Όλα είχαν έρθει ομαλά. 3 χρόνια σχέση με τον Άρη, δεν είχαν αντιμετωπίσει φουρτούνες, δεν είχαν πολεμήσει δράκους, δεν είχαν επιβιώσει από ναυάγια. Περπατούσαν το μονοπάτι της κοινής τους ζωής και έστηναν το μέλλον τους με αργά, σταθερά, χαρούμενα βήματα. Η τελετή του γάμου που αποφάσισαν να τελέσουν, ήταν απλά η επισφράγιση της αίσθησης που είχαν από τον πρώτο χρόνο κιόλας της σχέσης τους… της αίσθησης πως ήταν ήδη παντρεμένοι! Οι οικογένειες τους δεν εξεπλάγησαν με την ανακοίνωση. Χάρηκαν πολύ, όπως και όλοι οι φίλοι τους και ξεκίνησαν τις προετοιμασίες μαζί με τους μελλόνυμφους. Όλα καλά, λοιπόν.

Ναι, αλλά η Μαρίνα είχε άγχος. Πολύ.

Ανήμερα του γάμου, το πατρικό της γέμισε κόσμο από νωρίς. Φίλοι, συγγενείς, αργότερα μακιγιέζ, κομμώτριες. Το τεσσάρι στο Νέο Ηράκλειο έσφυζε από χαρούμενος ανθρώπους που γιόρταζαν τον επικείμενο γάμο. Στη μέση της πολύβουης αυτής κυψέλης, η νύφη. Αλαφιασμένη. Στρεσαρισμένη. Κοινώς, τα είχε δει όλα κωλυόμενα. Μέχρι που άρχισε ξαφνικά να κλαίει δυνατά και να δηλώνει πως δεν πρόκειται να πατήσει το πόδι της στην εκκλησία, επειδή το νυφικό ήταν χάλια, τα μαλλιά της απαίσια, το μακιγιάζ ελεεινό και τα γοβάκια αίσχος. Εκεί, επενέβη η θεία, από την Καρδίτσα.

«Όλες του έχουμι παθ’. Πάρ’ ειδώ. Πιες ένα τσιπουράκ’ και θα ειδείς που θα νιωσ’ καλύτερα, άη καμάρ μου, άη να σε χαρώ».
Με αυτόν τον τρόπο, έπεσε στο άδειο στομάχι της φρικαρισμένης νύφης, το πρώτο σφηνάκι αλκοόλ. Της κατάκαψε τον οισοφάγο, σχεδόν της τρύπησε το συκώτι, αλλά παραδόξως της μούδιασε λίγο την αίσθηση του «και τώρα τρέχουμε μακριά!»

Το μεσημέρι, με τους μεζέδες που έβγαλε η μάνα για κέρασμα στον κόσμο, σερβιρίστηκε και μπόλικο Αγιωργίτικο. Η Μαρίνα μεζέ δεν έβαλε στο στόμα της, αλλά 2 – 3 ποτήρια κρασάκι τα χτύπησε. Ίσα που άρχισε να νιώθει και λίγο ευδιάθετη, «πα μαλ» σκέφτηκε και την ώρα που την χτένιζαν πέρασε ένας δίσκος με λικέρ κεράσι που είχε φτιάξει η γιαγιά της, τσακ κατέβασε 2 – 3 , χαμογελώντας.

«Τι πίνεις εκεί;» ρώτησε τον αδερφό της, την ώρα που της στερέωναν το πέπλο στα μαλλιά.
«Irish coffee», απάντησε εκείνος και πριν προλάβει να της πει πως είχε ουίσκι μέσα, η Μαρίνα το είχε βουτήξει από τα χέρια του.
«Ρε συ, πόσο έχει πιει αυτή», ρώτησε την κολλητή της, βλέποντας τα ύποπτα γυαλιστερά μάτια της αδερφής του και το λίγο στραβό χαμόγελο της όσο χαχάνιζε την ώρα που φορούσε τις νυφικές της γόβες.

