Είχαν περάσει δεκαπέντε χρόνια γάμου κι η Μάρω δεν τα είχε καταφέρει να φέρει ένα παιδάκι στον κόσμο. Παλίνδρομες εγκυμοσύνες, θεραπείες, άπειρες οι δοκιμασίες, σωματικές και κυρίως ψυχολογικές, που είχε περάσει κι ευτυχώς υπερβεί για να κρατήσει ένα μωρό δικό της, στην αγκαλιά της. Δόξα στον Mεγαλοδύναμο, μετά από έναν τέτοιο Γολγοθά, γέννησε ένα γερό και χαριτωμένο αγοράκι και γέμισε η ζωή η δική της και του Θανάση, του άντρα της με ευτυχία. Ένα χαριτωμένο αγοράκι που θα γινόταν ένας χαρισματικός άντρας που θα αγαπούσε και θα τιμούσε τους γονείς του. Κι εκείνοι θα τον καμάρωναν. Πολύ.

Μπήκε βιαστικά μέσα στην πολυκατοικία του κι έκρυψε προσεκτικά κάτω από το γραφείο της εισόδου το κουτί με τα τσιγάρα. Να πάρει η οργή να πάρει, είκοσι έξι χρονών, μετά από πέντε χρόνια σπουδές στο εξωτερικό και δεν τολμούσε να καπνίσει μπροστά στους γονείς του. Να καπνίσει; Ούτε να αφήσει υπόνοια ότι κάπνιζε τολμούσε. Ούτε καν τολμούσε να φανταστεί την αντίδρασή τους. Σκουπίστηκε καλά με την χαρτοπετσέτα από τα ψίχουλα του σάντουιτς που είχε φάει και ξεδίπλωσε το χαρτάκι της τσίχλας που μάσαγε πάντα πριν μπει στο σπίτι για να απομακρύνει τις ύποπτες μυρωδιές από την ανάσα του. Ε, και να τον ανακάλυπτε η μάνα του ότι τσιμπολογούσε έξω και δεν αρκούνταν στα φαγητά της. Τον είχε μετρήσει με το μάτι και κατέληξε ότι χρειαζόταν δίαιτα γιατί είχε πάρει ένα δύο κιλά.

«Θα μου πεις; Φοβάσαι την μάνα σου ολόκληρος μαντράχαλος;» σκέφτηκε. Δεν ήταν φόβος, γιατί να τους στεναχωρήσει όμως; Κι ύστερα η μάνα ήταν απρόβλεπτη. Ποιος ξέρει ποια θα ήταν η αντίδρασή της. Πού να έμπλεκε τώρα;

Το χειρότερο ήταν όταν συνδεόταν με κοπέλες που δεν ήταν του γούστου της. Μα δεν ήταν από την αρχή καταδικασμένες περιπτώσεις αλλά μετά κάτι στράβωνε, κάτι δεν εξελισσόταν καλά, κάτι έβλεπε εκείνη που δεν είχε δει εκείνος και στο τέλος είχανε πάντα δράματα. Καμιά από τις σχέσεις που είχε δεν έληξε καλά, αλλά δεν έφταιγε εκείνος. Οι κοπέλες ήταν τελείως τρελές, πώς τα είχε καταφέρει έτσι να μπλέκει με σαλεμένες; Ευτυχώς, η κυρά Μάρω μυριζόταν τις κακοτοπιές πάντα κι έτσι κατάφερνε και τις γλύτωνε. «Είναι γάτα η κυρά Μάρω» σκέφτηκε χαμογελώντας και πάτησε το κουμπί του ασανσέρ.

Ήταν μια πανέμορφη νύχτα με ξάστερο ουρανό κι αν δεν υπήρχε αυτή η γλυκιά δροσούλα θα έμοιαζε με καλοκαίρι, αν και βρισκόταν στη μέση του φθινοπώρου. Ένιωθε μια περίεργη ευφορία, ένιωθε πως κάτι όμορφο θα γινόταν εκείνο το βράδυ. Οι πλατείες γεμάτες κόσμο, που έπινε το ποτό του και μουσικές που ξεχύνονταν απ όλα τα μπαράκια που ήταν στη σειρά το ένα δίπλα στο άλλο. Είχε βγει μ’ ένα φίλο του κι απολάμβαναν ήσυχοι το ποτό τους, όταν συνάντησαν έναν κοινό γνωστό που τους προσκάλεσε στην παρέα του. Κι εκεί την είδε! Δεν είχε πολύ εμπιστοσύνη στην εμφάνισή του, αλλά ήξερε πως ήταν πολύ δυνατός στο χιούμορ όταν το επεδίωκε κι όταν η συντροφιά άρχισε να χαχανίζει και να γελάει με τα αστεία και τις ιστορίες του, πήρε θάρρος. Κέρδισε όλες τις εντυπώσεις και αισθανόταν ότι είχε πιθανότητες να κερδίσει κι εκείνη, αρκεί να έβρισκε έναν τρόπο να της δείξει το ενδιαφέρον του διακριτικά. Τα κατάφερε κι έτσι εκείνο το βράδυ, ξεκίνησε το παραμύθι τους.

