοινωνικό σύνολο που ανήκεις.

Μέσα σε κάθε μυαλό κατοικεί ο νους κι η λογική. Αυτή που θα έπρεπε καθημερινά σαν άλλος υποβολέας να μας υπαγορεύει τι να κάνουμε για να μην πληγώσουμε, να μην προσβάλλουμε, να μην δυσκολέψουμε την ζωή ή την θέση του άλλου. Σίγουρα κάποιο από τα παραπάνω έχει συμβεί σε όλους μας ίσως από φόβο, από άμυνα, από έλλειψη σκέψης ή ψυχραιμίας. Αλλά όταν αυτό δεν συμβαίνει εν βρασμώ ψυχής μα κατόπιν σχεδίου τότε είναι εγκληματική ενέργεια. Ένα έγκλημα που έχει διαπράξει ένα πανίσχυρο όπλο, το μυαλό. Και που αν υπήρχε δικαστήριο ηθικής πόσοι από εμάς θα είχαν εκτίσει ποινές, αλήθεια…

Δεν μιλώ για πράξεις βίας, δεν σκέφτομαι για χέρια που σηκώθηκαν, δεν γράφω για πόνο σωματικό. Ευτυχώς εδώ έχουμε την κάλυψη του νόμου και της δικαιοσύνης που δρα. Αναφέρομαι για στόματα που ψεύδονται, που συκοφαντούν, που καταπατούν κάθε είδους αξιοπρέπειας. Αλλά και σε όσους αρέσκονται να τα ακούν, να τα πιστεύουν, να τα αναπαράγουν, να τα ενισχύουν και να τρέφονται από αυτά. Να έχουν την επιλογή να τα περιμαζέψουν ή να τα πετάξουν και τελικά διαλέγουν να τα κρατήσουν ίσως για να καλύψουν μια ανάγκη τους, ίσως γιατί δεν μπορούν να κάνουν αλλιώς.

Κι εδώ ερχόμαστε στην λέξη κλειδί, στην «επιλογή”. Έχω βγει έξω από το σπίτι για να γράψω τούτο εδώ το κείμενο, όχι κατά τύχη αλλά με επίγνωση. Έχω διαλέξει ένα κεντρικό σημείο της Κηφισιάς, ίσως το πλέον πολυσύχναστο. Κάθισα στο πιο κεντρικό τραπέζι της καφετέριας, κάποτε αυτό θα το απέφευγα αν δεν ήταν απόλυτη ανάγκη, έχω παραγγείλει τον καφέ μου τον οποίον απολαμβάνω κάθε φορά σαν να είναι η πρώτη που τον δοκιμάζω. Φραπέ μέτριο με μαύρη ζάχαρη και γάλα. Δεν τον έπινα πάντα έτσι. Ξεκίνησα να τον γεύομαι γλυκό με λευκή ζάχαρη. Στην πορεία μετά την συμβουλή μιας φίλης κατάλαβα πως το τόσο γλυκό με πειράζει. Εκεί δανείστηκα το μυαλό της, την σκέψη της. Και μου έκανε πολύ καλό. Την επόμενη κιόλας μέρα, χωρίς δεύτερες σκέψεις, μείωσα αισθητά την ποσότητα της ζάχαρης. Κι ενώ ήταν κάπως αλλιώς συνέχισα να τον απολαμβάνω. Πολλά χρόνια αργότερα σύγκρινα τις ιδιότητες της λευκής ζάχαρης με την καστανή. Κι έτσι εν μία νυκτί την αντικατέστησα κι αυτήν αφού ήταν για το καλό μου. Κι η απόλαυση συνεχίστηκε. Ίσως αύριο χρειαστεί να κάνω κι άλλη αλλαγή, ίσως και να μην τα καταφέρω. Έχω επιλέξει όμως να τον απολαμβάνω πάντα. Γιατί η «ουσία” είναι πάντα εκεί, πάντα εδώ, πάντα μέσα στο ποτήρι μου.