Κανείς δεν ήξερε τελικά πόσο αλκοόλ ακριβώς είχε καταναλώσει η νύφη, μέχρι την ώρα που έφτασαν στην εκκλησία, αλλά τα γεγονότα εξελίχθηκαν ως εξής :

– Βγαίνει από το αυτοκίνητο, κάνει 2 βήματα μπροστά, αρχίζει να ψάχνει το πέπλο. Το πέπλο την ακολουθούσε εφόσον η άκρη του ήταν συνδεδεμένη στο κεφάλι της όμως η Μαρίνα άρχισε να το ψάχνει. Στριφογύριζε, σα σκύλος που κυνηγάει την ουρά του. Μετά από 4-5 σβούρες γύρω από τον εαυτό της, την βούτηξε ο πατέρας της από το μπράτσο και άρχισαν να περπατάνε προς την εκκλησία, ελπίζοντας πως ο κόσμος δεν μπορούσε να την ακούσει να βρίζει σα λιμενεργάτης, «το ρημάδι, θα το σκίσω, μου έφαγε τη ζωή, νομίζει πως θα με κάνει ότι θέλει αυτό, ξέρει ποια είμαι εγώ ρε!»

– Στο κεφαλόσκαλο της εκκλησίας, την περιμένει ο Άρης. Πάει να την φιλήσει τρυφερά και να της δώσει την ανθοδέσμη, η Μαρίνα όμως προτιμάει να του κάνει χάι φάιβ και καπάκι γλωσσόφιλο, το μπουκέτο της πέφτει από τα χέρια, το πατάει, της το πιάνουν, το βρίζει. Χειρότερα από το πέπλο.

– Ξαναθυμάται το πέπλο, αρχίζει ξανά να περιστρέφεται γύρω από τον εαυτό της, προσπαθώντας να βρει την άκρη του. Βρίζει τη μάνα του. Του πέπλου. Ναι.

– Αρχίζει το μυστήριο. Ένα παρανυφάκι σκαλίζει τη μύτη του, εν μέσω ψαλμωδίας ακούγεται η Μαρίνα «ρε βρομιάρικο, στο γάμο μου ήρθες να βγάλεις τα μπαλάκια σου; Έχεις χώσει δάχτυλο μετροπόντικα και σκάβεις τούνελ, μέχρι να τελειώσει ο παπάς θα έχεις βγάλει στάση μετρό στην Αλεξανδρούπολη».

– Στο «η δε γυνή να φοβήται τον άνδρα», πάει να πατήσει τον Άρη, πατάει τον παπά. Τον κουμπάρο. Τον πεθερό της. Ο κόσμος αρχίζει να μαζεύει νευρικά τα πόδια του, η Μαρίνα είναι ανεξέλεγκτη, θέλει ντε και καλά να πατήσει το γαμπρό, αυτός δεν κάθεται, φοβάται. Τον σώζει που μπλέκεται με το πέπλο της πάλι, αρχίζει να του κατεβάζει καντήλια. Του πέπλου. Ναι.

– Πλησιάζει ο παπάς το Ευαγγέλιο, να το προσκυνήσει. Σκύβει να το ασπαστεί, το κουτουλάει, της μένει αποτύπωμα ο Εσταυρωμένος στο κούτελο, είναι αποτρόπαιο το θέαμα.

– Της δίνει ο παπάς να πιει το κρασί, το δοκιμάζει, λέει «Καλό! Θα το πάρουμε!», την πιάνει νευρικό γέλιο, πίνει και το υπόλοιπο με μια γουλιά, σκουπίζει το στόμα της με το ΚΑΤΑΡΑΜΕΝΟ ΠΕΠΛΟ.

– Τελειώνει ο γάμος, την πιάνει ο γαμπρός από το μπράτσο, εν πλήρη γνώση του πλέον πως η γυναίκα του είναι ζάντα στο μεθύσι και καθώς απομακρύνονται, η Μαρίνα φωνάζει στον δόλιο ιερέα που τα έχει δει όλα πλέον σε τούτη τη ζωή «Τι χρωστάμε, μάστορα;»

 

Όταν ξύπνησε το Μαρινάκι το επόμενο πρωί στο νυφικό κρεβάτι της με τον Άρη να κοιμάται στο πλευρό της και με λίγες αναμνήσεις της μέρας που προηγήθηκε, βρήκε έκπληκτη στο πάτωμα δίπλα της, το πέπλο της. Κομματάκια. Κι ένα ψαλίδι πεταμένο παραδίπλα. Δεν θυμόταν τι είχε συμβεί, έπρεπε να βάλει το μυαλό της σε τάξη. Έπρεπε να σκεφτεί, να θυμηθεί. Αμέσως μετά τον καφέ. Έναν καφέ. Ναι.
Irish coffee ίσως.