Κι ήταν πραγματικά ένα παραμύθι όπως το έχουμε λίγο πολύ όλοι στο μυαλό μας, με την δυνατή αγάπη δύο νέων που νικά όλες τις αντιξοότητες και τις δυσκολίες της ζωής. Μια αγάπη που άντεξε να τα βάλει μ’ όλους τους κακούς δράκους, όποια μορφή και να είχαν πάρει αυτοί.

«Είσαι ότι καλύτερο μου έχει συμβεί» της έλεγε. Είμαι το μηδέν κι είσαι ο άσος μου. Μαζί είμαστε το δέκα το καλό»
Ήθελε να καθυστερήσει όσο γινόταν την αναπόφευκτη συνάντηση με τα «γεροντάκια του» όπως τα έλεγε, κυρίως με την Κυρά Μάρω, χωρίς να ξέρει ουσιαστικά τον λόγο. Μια αδιόρατη απειλή, ένας περίεργος φόβος, ένα ακατανόητο άγχος τον κατείχε. Μετά από έξι χρόνια σχέσης όμως, δεν έπαιρνε άλλη αναβολή. Κι όμως όλα πήγαν καλά στην αρχή. Οι γονείς του την γνώρισαν, την ενέκριναν, την συμπάθησαν ακόμα ακόμα. Τι παράξενο συναίσθημα το να πηγαίνουν όλα τόσο καλά.
Η Μάρω ρώτησε, έψαξε, έμαθε ποια ήταν αυτή. Καλά ήταν στην αρχή, να περνάει όμορφα ο μοναχογιός της αλλά εδώ η κατάσταση άρχισε να σοβαρεύει. Κι αυτός ήταν ανόητος, σιγά μην ήξερε ποιο ήταν το συμφέρον του. Ήταν αυτές οι νέες όπως οι γυναίκες της δικής της γενιάς; Θα τον τάιζε, θα τον έπλενε, θα του σιδέρωνε τα πουκάμισα αυτή, θα τον φρόντιζε, θα τον είχε Θεό, όπως τον είχε εκείνη; Αστεία πράγματα. Μπορούσε αυτή να κρατήσει σπίτι όπως εκείνη, που θυσιάστηκε για να είναι ο πατέρας του κι αυτός κύριοι στην κοινωνία. Βλάκες άντρες, δεν ήταν ικανοί για τίποτα. Έπρεπε πάλι εκείνη να βγάλει το φίδι από την τρύπα. Μόνο που η κατάσταση απαιτούσε λεπτούς χειρισμούς και μαεστρία.

Έχει κανένα διαμέρισμα ή στον νοίκι θα σ ’έχουνε οι δικοί της; Μην μου πεις πως θα σε χώσουν στο ισόγειο που της γράψανε στο πατρικό της από κάτω; Είναι περιοχή αυτή για να μείνεις; Για αυτό σε σπούδασα και σε έκανα άνθρωπο; Για να πάτε να στριμωχτείτε στο πουθενά; Και να λένε κιόλας πως σου δώσανε σπίτι; Βλάκα μου, χαμένος θα πας.