Το ποτήρι μου έχει ιδρώσει, το ίδιο μάλλον κι εγώ. Σκουπίζω το μέτωπο μου κι από αμηχανία ίσως με το ίδιο χαρτομάντηλο κάνω το ίδιο και στο ποτήρι μου. Εντωμεταξύ έρχεται το τρένο και πλήθος κόσμου κατεβαίνει βιαστικά από αυτό. Κοιτάω και παρατηρώ πρόσωπα κυρίως όσων περπατούν μόνοι. Εννέα στους δέκα έχουν το κεφάλι σκυμμένο. Και συνεχίζουν έτσι να προχωρούν μέχρι που χάνονται από το οπτικό μου πεδίο. Ίσως να είχαν μια κακή μέρα, μια κακή στιγμή, μια δύσκολη ώρα. Ο δρόμος όμως αυτός έχει πολύ γοητεία και παρότι βρίσκεται στο κέντρο της πόλης είναι γεμάτος με αιωνόβια πλατάνια που αφήνουν πραγματικές γραμμούλες λιγοστού ήλιου να περνούν που και που. Αν αφήσει κανείς όλες τις αισθήσεις ελεύθερες μπορεί να καταλάβει μια ελάχιστη μεταβολή θερμοκρασίας που συμβαίνει, να νιώσει μια δροσιά και να απολαύσει την σκιά. Αμφιβάλλω λίγο σήμερα για το πόσοι το κάνουν μα εύχομαι να κάνω και λάθος. Βλέπω όμως πως δεν κοντοστέκεται κανείς, κανένας δεν σήκωσε το βλέμμα του να θαυμάσει κι αναρωτιέμαι γιατί εγώ το κάνω πάντα. Σε καλές μέρες, σε δύσκολες, σε άσχημες, στις πιο γλυκές πάντα θα κοιτάξω ψηλά όταν διασχίζω τον δρόμο αυτό.

Λίγα δευτερόλεπτα μετά θωρώ μια κοπέλα σαφώς νεότερη από εμένα κρατώντας στο χέρι έναν καφέ και με τα μάτια της κάτι αναζητά προς το μέρος μου κι ολόγυρα. Έριχνε την ματιά της στον χώρο για να βρει ένα μέρος να καθίσει μα δεν υπήρχε. Έβγαλε το κινητό της από την τσάντα, έριξε μια γρήγορη ματιά μάλλον στην ώρα και ξανακοίταξε τα τραπέζια. Δεν σκέφτηκα και πολύ πριν το κάνω αλλά της πρότεινα αν θέλει να καθίσει στην άδεια καρέκλα του τραπεζιού που καθόμουν εγώ. Σκέφτηκα πως αν βρισκόμασταν σε ένα βουνό, σε μια παραλία θα ήταν αυτονόητο ότι θα μπορούσε να καθίσει όπου ήθελε. Βέβαια ποτέ πριν δεν είχα τολμήσει κι εγώ να προτείνω κάτι τέτοιο όμως σήμερα ήμουν εδώ ακριβώς γι’ αυτό τον λόγο. Εκείνη δέχτηκε, με ευχαρίστησε και κάθισε σχεδόν ανακουφισμένη. Θυμήθηκα πως είναι να χρειάζεσαι να πιεις μια γουλιά καφέ και να καπνίσεις ένα τσιγάρο πριν αρχίσει η βάρδια σου στην δουλειά. Και τελικά προφανώς ήθελε αυτό μα δεν μπόρεσε ή δεν σκέφτηκε να το ζητήσει.

Γεμίσαμε το μυαλό μας. Το γεμίσαμε με άχρηστες πληροφορίες. Γεμίσαμε το μυαλό μας με προσδοκίες που αφορούν άλλους, με απαιτήσεις από τους άλλους κι όχι από τον εαυτό μας και με αρνητική κριτική για ότι κινείται, ότι αναπνέει, ότι υπάρχει. Μιλάμε ώρες ατελείωτες συζητώντας κι ανακαλύπτοντας τα λάθη των άλλων. Των γονιών μας, των παιδιών μας, της παρέας μας, των άγνωστων μανάδων που βλέπουμε στο πάρκο, των γειτόνων… Πάντως όχι των δικών μας. Και ξοδεύουμε απίστευτο ποσοστό του (ελάχιστου ίσως) χρόνου μας μιλώντας για τους άλλους και πραγματοποιώντας ανόητες συγκρούσεις ενώ μεθοδικά αποφεύγουμε μια εποικοδομητική συζήτηση και γιατί όχι και σύγκρουση με τον εαυτό μας αν χρειαστεί. Ενδεικτικά θα αναφέρω πως την τελευταία πενταετία που κατάλαβα πως πρέπει να ασχοληθώ με τα λάθη του εγώ μου, αυτά των υπολοίπων μου φαντάζουν κατά τι μικρότερα. Τώρα που κοιτώ να διορθώσω αν μπορώ κάποια από τα δικά μου ελαττώματα, τώρα έχω χρόνο και περιθώρια για να αναγνωρίζω αμέσως τα προτερήματα των γύρω μου.