Πυροβόλο το στόμα της μάνας του αλλά σάμπως και να είχε δίκιο. Τόσες θυσίες έκαναν τα «γεροντάκια» του για να τον καμαρώσουν! Δεν του άξιζε το καλύτερο;

Πώς να τα έλεγε όμως όλα αυτά στην κοπέλα του; Θα τον περνούσε για κανέναν προικοθήρα ή κανέναν παραδόπιστο. Για όνομα του Θεού, ποιος ανοίγει σπίτι σήμερα χωρίς να έχει μια οικονομική βοήθεια από τα πεθερικά του; Πώς θα έφτιαχνε την δική του επιχείρηση; Να είναι αφεντικό του εαυτού του; Αν περίμενε από το μισθουλάκο της δασκαλίτσας, σωθήκαμε. Αυτά ήταν τα όνειρα των δικών του και τα δικά του; Γι’ αυτά μόχθησαν τόσα χρόνια;
Όταν του έλεγε πως δεν μπορεί να απαιτήσει από τον πατέρα της περισσότερα από αυτά που είχαν σκοπό να της προσφέρουν, εκείνος έμενε σιωπηλός. Έπρεπε να κερδίσει χρόνο, έπρεπε να καταλάβει μόνη της. Έπρεπε να διαπραγματευτεί σκληρά αλλά είχε στριμωχτεί. Είχε πει πολλά και τώρα πώς να τα πάρει πίσω; Θα φαινόταν συμφεροντολόγος, ότι δεν τιμούσε τον λόγο του και πόσα άλλα. Τον «λόγο» του! Πού ζούμε; Στον 20 αιώνα ζούμε! Αλλά πάλι έξι χρόνια ήταν αυτά; Πώς να ξεγλιστρήσει που ένα μήνα πριν είχαν πάει να κλείσουν ημερομηνία στην εκκλησία για το γάμο και είχε δώσει πάλι όρκους αιώνιας αγάπης; Ρε, μήπως δεν την αγαπούσε και τόσο πολύ τελικά;

«Τον βλάκα θα τον τουμπάρουνε με αγάπες και λουλούδια» σκέφτηκε η Μάρω. «Πάλι εγώ θα πρέπει να κάνω όλη την δουλειά»

Το βράδυ όταν γύρισε σπίτι ο γιος της είδε ένα αποτρόπαιο θέαμα. Η μάνα του ξαπλωμένη στο κρεβάτι με τα χέρια δεμένα μπροστά σαν λείψανο, με μάτια κλειστά και γύρω γύρω κεριά σαν τις αγρυπνίες πριν από τις κηδείες. Παντού μύριζε λιβάνι από θυμιατήρια. Όταν άρχιζε να της φωνάζει και να την ρωτάει τι είναι όλα αυτά εκείνη του απάντησε ότι έτσι θα ένιωθε όταν θα έχει φύγει από τη ζωή πικραμένη για τα καμώματά του, γιατί οπωσδήποτε εκεί θα την έστελνε με τόσα βάσανα που την πότιζε. Ήδη η υγεία της είχε επιβαρυνθεί πάρα πολύ, έλεγε. «Θα την στείλω στον τάφο την μάνα μου» σκέφτηκε. Κι έχει και δίκιο. Ποια μάνα δεν θέλει το καλό του παιδιού της;

Όταν της είπε από το τηλέφωνο πως θέλει να χωρίσουν, εκείνη δεν μπορούσε να πιστέψει πως θα έβαζε τέτοιο τέλος στα έξι χρόνια που είχαν περάσει μαζί. Τόσο άδοξο. Δεν δεχόταν ούτε να την συναντήσει από κοντά. Δεν μπορεί να είχε αγαπήσει αυτόν τον άνθρωπο, δεν μπορεί να φορούσε βέρα με το όνομά του στο δάχτυλο της!
«Δεν θα βρεις άλλη να σ’ αγαπήσει πιο πολύ» του είπε κλαίγοντας.
«Το ξέρω» της απάντησε με θράσος. «Αλλά θα έχω την ησυχία μου»

Εξαφανίστηκε από τα στέκια τους, δεν ξαναείδε τους φίλους τους ποτέ, δεν την συνάντησε ποτέ ξανά, δεν είχε άλλωστε τι να της πει. Γιατί να χαλιούνται με διαφωνίες και καυγάδες; Ξεκίνησε χαρούμενος την καινούργια του ζωή, ανάλαφρος κι ικανοποιημένος που δεν πιάστηκε κορόιδο χάρη στα λόγια και την ευφυΐα της μάνας του. Η επόμενη θα ήταν οπωσδήποτε η κατάλληλη. Κι αυτή την φορά θα είχε και την ευχή της Κυρά Μάρως!
«Γάτα η Κυρά Μάρω, πάλι με ξελάσπωσε από τις κακοτοπιές. Τι σου είναι η μάνα!»