Μέσα στο μικρό μας κεφαλάκι υπάρχουν τόσες πολλές πόρτες. Κάποιες τις ανοίξαμε, κάποιες άλλες δεν τα καταφέραμε, κάποιες τις κρατάμε ερμητικά κλειστές και σε κάποιες άλλες μπαινοβγαίνουμε γιατί έτσι συνηθίσαμε. Υπάρχει και μια πόρτα που αξίζει να ανοίξουμε για μια φορά και να την αφήσουμε ανοιχτή μέχρι το τέλος της ζωής μας και λέγεται”ευθύνη”. Μην την φοβάσαι αυτή την πόρτα. Μα να θυμάσαι πως δεν είναι πόρτα που αφορά τους άλλους. Είναι η ολόδικια μας πόρτα κι έχει το μερίδιο της ευθύνης που μας αντιστοιχεί. Γιατί όπως είπε τότε ο Καζαντζάκης:
«Να λες εγώ θα σώσω τον κόσμο. Αν δεν σωθεί, εγώ φταίω”.

Ο καφές μου τελείωσε και το ποτήρι μου στέγνωσε ολότελα. Αφήνω πίσω μου τα σκουπίδια μου, ένα τασάκι γεμάτο αποτσίγαρα και λίγα ψιλά στο τραπέζι για τον υπάλληλο που θα φροντίσει τον χώρο για τον επόμενο πελάτη. Πριν σηκωθώ ένας νεαρός, νομίζω είναι από το σχολείο που πάει κι η κόρη μου και την έχει κάνει κοπάνα, με ρωτάει αν μπορεί να κάτσει δίπλα μου. Πόσο χαίρομαι… είμαστε τουλάχιστον δύο σήμερα που το σκεφτήκαμε και βρεθήκαμε και στο ίδιο μέρος. Τον προέτρεψα να καθίσει και του είπα πως ήδη ετοιμαζόμουν να φύγω δείχνοντας του τα ψιλά που ειχα ήδη αφήσει για να αποδείξω την πρόθεση μου. Με ρώτησε τότε πως ήμουν σίγουρη ότι θα τα παραλάβει ο υπάλληλος. Του φώναξα κάνοντας να φύγω πως δεν ήμουν σίγουρη πριν πάρει την θέση μου αυτός στο τραπέζι αλλά μετά σιγουρεύτηκα. Χαμογέλασε. Πόσο όμορφοι είναι οι άνθρωποι όταν χαμογελούν… πόσο ομορφότεροι γίνονται.

Γυρίζω πίσω για μια στιγμή και με τον κίνδυνο να με περάσει για παλαβή το παλικάρι εκείνο, του ζητάω φεύγοντας να προσέξει και να παρατηρήσει το δρόμο με τα πλατάνια με μια ματιά του μονάχα. «Πάντα το κάνω” μου αποκρίνεται. «Έχει και μια φωλιά από χελιδόνια σ’ εκείνο το μπαλκόνι” λέει και σηκώνει το χέρι του να μου δείξει που.

Υπάρχει πολλή ομορφιά εκεί έξω τελικά αρκεί να θέλεις να την δεις. Υπάρχει πολλή ΕΛΠΙΔΑ. Είναι κι αυτή μια πόρτα στο μυαλό μας. Η μεγαλύτερη. Να την ανοίξετε. Να την ανοίξουμε. Αξίζει τον κόπο η προσπάθεια.